Εκτύπωση Σελίδας

Η Κατερίνα που την υποχρέωναν να «δοκιμάζει» τα καλσόν, του Νίκου Γουρλά

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021 09:39 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(1 ψήφος)
Η Κατερίνα που την υποχρέωναν να «δοκιμάζει» τα καλσόν, του Νίκου Γουρλά

 

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ έξω από ένα μεγάλο εργοστάσιο στο Αιγάλεω που κατασκεύαζε καλσόν, βρέθηκα μαζί με άλλους συναδέλφους να μοιράζουμε ανακοινώσεις της ΕΣΑΚ μαζί με την εφημερίδα της, την Εργατοϋπαλληλική Φωνή. Ήταν η βάρδια που σχόλαγε στις 10, έκανε ψοφόκρυο και οι εργάτριες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία κοπέλες κάτω των 25 χρονών, έτρεχαν να προλάβουν τα λεωφορεία στις στάσεις της Ιεράς οδού. 

 

Κάποια στιγμή μια εργάτρια που βγήκε από τις τελευταίες, το πολύ 20 χρονών, κοντοστέκεται και μας ρωτά. «Από το σωματείο είστε;» Της εξηγήσαμε τι ακριβώς ήταν η ΕΣΑΚ, δεν πολυκατάλαβε και ούτε ρώτησε τίποτα άλλο γιατί στο αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο έβαλε τα κλάματα. Προσπαθήσαμε να την ηρεμήσουμε ρωτώντας τι της συμβαίνει, μας κοίταζε και δεν έλεγε τίποτα παρά μόνο έκλαιγε βουβά. Της προτείναμε να πάμε για καφέ για να μιλήσουμε, αλλά στην θέα ενός εργοδοτικού ρουφιάνου που έβγαινε εκείνη την ώρα έφυγε τρέχοντας.

 

Μετά από δυο τρία βράδια πάλι έξω από το εργοστάσιο, βγαίνοντας η ίδια κοπέλα μας κοιτάζει με νόημα και δίνει στην συντρόφισσα που ήμασταν μαζί στα κρυφά ένα διπλωμένο χαρτί, που έγραφε «Ελάτε στην Αίγλη σε μισή ώρα» μια καφετέρια λίγο παρακάτω. Όταν ήρθε, αφού μας συστήθηκε και αφού είπαμε διάφορα άσχετα για να σπάσει ο πάγος, διαπιστώσαμε πως η Κατερίνα, έτσι την έλεγαν, ούτε που μας άκουγε πάρα μόνο μας κοίταζε με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που του τα έχουν πάρει όλα, που τον έχουν αδειάσει, που νοιώθει βαθιά ταπεινωμένος και ντροπιασμένος. Αυτό το βλέμμα το συνάντησα ξανά σε πολλές ακόμα γυναίκες στα 35 και βάλε χρόνια του εργασιακού μου βίου στον ιδιωτικό τομέα. 

 

Ξεκίνησε να μας μιλά με μεγάλη δυσκολία, περιγράφοντας μας με μισόλογα και φράσεις που κόβονταν στην μέση από την ντροπή γι’ αυτό που της συνέβαινε. Όπως λοιπόν μας είπε, υποχρεωνόταν η ίδια και άλλες εργάτριες, από τους υπεύθυνους του ποιοτικού ελέγχου του προϊόντος να μένουν με το εσώρουχο από την μέση και κάτω για να δοκιμάζουν τα καλσόν μπροστά σε καμία δεκαριά άτομα που δήθεν έλεγχαν το προϊόν. Ενίοτε το πράγμα δεν έμενε μόνο εκεί, αλλά συνοδευόταν σε αρκετές περιπτώσεις από σεξιστικά (βέβαια τότε δεν υπήρχε ο όρος) υπονοούμενα και σχόλια και το χειρότερο ήταν ότι κάποιοι από αυτούς άπλωναν και χέρι για να ελέγξουν υποτίθεται την ποιότητα. Μας εξήγησε το πώς ένοιωθε όταν συνέβαινε αυτό, θυμάμαι ακόμα την φράση της: «ένα σκουπίδι», ότι δεν μπορούσε να φύγει γιατί η θεία της που την είχε βάλει στην εργοστάσιο θα την έστελνε πίσω στο χωριό, ότι ο πατέρας της είχε πάθει ήδη δυο εμφράγματα και αν το μάθαινε μπορεί και να πέθαινε, ότι δεν μπορούσε να το πει ακόμα και σε αυτόν που ήταν μαζί γιατί θα την παρατούσε, όμως το λέει σε εμάς μήπως και μπορέσουμε να κάνουμε κάτι, αλλά χωρίς η ίδια να το καταγγείλει ή να φανεί.

