«Τότε, όσες αντιμιλούσαμε ήμασταν πουτάνες, λεσβίες και κουμμουνίστριες φυσικά», του Νίκου Σκοπλάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2021 22:09 Συντάκτης: Νίκος Σκοπλάκης
Βαθμολογήστε το άρθρο
(1 ψήφος)
«Τότε, όσες αντιμιλούσαμε ήμασταν πουτάνες, λεσβίες και κουμμουνίστριες φυσικά», του Νίκου Σκοπλάκη

Πηγή: Facebook

…Στις αρχές της μακρινής ( ; ) δεκαετίας του ’40, η μικρή Έλλη Λούκου – Λαμπέτη είχε πολλά να φοβάται, πολλούς να προσέχει, ανεβαίνοντας από τη σχολή και το θέατρο, όπου υποδυόταν τη μικρή Χάνελε του Χάουπτμαν, προς το σπίτι της: «Ήτανε άσχημη εποχή. Τι έχω τραβήξει! Μαρτύρια. Μόνη μου, το τραμ σταματημένο εκείνη την ώρα, να περπατάω μέσα στη νύχτα. Κι ανέβαινα την Ασκληπιού – εκεί ήταν το σπίτι μας από τον πόλεμο κι ύστερα – και με πειράζανε, μου λέγανε βρωμόλογα. Προσπαθούσα να υπακούσω στη μαμά μου που έλεγε να μη μιλάω, αλλά εκείνη την ώρα δυσπιστούσα. Ήθελα να μιλήσω, να βρίσω. Όμως κρατιόμουνα». Μη μιλήσεις, θα περάσει… Θα περάσει, καλύτερα να μη μιλήσεις…

Και ύστερα, πάλι, από νωρίς, στους ναούς της τέχνης με τη δική τους «ομολογία» στη σχέση έμφυλων βιαιοτήτων και κωδικοποιήσεων της κυριαρχίας: «Ωστόσο, σαν άνθρωπος ήταν φοβερός αυτός ο Μελάς. Δεν πρέπει να έχει υπάρξει χειρότερος γυναικάς. Το τι προστυχόλογα έλεγε! Χυδαιολόγος γνωστός. Το τι τράβηξα! Παρότι δεν με χώνευε στη Σχολή σαν μαθήτρια, με κυνηγούσε κι όπου με έβρισκε, με χούφτωνε. Μου έπιανε το χέρι κι εγώ το τραβούσα. Πήγαινα ν’ ανοίξω μια πόρτα κι έβρισκα το χέρι του πάνω στο δικό μου, στο πόμολο. Μαρτύριο! Πάντα ένα χέρι πάνω στο δικό μου, στα πόμολα… Μια ζωή! Μερικές φορές μού ριχνόταν κανονικά. Αναγκαζόμουν να προσφεύγω στη Μαρίκα (Κοτοπούλη)». 

Αυτός «ο φοβερός Μελάς», ο θρασύδειλος υπηρέτης όλων των καθεστώτων, ο κάτοχος του καλλιτεχνικού χρονογραφήματος στις… «καλές» εφημερίδες, ο δωσίλογος με τη μεγάλη επιρροή στις κατοχικές κυβερνήσεις (και τις αποφάσεις τους για τον κόσμο του Θεάτρου), ο μετριότατος δάσκαλος που, δια της διαθλάσεως των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων στο μάθημα του «λόγιου» θεατρικού μεγαλείου, επιδιδόταν σε μια διαδικασία κυριολεκτικά παιδευτική για τη διατήρηση και αναπαραγωγή της θέσης του στην παραγωγή και την εμπορία θεατρικής τέχνης, επιδιδόταν σε μια διαδικασία βασανισμού.

Γιατί από την εποχή της μικρής Έλλης και του «φοβερού Μελά» μία πολύ συγκεκριμένη, «δημοφιλής», θεατρική τέχνη καθίσταται μέσα στον θηριώδη νατουραλισμό της δευτερογενής λειτουργία, συνεκτική έκφραση και αναπαραγωγή της οικονομικής, έμφυλης, ταξικής κυρίαρχης πραγματικότητας. Είναι συγχρόνως η αντίληψη που εκπαιδεύει, αποδέχεται και καθιερώνει το Θέατρο του Ενός, ώστε να περιστρέφονται τα πάντα γύρω από μια υποτιθέμενη «φυσικότητα», η οποία στερεί, τελικά, από την ίδια τη θεατρική τέχνη την αυτοτέλεια, τη σημειολογία και τη χειραφετητική της διάσταση, υποβιβάζοντάς τη σε τεχνική εξουσίας για την καλλιτεχνική αγορά θεαμάτων και ευτελώς ή υψηλοφρόνως αργασμένων κρεάτων, γύρω από το άστρο και τη φοβερή ιεραρχία του Δημιουργού-Δημίου-Πρωταγωνιστή. Εκεί που η γυναίκα μπορεί να διεκδικήσει την καλλιτεχνική ιερότητα ως απόκοσμη, νεκρή πια, παιδούλα, φάντασμα παρθενίας ή Αγία ή Μητέρα, αλλά όσο ζει, ενεργεί, ε ρ μ η ν ε ύ ε ι με το πλήθος των σημασιών του φύλου της, δεν μπορεί παρά να είναι μια απειλητική, ακωδικοποίητη, οχληρά αδάμαστη πουτάνα. «“Μα, ξέρεις τι είναι οι θεατρίνες;”• και είπε μια λέξη που δεν είχε ξανακουστεί στο σπίτι μας». 

Ακούω και διαβάζω διάφορα αυτές τις μέρες. Και ξαναδιαβάζω κι εκείνα που έγραψε κι η μικρή Έλλη, όχι το 1942 ή το 1953, αλλά όταν μεγάλωσε, λίγο πριν πεθάνει, όταν δεν ζούσε και δεν στοίχειωνε πια τα σκηνικά δάση «ο φοβερός Μελάς», όταν η μικρή Έλλη δεν φοβόταν πια τίποτα και κανέναν, δηλαδή μόλις εκείνη θέλησε, μόλις εκείνη μπόρεσε πια να μη φοβάται. Συνήθως οι άνθρωποι παύουν να φοβούνται όταν βρίσκουν ένα βήμα αλογόκριτο κι όταν αισθάνονται ότι τα φίλτρα των απόψεων δεν θα τα θέσει ο κύριος με το χέρι στο πόμολο, που ελέγχει το καλλιτεχνικό χρονογράφημα στην… «καλή» εφημερίδα, αλλά ότι οι απόψεις θα μπορούν να διατυπωθούν πιο ελεύθερα – ακόμα και να εκραγούν «καθ’ υπερβολή». Δεν υπάρχει, όμως, κανένας άλλος τρόπος για να ακουστούν οι άνθρωποι, να μετρηθούν οι κρίσεις και να ανοίξουν οι συζητήσεις παρά μόνο έξω από τα κράτη και τα κρατίδια του φόβου και της πλασματικής εγκυρότητας, που αναπαρήγαγαν τις ίδιες νοσηρές κατανομές ρόλων από την εποχή της μικρής Έλλης μέχρι σήμερα. Και πάνω σ’ αυτό θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικότερος και βαθύτερος προβληματισμός, αν κι εντός πολλών αριστερών δεν είχαν κακοφορμίσει βαθύτατα δεξιές απόψεις, όπως ότι υπάρχουν εκ προοιμίου, αποκλειστικά, μέσα και πεδία, τα οποία – τάχα – εξορισμού διαφυλάσσουν το επίπεδο του κριτικού λόγου ή προάγουν μεθοδολογικά τη δημόσια συζήτηση προς φωτισμό και αποτελεσματικό έλεγχο των καταγγελλομένων. Κούνια που σας κούναγε, παιδιά! 

Επ’ αυτού δεν θα ήθελα να παραλείψω την αντίδραση μιας άλλης, «παλιάς» και ανίερης ηθοποιού, σε ένα δικό μου ρητορικό ερώτημα ηλίθιας αφέλειας, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για τα θεατρικά (και μη) μεγαλεία, πριν από είκοσι και περισσότερα, ίσως, χρόνια: «Τότε, έτσι κι αλλιώς, όσες αντιμιλούσαμε ήμασταν πουτάνες, λεσβίες …και κουμμουνίστριες, φυσικά». Η υλική-θεματική πλευρά, αλλά και η κοινωνική λειτουργία μιας συγκεκριμένης τέχνης και της επίσημης κριτικής της όριζαν διαχρονικά το ρεπερτόριο των αυτοπαθών απολαύσεων του Ενός μέσω ετερογενών απολαύσεων, όπως λ.χ. της επιθετικής περιθωριοποίησης και των επιθετικών προσδιορισμών για τις θηλυκές, βέβηλες, εσαεί ύποπτα καθυστερημένες φωνές στη φυσικότητα συγκεκριμένων κοινωνικών στοχεύσεων και των αισθητικών λειτουργιών τους• στη φαινογραφία της αντικειμενικότητάς τους.

Κι ύστερα, όλα αυτά δεν είναι τωρινά. Είναι μια υπόθεση εξόχως ιστορική, «επικαιρότητα» και «ιστορία» δεν χωρίζονται από καμία οντολογικού τύπου αντίθεση, είναι ένα είδος παλίμψηστο, όπου το επικαιρικό είναι ένα στοιχειωμένο υστερόγραφο του πρωτοτύπου: Η Έλλη είναι η Χάνελε στα σκηνικά δάση του «Ρεξ» και του Χάουπτμαν. Είναι 17 ετών και γίνεται 14. Κακοποιημένη από τον μέθυσο πατριό της πέφτει σε μια παγωμένη λίμνη κάτω από τα εκκυκλήματα των συνταξιούχων αγγέλων. Ένας άγγελος του θανάτου και μια απόμακρη μητέρα μπορούν να την ακούσουν μονάχα. Στο τέλος, να ο Γκόντβαλντ, την παίρνει στα χέρια του, αλλά είναι πια αργά. Η Χάνελε έχει πεθάνει, η Έλλη ξυπνάει, τότε, και ανεβαίνει τον πολύ σκοτεινό δρόμο προς το σπίτι, προς ένα σπίτι που όλο αργεί να φτάσει, που όλο απομακρύνεται. Ήθελε να μιλήσει, να βρίσει. Όμως κρατιόταν. Μαρτύριο! 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ: Η Χάνελε (Έλλη Λαμπέτη) στα χέρια του Γκόντβαλντ (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στη σκηνή του φινάλε από το ονειρόδραμα του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν, «Η Χάνελε πάει στον παράδεισο» («Hanneles Himmelfahrt»). Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας. Σκηνοθεσία: Ρενάτο Μόρντο – Μαρίκα Κοτοπούλη. Σκηνικά και κοστούμια: Γιώργος Ανεμογιάννης. Ηθοποιοί: Έλλη Λαμπέτη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Νίτσα Τσαγανέα, Δημήτρης Μυράτ, Ρίτα Μυράτ, Ελένη Χαλκούση, Πούπα Κασσιέρη-Κοκκινάκη, Νανά Σκιαδά, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Άρης Βλαχόπουλος, Στέλιος Βόκοβιτς, Χρίστος Τσαγανέας, Νάσος Κεδράκας, Κώστας Σαντοριναίος, Τάκης Γαλανός, Ντόρα Βολανάκη κ.α. – Η Έλλη Λαμπέτη ως Χάνελε σε φωτογραφία για την πρεμιέρα της παράστασης, τον Νοέμβριο του 1942.

Αναγνώστηκε 541 φορές

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.