 

Μείναμε αποσβολωμένοι, η συντρόφισσα που ήμασταν μαζί είχε αρχίσει να βουρκώνει. Γνωρίζαμε για τους μηχανισμούς της ταξικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα στις γυναίκες, γνωρίζαμε φυσικά ότι συχνά οι εργάτριες έπεφταν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης από αφεντικά και προϊστάμενους, όμως κάτι τέτοιο πρώτη φορά το συναντούσαμε, ούτε που μας είχε περάσει από το μυαλό αυτού του είδους η σεξιστική βία.

 

Ένα συναίσθημα οργής με πλημμύρισε, ανακατεμένο με ιδέες για το πώς θα καταγγείλουμε την εργοδοσία, το πώς θα μιλήσουμε με τους δικηγόρους του σωματείου, για το πώς ακόμα θα οργανώσουμε διαδήλωση των συλλόγων γυναικών της περιοχής που θα ζητήσουν να προκηρυχθεί απεργία από τα σωματεία και πολλά άλλα που η ορμητικότητα της νεότητας και η απέχθεια για το άδικο και την καταπίεση σε κάνουν να πιστεύεις ότι όλοι οι άλλοι θα μοιραστούν με μιας τα δικά σου συναισθήματα και τις ιδέες.

 

Ναι, όπως καταλάβατε, κανένα από τα σχέδια και τις ιδέες μας δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως μου εξήγησαν την επόμενη μέρα οι δικηγόροι του σωματείου αλλά και άλλοι σύντροφοι, αφού δεν υπήρχε καταγγελία ούτε ανακοίνωση που να αφήνουμε εστω κάποια υπονοούμενα μπορούμε να βγάλουμε, γιατί θα θεωρηθεί συκοφαντική δυσφήμηση, μόνο μια ανακοίνωση που να καλεί τις εργαζόμενες να αντισταθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, μεταξύ άλλων για σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια τους και όσοι καταλάβουν …κατάλαβαν. Βέβαια, ακόμα και αυτή η γενική αναφορά σε συνδυασμό με μια κατευθυνόμενη διάδοση που οργανώσαμε, ότι το σωματείο είναι ενήμερο για όλα αυτά, θορύβησε την εργοδοσία η οποία σταμάτησε αυτή την πρακτική.

 

Όμως υπάρχει ένα μεγάλο… «όμως». Κανένας δεν πλήρωσε για την ψυχική και συναισθηματική οδύνη της Κατερίνας και των άλλων κοριτσιών. Μετά από καιρό που συναντηθήκαμε τυχαία μου εξομολογήθηκε ότι αυτό την κατέτρωγε χρόνια και με τίποτα δεν μπορούσε να το ξεχάσει. Ποιος πλήρωσε ή τιμωρήθηκε για αυτό; Τι έμαθε η κοινωνία και η εργατική τάξη για αυτές τις αθλιότητες της εργοδοσίας;

 

Στην ίδια ανήμπορη θέση βρέθηκα κι άλλες φορές, είτε ως εργαζόμενος που έπεφταν στην αντίληψη του τέτοια περιστατικά είτε ως εκλεγμένος συνδικαλιστής, όπου γινόμουν δέκτης καταγγελιών. Πάντα δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, πέρα από την συναισθηματική και ηθική στήριξη στα θύματα, παρά μόνο αποσπασματικές κινήσεις και ενέργειες, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, αλλά ακόμα και τότε δεν ήταν λίγες οι φορές που το θύμα τελικά απέσυρε τις καταγγελίες είτε για να μην απολυθεί είτε για να μην διασυρθεί.

 

Η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου και οι άλλες καταγγελίες που ακολούθησαν, έφεραν στην επιφάνεια αυτό που σε χώρους δουλειάς είναι κοινός τόπος και το έχουμε συναντήσει οι περισσότεροι σε όλες τις μορφές του. Είτε με την μορφή της ανοιχτής παρενόχλησης από εργοδότες και προϊστάμενους, είτε με την καλυμμένη μορφή της για κάποια θέση δήθεν που έμενε κενή, αρκεί να πήγαινε το βράδυ σπίτι του ή στο γραφείο όταν θα είχαν φύγει οι άλλοι για να το συζητήσουν, αλλά και με την βίαιη κακοποίηση είτε ψυχολογική είτε σωματική που υπέστησαν όσες είπαν όχι, ακόμη και κανονικοί βιασμοί σε γραφεία ή αποθήκες που δεν καταγγέλθηκαν ποτέ. Θυμάμαι καταγγελία εργαζόμενης στην επιθεώρηση εργασίας που είχα στο αρχείο μου ανέφερε: «Μου πρότεινε κρυφές συναντήσεις για φαγητό, καφέ, περίπατο και, τέλος, σύναψη ερωτικής σχέσης. Οι συνεχείς αρνήσεις μου τον εξόργιζαν και τον οδήγησαν σε βίαιη και απαράδεκτη συμπεριφορά απέναντι μου σε καθημερινή βάση που κατέληξε στην απόλυση μου. Την προηγούμενη μέρα της απόλυσής μου με απείλησε λέγοντας χαρακτηριστικά: "Θα σε μάθω στη ζωή σου να επιλέγεις τους δυνατούς"»!

 

Το πρόβλημα είναι βέβαια διαταξικό. Αντιμέτωπες με την πολύμορφη βία, που περιλαμβάνει την σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση, βρίσκονται εργαζόμενες σε χώρους δουλειάς, φοιτήτριες και σπουδάστριες, αθλητές και αθλήτριες, αλλά και γυναίκες που ανήκουν σε μικροαστικά στρώματα ακόμη και στην αστική τάξη. Όμως, είναι φανερό πως οι πιο ευάλωτες είναι οι εργαζόμενες γυναίκες. Σύμφωνα με έρευνα της εταιρίας «Qed market research» για λογαριασμό της ActionAid ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ , που έγινε τον περασμένο Ιούλιο το 85%(!) των γυναικών στην Ελλάδα έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας, ενώ μόνο το 6% των θυμάτων κατήγγειλε επίσημα το περιστατικό σε αρμόδιο φορέα. 

 

Η σεξουαλική, σωματική, λεκτική, ψυχολογική ή όποιας άλλης μορφής βία την οποία υφίστανται οι γυναίκες, δεν είναι κάτι που αναπτύσσεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν είναι θέμα ενστίκτων, είναι αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών καταναγκασμών που το σύστημα επιβάλλει. Όσα καταγγέλθηκαν μέχρι αυτή την στιγμή δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι η κορυφή του παγόβουνου της άθλιας πραγματικότητας που βιώνουν οι νέοι άνθρωποι, με την εμπορευματοποίηση των πάντων, τον ανταγωνισμό, την αποθέωση της ατομικότητας και του εγωιστικού τρόπου ζωής που κυριαρχούν και αναπτύσσονται ακόμα περισσότερο σε συνθήκες κρίσης και τελμάτωσης της κοινωνίας.

 

Συνεπώς, αυτή η γενικευμένη κατάσταση δεν είναι «ατομικό» θέμα, όπως θέλει να το εμφανίσει η κυβέρνηση και το μιντιακό κατεστημένο. Το «σπάσε την σιωπή» σίγουρα είναι το πρώτο. Αλλά αν μείνει εκεί και δεν γίνει υπόθεση συνολικής κρατικής μέριμνας, που θα περιλαμβάνει τη δωρεάν νομική υποστήριξη, τη δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη, αλλά και εκείνη την νομοθεσία η οποία δεν θα επιτρέπει την παραγραφή, η σιωπή θα επανέλθει και θα είναι ακόμη πιο ασφυκτική.

 

Ούτε όμως αυτό φτάνει αν η ιδία η κοινωνία, οι γυναικείες συλλογικότητες, οι οργανώσεις αλληλεγγύης, τα εργατικά σωματεία δεν βγουν μπροστά για να στηρίξουν τα θύματα μέχρι τέλους με όλους τους τρόπους.

Και κυρίως, να πάψουν να υπάρχουν θύματα.

 

Αναγνώστηκε 2320 φορές
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΡΛΑΣ

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΡΛΑΣ