Αριστερά κόμματα και Ευρωπαϊκή Ένωση: Ο ελέφαντας στο δωμάτιο

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή, 28 Μαϊος 2021 11:38 Συντάκτης: Asbjørn Wahl
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Αριστερά κόμματα και Ευρωπαϊκή Ένωση: Ο ελέφαντας στο δωμάτιο

Πηγή: Monthly Review | The Elephant in the Room

Δεκέμβριος 2020, Τ. 72, αρ. 7

του Asbjørn Wahl*

Μετάφραση: Άννα Κόκκαλη  

 

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, τα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα έχουν γίνει ολοένα και πιο επικριτικά απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απαντώντας στις πολιτικές λιτότητας που ακολούθησαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008 και την επακόλουθη  κρίση του ευρώ, οι οποίες συνοδεύτηκαν από υψηλή και συνεχή ανεργία και υποσχέσεις για έναν ευρωπαϊκό  πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων που ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Παράλληλα, η νεοφιλελεύθερη οικονομική ολοκλήρωση συνεχίστηκε στο έπακρο και συνέβαλε στην αυξημένη ισχύ των δυνάμεων της αγοράς επί της κοινωνικής ανάπτυξης.

 

Ωστόσο, παρόλο που η κριτική για την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οξυνθεί, αυτό δεν αντικατοπτρίζεται επαρκώς στις πολιτικές στρατηγικές της αριστεράς. Είναι αλήθεια ότι έχουν τεθεί νέα ζητήματα σημαντικής σημασίας, ιδίως όσον αφορά τις αντιδράσεις στην κρίση και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Εκεί, το αριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ εγκατέλειψε το πολιτικό του πρόγραμμα όταν κέρδισε την κυβερνητική εξουσία, τον Ιανουάριο του 2015. Η κυβέρνηση τέθηκε βίαια υπό την εποπτεία της ΕΕ ή, όπως λένε πολλοί επικριτές, οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησαν με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή τη συνθηκολόγηση την υπερασπίζονται πολιτικά όχι μόνο εκπρόσωποι του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και εκπρόσωποι των περισσότερων άλλων αριστερών κομμάτων ακόμα και του transform!europe !1(δίκτυο οργανώσεων που συνδέονται με το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς).

 

Η επιλογή αυτή  οδήγησε στο ερώτημα, που τέθηκε τόσο από τους επικριτές εντός του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από κάποιες άλλες αριστερές ομάδες στην Ευρώπη, για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να μεταρρυθμιστεί από μέσα.2 Τα μέτρα που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ή η Τρόικα, η οποία απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) κατά των άλλων χωρών που μαστίζονται από την κρίση —Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία- επικαιροποίησαν περαιτέρω το ερώτημα  αυτό:

 

 «Η αποχώρηση από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση(ΟΝΕ) και συνεπώς από το ευρώ,  και ενδεχομένως και την  Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να αποτελέσουν σημαντικό εργαλείο στην πολιτική εργαλειοθήκη της αριστεράς, ή είναι η κατάκτηση και η μεταρρύθμιση της ΕΕ εκ των έσω ο τρόπος δημιουργίας μίας σοσιαλιστικής Ευρώπης;» 

 

Η  απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι, φυσικά, αποφασιστική για τη στρατηγική της αριστεράς στην Ευρώπη. Ωστόσο, σε αρκετά από τα μεγάλα αριστερά κόμματα φαίνεται να υπάρχει έλλειψη ικανότητας και προθυμίας να συμμετάσχουν σε αυτή τη συζήτηση. Έτσι, οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν γίνει με πολλούς τρόπους ο ελέφαντας στο δωμάτιο σε πολλά από αυτά τα κόμματα. 

 

Αυτό περιλαμβάνει, επίσης, μία συζήτηση για τις εμπειρίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία φαίνεται να είναι δύσκολο να συμπεριληφθεί στην ατζέντα των αριστερών φόρουμ στην Ευρώπη. Πίσω από αυτήν την απροθυμία, βρίσκουμε διαφορετικούς τρόπους για να κατανοήσουμε τον ρόλο και τον χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως πώς εξελίχθηκε  με την πάροδο του χρόνου.

 

Η χαοτική αριστερά της Ευρώπης

Οι αριστερές δυνάμεις στην Ευρώπη είναι αδύναμες - τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Χαρακτηρίζονται από την πολιτική και ιδεολογική κρίση που συγκλόνισε την αριστερά τις τελευταίες δεκαετίες, εμποδίζοντάς τες να γίνουν η ηγετική δύναμη που θα αγωνίζονταν κατά της  οικονομικής κρίσης, ενάντια στις επιθέσεις στο κράτος πρόνοιας και την αυξανόμενη ανισότητα και φτώχεια. Είναι πρωτίστως η ακροδεξιά που κατάφερε να εκμεταλλευτεί την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και απογοήτευση των ανθρώπων. 

 

Στις εθνικές εκλογές που διεξήχθησαν στα κράτη μέλη της ΕΕ το 2017 και το 2018, τα δεξιά κόμματα υπερδιπλασίασαν τον αριθμό των ψήφων τους, από 10,3 σε 22,1 εκατομμύρια. Την ίδια περίοδο, τα αριστερά κόμματα παρέμειναν στάσιμα, με περίπου 10 εκατομμύρια ψήφους.3 Στις ευρωπαϊκές εκλογές τον Μάιο του 2019, η στήριξη προς τα αριστερά κόμματα μειώθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ η στήριξη προς την ακροδεξιά αυξήθηκε και πάλι. Τις τελευταίες δεκαετίες, ένας ικανός αριθμός ανακατατάξεων πραγματοποιήθηκε εντός της αριστεράς. Στην Ιταλία, δεν απέμεινε τίποτα από τα παραδοσιακά αριστερά κόμματα. Έχουν σχεδόν εξαφανιστεί λόγω των  ανεπιτυχών πολιτικών ελιγμών τους. 

 

Στη Γαλλία, υπάρχουν αντικρουόμενες τάσεις. Ο Ζαν Λυκ Μελανσόν είναι η ηγετική φυσιογνωμία της αριστεράς από τότε που αποχώρησε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και σχημάτισε το Αριστερό Κόμμα το 2008. Με βάση αυτό το κόμμα, δημιούργησε το Αριστερό Μέτωπο, το 2009 ως εκλογική συμμαχία, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος και άλλων. Ωστόσο, η συμμαχία μεταξύ του γαλλικού λαού, του Μελανσόν και του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν εύθραυστη και τελικά κατέρρευσε. Έτσι, το Αριστερό Μέτωπο διαλύθηκε επίσημα το 2018. Μέχρι τότε, ωστόσο, ο Μελανσόν είχε ήδη σχηματίσει την επόμενη πολιτική του οργάνωση, την Ανυπότακτη Γαλλία. Το κόμμα ή κίνημα είχε αρχικά επιτυχία με τον Μελανσόν ως υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές του 2017 (σχεδόν 20% στον πρώτο γύρο), αλλά απέτυχε να κινητοποιήσει περισσότερο από 6,3% στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019. Το παραδοσιακό και ιστορικά ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του από ποτέ, με μόλις  το 2,5% των ψήφων στις τελευταίες εκλογές. Έτσι αποκλείεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για πρώτη φορά από το 1979. 

 

Στη Γερμανία το Ντι Λίνκε  (Die Linke- Η Αριστερά) δεν τα πήγε καλά ούτε στις τελευταίες εκλογές, χάνοντας άλλο ένα τέταρτο της δύναμής του και κατέληξε με το 5,5% των ψήφων.

Στην Ανατολική Ευρώπη, τα αριστερά κόμματα είναι σπάνια. Μόνο η Τσεχική Δημοκρατία, μέσω του παραδοσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος, κατάφερε να εκπροσωπηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις εκλογές του 2019. Στη Σλοβενία, ένα νέο αριστερό κόμμα, το  Λέβιτσα  (Levica, Αριστερά), τα πήγε καλά στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές, αλλά απέτυχε στις Ευρωεκλογές. 

 

Στο Βέλγιο, ένα μεταμορφωμένο πρώην μαοϊκό κόμμα, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα έκανε άλματα (14,5% των ψήφων στο γαλλόφωνο τμήμα του Βελγίου) έχοντας  σαφή ταξικό προσανατολισμό και ριζοσπαστικό πρόγραμμα. 

 

Στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούσε να έχει υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής από τις περισσότερες άλλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς (πάνω από το 23% των ψήφων στις τελευταίες εκλογές της ΕΕ), αν και η υποστήριξή του μειώθηκε συνολικά (είχε λάβει το 36% των ψήφων στις   εθνικές  εκλογές του 2015). Αυτό συνέβη παρά τον ρόλο του πιστού εκτελεστή των βάναυσων πολιτικών λιτότητας της Τρόικα, οι οποίες δημιούργησαν σημαντικά προβλήματα στην αριστερά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη γενικότερα.

 

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα περισσότερα από τα αριστερά κόμματα ανήκουν στην ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωμένης Αριστεράς/Αριστεράς των Πρασίνων των Βορείων Χωρών, η οποία αποτελείται πλέον από σαράντα έναν εκπροσώπους μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου 2019 (μείωση έντεκα εκπροσώπων). Ο συνασπισμός αποτελεί μια μικτή συνάθροιση κομμάτων χωρισμένων σε διαφορετικές τάσεις - διαιρέσεις που δεν είναι πάντα εύκολο να κατανοηθούν. Μερικοί αμφισβητούν  ότι αυτά είναι κόμματα με την παραδοσιακή έννοια, και άλλοι αναρωτιούνται εάν  είναι αριστερά. Οι συμμαχίες σχηματίζονται και αλλάζουν, και η πολιτική μερικές φορές προσαρμόζεται ευκαιριακά χάριν της ενότητας .

 

Ταυτόχρονα, υπάρχει   μια συνεχής διαμάχη για την αριστερή ηγεμονία στην Ευρώπη μέσα από ποικίλες πρωτοβουλίες νέων συμμαχιών , με μερικά κόμματα να καταλήγουν - φαινομενικά χωρίς πρόβλημα - μέσα σε περισσότερες από μία  από αυτές. Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ουσιαστικό στοιχείο του εσωτερικού ανταγωνισμού που σήμερα διεξάγεται μεταξύ τριών διαφορετικών ομάδων αριστερών κομμάτων.

 

Ορισμένα από τα κόμματα (επί του παρόντος είκοσι έξι από αυτά) είναι μέλη του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), το  οποίο ιδρύθηκε το 2004 με καθεστώς κόμματος στο θεσμικό σύστημα της ΕΕ. Το ΚΕΑ είναι περισσότερο σαν ένα δίκτυο ή συντονιστικό όργανο παρά ένα καλά οργανωμένο κόμμα. Αρκετά αριστερά κόμματα δεν είναι μέλη του ΚΕΑ. Υπάρχουν, όμως, δύο ακόμη οργανώσεις που δραστηριοποιούνται για την οικοδόμηση ανταγωνιστικών δικτύων ή συμμαχιών μεταξύ των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη: το Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη2025/ DiEM25 και η  Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν.

 

Ο Μελανσόν άρχισε να οικοδομεί μια εναλλακτική συμμαχία- εν μέρει επειδή ήταν δυσαρεστημένος με το ΚΕΑ- αντιτάχθηκε στη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και επιδίωκε  ένα πιο έντονο πολιτικό προφίλ. Πριν από μερικά χρόνια, απέσυρε το Αριστερό Κόμμα από το ΚΕΑ  μετά από σύγκρουση με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Το νέο του κόμμα, Ανυπότακτη Γαλλία, δεν εντάχθηκε στο ΚΕΑ. Πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019, προσπάθησε να δημιουργήσει μια εναλλακτική ομάδα  με επίκεντρο την καταγγελία και ανατροπή  του ασφυκτικού  κλοιού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

Σε  αυτή την προοπτική κατάφερε να επιτύχει υποστήριξη από το Αριστερό Μπλόκο της Πορτογαλίας , και το Ποδέμος της Ισπανίας . Τον Απρίλιο του 2018, αυτά τα κόμματα  συνέταξαν   μία κοινή δήλωση με τίτλο: «Διακήρυξη της Λισαβόνας για την επανάσταση των πολιτών στην Ευρώπη: Τώρα ο λαός!». 4 Αργότερα, αριστερά κόμματα στη Δανία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία προσχώρησαν και αυτά στη Διακήρυξη της Λισαβόνας.

 

Ο επόμενος στη σειρά, ο Γιάνης Βαρουφάκης, προσπάθησε να οικοδομήσει συμμαχίες μέσω του DiEM25, με στόχο τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019 με το όνομα Ευρωπαϊκή Άνοιξη. 5  Στο επίκεντρο του προγράμματός  του ήταν το σχέδιο: Μία Νέα Συμφωνία για την Ευρώπη (A New Deal for Europe)-  εμπνευσμένο από το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του  Φραγκλίνου Ρούσβελτ  για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη δεκαετία του 1930.6 

 

Το DiEM25, το οποίο ούτε αυτοπροσδιορίζεται ως κόμμα ούτε θεωρεί τον εαυτό του μέρος του  πολιτικού φάσματος δεξιάς-αριστεράς, επεδίωξε να δημιουργήσει συμμαχίες με μία ευρύτερη γκάμα οργανώσεων όπως το Αριστερό Μπλόκο της Πορτογαλίας και το Ποδέμος της Ισπανίας, μικρές και σχετικά νέες οργανώσεις . Αυτό, επίσης,  καταδεικνύει τον σκεπτικισμό που υπήρχε  απέναντι στον Βαρουφάκη από τα μεγαλύτερα παραδοσιακά  αριστερά κόμματα. 

 

Παρά το γεγονός ότι απέτυχε  η προσπάθειά  του, ο Γιάνης Βαρουφάκης κατέβηκε υποψήφιος για τις ευρωπαϊκές εκλογές στη Γερμανία, προκαλώντας  εκνευρισμό στο κόμμα της γερμανικής Αριστεράς/ Ντι Λίνκε. Το «DiEM25» δεν κατάφερε να κερδίσει έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις εκλογές του 2019. Ωστόσο, λίγο αργότερα, στις εθνικές εκλογές στην Ελλάδα, το ελληνικό τμήμα του κέρδισε εννέα έδρες στο κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένης μίας έδρας για τον ίδιο τον Βαρουφάκη.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πολιτική στην Ευρώπη αναδύονται έντονες βοναπαρτικές τάσεις – δηλαδή τάσεις ατόμων να βγουν στο προσκήνιο  και να χτίσουν κομματικές οργανώσεις ή κινήματα με στόχο να κερδίσουν πολιτικές θέσεις για τον εαυτό τους. Αυτό καταδεικνύει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την τρέχουσα βαθιά πολιτική κρίση σε όλο το πολιτικό φάσμα της Ευρώπης. Στα αριστερά, λοιπόν,  τόσο το DiEM25 του Βαρουφάκη όσο και η Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν σαφή βοναπαρτικά χαρακτηριστικά, με χαλαρές οργανώσεις που στερούνται δημοκρατικών δομών, βασίζονται στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, επικεντρώνονται κυρίως στις στρατηγικές των μέσων ενημέρωσης και έχουν παγιωμένους ηγέτες. Το Ποδέμος ελέγχεται επίσης περισσότερο από την ομάδα των ακαδημαϊκών από το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης-  που ξεκίνησε το κόμμα το 2014-  από όσο οι ηγέτες  είναι πρόθυμοι να παραδεχτούν. Τέλος, με την υποχώρηση της εσωτερικής δημοκρατίας (de-democratization)  που επήλθε  υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επίσης επιδείξει τάσεις προς την ίδια κατεύθυνση, αν και έχει μία πιο παραδοσιακή κομματική δομή.

 

Έντονη κριτική για την πολιτική της ΕΕ

Η σοσιαλδημοκρατία καθώς και τα κυρίαρχα τμήματα των ευρωπαϊκών συνδικαλιστικών κινημάτων υπήρξαν σταθερά ενθουσιώδεις υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και ορισμένες πτυχές της πολιτικής της ΕΕ έχουν κατά καιρούς επικριθεί. Σε πολλές χώρες, ιδίως στη Σκανδιναβία, αλλά και στη Γαλλία (με το Κομμουνιστικό Κόμμα), τα αριστερά κόμματα αγωνίστηκαν κατά της ένταξης στην ΕΕ, όταν η απόφαση ήταν στο τραπέζι. Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το αίτημα αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση εξασθένησε .

 

Τι είναι αυτό που κάνει τη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο προβληματική και σχεδόν απρόβλεπτη για πολλά αριστερά κόμματα στην Ευρώπη; Ιστορικά, δύο παράγοντες διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο. Πρώτον, η ιδεολογική αφήγηση που συνόδευε την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας(ΕΟΚ), όπως ονομαζόταν τότε), η οποία συνίστατο σε δύο σημαντικούς στόχους: ότι η ΕΕ πρέπει να θέσει τα θεμέλια για διαρκή ειρήνη στην Ευρώπη και ότι αποτελεί εργαλείο κοινωνικής προόδου για τους πολίτες της. Μετά από δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους, οι οποίοι πυροδοτήθηκαν μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών, οι πολιτικές υποσχέσεις για ειρήνη ήταν πολύ ελκυστικές. Σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά έως την αριστερά, υποστήριξε, και εξακολουθεί να υποστηρίζει, αυτές τις προθέσεις. Επιπλέον, μέσω της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, οι περισσότεροι άνθρωποι θεώρησαν ότι η κοινωνική πρόοδος βρισκόταν ήδη στη διαδικασία υλοποίησης.

 

Το δεύτερο σημαντικό ιστορικό γεγονός ήταν η «βασιλεία» του Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία, από το 1981 έως το 1995. Ο Μιτεράν ξεκίνησε ένα ριζοσπαστικό, αριστερό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα που περιελάμβανε ευρεία εθνικοποίηση, οικονομική αναδιανομή και περαιτέρω πολιτικές παρεμβάσεις σε πολλούς τομείς. Αυτό θεωρήθηκε από πολλούς στο εργατικό κίνημα,  ως η αρχή της οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής Ευρώπης. Ωστόσο, μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Μιτεράν εγκαταλείφθηκε. Αποτελούν αντικείμενο συζήτησης  οι αιτίες αυτής της πολιτικής κατάρρευσης, καθώς και η δυνατότητα άσκησης άλλης πολιτικής. Και εδώ, συμπεριλήφθηκαν τα αιτήματα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής  Κοινότητας καθώς η Γαλλία είχε ήδη δεσμευτεί να ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Τότε, όπως και τώρα, αυτό δημιούργησε όρια στις πολιτικές που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν.

 

Στη συνέχεια, ο Μιτεράν  υπέκυψε στα αιτήματα της ΕΟΚ καθιστώντας την προεδρία του την τελευταία σοσιαλδημοκρατική προσπάθεια εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου προγράμματος σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη (με πιθανή εξαίρεση τη μεταγενέστερη αποτυχία του ταμείου μισθωτών στη Σουηδία τη δεκαετία του 1980). Με βάση την εμπειρία του, ο Μιτεράν, μαζί με τον υπουργό Οικονομικών Ζακ Ντελόρ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μέλλον μιας σοσιαλιστικής ή σοσιαλδημοκρατικής (κεϋνσιανής) πολιτικής έπρεπε να συνδεθεί με την ανάπτυξη της ΕΟΚ και όχι των εθνών-κρατών. Αυτή η πολιτική υιοθετήθηκε από τους Γάλλους σοσιαλιστές και από τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες  που εργάστηκαν για την ενίσχυση της οικονομικής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη. Αλλά όπως λέει ο κοινωνικός επιστήμονας Μάρτιν Χέπνερ του  Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ στην Κολωνία, «είναι μύθος να λέμε... ότι η «περισσότερη Ευρώπη» θα μας φέρει πιο κοντά σε μια κοινωνική Ευρώπη.»7

 

Αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση της ειρήνης και της κοινωνικής προόδου έχει χρησιμεύσει ως κυρίαρχη αφήγηση μέχρι σήμερα. Σταδιακά, όμως , τόσο οι Γάλλοι σοσιαλιστές όσο και άλλοι άρχισαν να αμφισβητούν το ευρωπαϊκό σχέδιο. Είδαν ότι οι οικονομίες προχώρησαν στην ενοποίηση και την απορρύθμιση- αλλά χωρίς να σημειώνεται  σημαντική πρόοδος σε αυτό που αποκαλούσαν  πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων. Ενώ ο δηλωμένος στόχος ήταν ο έλεγχος των δυνάμεων της αγοράς, μέσω της αυξημένης πολιτικής διακυβέρνησης και ρύθμισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι εξελίξεις στην περιοχή χαρακτηρίζονταν από αυξανόμενες δυνάμεις της αγοράς, ενώ η κοινωνική διάσταση ήταν μετά βίας ορατή.

 

Παραμένει ανοικτό το ερώτημα πώς οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί μπόρεσαν τόσο εύκολα να πιστέψουν ότι ένα υπερεθνικό οικοδόμημα, όπως η ΕΟΚ-που βασίζεται στις τέσσερις ελευθερίες (ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, αγαθών, υπηρεσιών και ανθρώπων), ως κύρια στοιχεία της ιδρυτικής συνθήκης της (Συνθήκη της Ρώμης του 1958) και με πλήρη έλλειψη δημοκρατικών δομών -  θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο για μια κοινωνική Ευρώπη. Ακόμη πιο μυστηριώδης είναι ο τρόπος με τον οποίο μπόρεσε να διατηρηθεί αυτή η πεποίθηση ακόμη και μετά την έγκριση της Ενιαίας Πράξης (η οποία καθιέρωσε την ενιαία αγορά της ΕΕ το 1986), της Συνθήκης του Μάαστριχτ (του 1992, η οποία οδήγησε σε περαιτέρω ολοκλήρωση και δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), τη Συνθήκη της Λισαβόνας (του 2007, μια συγκεκαλυμμένη εκδοχή του συντάγματος που απορρίφθηκε στα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες το 2005) και σε μια σειρά άλλων νεοφιλελεύθερων  νόμων , συμφωνιών και συνθηκών.

 

Δύο εξελίξεις είναι σημαντικές προκειμένου να κατανοήσουμε την αυξημένη κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τα αριστερά κόμματα τα τελευταία χρόνια. Η μία  είναι η ανάπτυξη των θεσμικών οργάνων και της πολιτικής της ΕΕ μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την επακόλουθη κρίση του ευρώ το 2009. Η άλλη είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης  ενάντια στην αριστερή κυβέρνηση τoυ ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα,  μετά τις εκλογές του 2015 .

 

Για να σωθούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές, και ίσως ακόμη και ο καπιταλισμός, από τη βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση του ευρώ, οι κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση έριξαν χρήματα σε ιδιωτικές τράπεζες. Αυτό οδήγησε σε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και μαζική αύξηση του δημόσιου χρέους σε πολλά κράτη μέλη. 

 

Με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ανά χείρας, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαίτησε την αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας, η οποία οδήγησε σε μαζικές περικοπές στους δημόσιους προϋπολογισμούς, σε μεγάλες περικοπές στους μισθούς του δημόσιου τομέα, σε εκρηκτική αύξηση της ανεργίας και σε εκτεταμένες επιθέσεις στα εργασιακά δικαιώματα, τις συντάξεις και τις συνθήκες εργασίας( αυτό ονομάζεται εσωτερική υποτίμηση-  μια κατάσταση όπου τα εθνικά κράτη της Ευρωζώνης δεν είχαν πλέον την ευκαιρία να υποτιμήσουν το νόμισμά τους). Οι πυλώνες κοινωνικών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν παραμερίστηκαν απλώς για άλλη μια φορά – δέχθηκαν μαζική επίθεση και  η αριστερή κριτική και η  δυσαρέσκεια του πληθυσμού αυξήθηκαν.

 

Η συμπεριφορά της Τρόικα απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε σε περαιτέρω κριτική από την αριστερά. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποίησε το μονοπώλιό της για να σταματήσει την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες,  προκειμένου να αναγκάσει την κυβέρνηση να γονατίσει,  κατέστησε σαφές πού βρίσκεται η εξουσία, πόσο βάναυσα μπορεί να επιβληθεί και πόσο ανίσχυρο μπορεί να είναι ένα (και μάλιστα μικρό) κράτος μέλος όταν αντιμετωπίζει μια τέτοια εξουσία. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα προφανώς δεν είχε ούτε την ικανότητα ούτε τη θέληση - ούτε είχε κάνει προετοιμασίες - να αντιμετωπίσει αυτήν την εξουσία με το μόνο ισχυρό εργαλείο της, την αποχώρηση από την ΟΝΕ και, συνεπώς, από το ευρώ, οδήγησε στη συνθηκολόγησή της.

 

Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να μεταρρυθμιστεί εκ των έσω;

Η  άμεση αντίδραση πολλών ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αλλάξει, και ότι αυτό πρέπει να επιτευχθεί μέσω του αγώνα από μια ενωμένη αριστερά στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως , άρχισαν να αναπτύσσονται νέες αντιφάσεις. Ορισμένοι από την αριστερά άρχισαν να θέτουν το αποφασιστικό ερώτημα: Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να μεταρρυθμιστεί εκ των έσω; Τι θα συμβεί εάν η αριστερά κερδίσει τις εκλογές στη χώρα μας και μας εμποδίσουν να εφαρμόσουμε την πολιτική μας; Η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση/Τρόικα συνέβαλε σημαντικά σε αυτή τη συζήτηση, όπου η αποχώρηση από το ευρώ ή ακόμα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Grexit)τέθηκε ως πιθανή στρατηγική.

 

Ο Βαρουφάκης είναι  ο  ισχυρός εκπρόσωπος της άποψης για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ των έσω. Το ιδρυτικό κείμενο του DiEM25, το οποίο συνέταξε μετά την αποχώρησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ, περιελάμβανε τα ακόλουθα τρία αιτήματα σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση: (1) άμεση, πλήρη διαφάνεια όσον αφορά το έργο όλων των κεντρικών θεσμικών οργάνων της ΕΕ· (2) την επιστροφή της ευθύνης για το δημόσιο χρέος, τον τραπεζικό τομέα, τις επενδύσεις, τη μετανάστευση και την πολιτική διανομής στα εθνικά κοινοβούλια εντός ενός έτους, η οποία πρέπει να γίνει μέσω των υφιστάμενων θεσμικών οργάνων με τη δημιουργική ερμηνεία των συμφώνων και των συνθηκών· και (3) τη σύσταση συνταγματικής συνέλευσης εντός δύο ετών, με στόχο τη μετατροπή της Ευρώπης σε πλήρη δημοκρατία με κυρίαρχο κοινοβούλιο που σέβεται την εθνική αυτονομία και μοιράζεται την εξουσία με τα εθνικά κοινοβούλια και τις περιφερειακές και τοπικά εκλεγμένες συνελεύσεις έως το 2025.8

 

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό   Jacobin, ο Βαρουφάκης είπε το εξής σχετικά με  τον στόχο τον δικό του και του DiEM25 να αλλάξουν την Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των έσω: «Είναι καθήκον μας να δείξουμε στους Ευρωπαίους ότι είναι απολύτως δυνατό (αν και, φυσικά, δεν είναι εύκολο) να αναλάβουμε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, να αναπροσαρμόσουμε εκ νέου τις πολιτικές και τις πρακτικές τους,   σύμφωνα με το όραμά μας  για το τι πρέπει να είναι η Ευρώπη και να ξεκινήσουμε τη συζήτηση σε επίπεδο βάσης για το είδος της δημοκρατικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που θέλουμε».9

 

Τίποτα λιγότερο από αυτό! Πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτό ακούγεται μάλλον αφελές, ειδικά όταν αυτή η πολιτική δεν υποστηρίζεται ούτε από αναλύσεις σχέσεων εξουσίας και δομών εξουσίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε από αναπτυγμένες στρατηγικές για το πώς μπορεί να καταπολεμηθεί στην πράξη - και από ποιον.

 

Ορισμένοι από την αριστερά απορρίπτουν ιδεολογικά οποιαδήποτε στρατηγική εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιστεύουν ότι η ΕΕ, ακόμη και η ΟΝΕ, αντιπροσωπεύουν μια ιστορικά προοδευτική εξέλιξη που έχει ξεπεράσει το έθνος-κράτος και, ως εκ τούτου, πρέπει να προστατευθεί. Η αποχώρηση από την ΟΝΕ ή η αποχώρηση από την ΕΕ θεωρείται σε αυτό το πλαίσιο όχι μόνο μάταιη, αλλά και επικίνδυνη κίνηση προς την ευθυγράμμιση με τις εθνικιστικές και αυταρχικές εξουσίες της ακροδεξιάς. Ισχυρίζονται ότι η ΕΕ πρέπει να προστατευτεί στο όνομα του διεθνισμού, ενώ πρέπει να καταδικαστεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Πολλοί υποστηρικτές αυτών των ιδεών είναι σοσιαλδημοκράτες, αν και έχουν δει ελάχιστα αποτελέσματα   από  την πάλη τους κατά του νεοφιλελευθερισμού. Πολλές από αυτές τις ιδέες συναντάμε  επίσης σε μεγάλα τμήματα της αριστεράς.

 

Ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ο οποίος εξελέγη στο ελληνικό κοινοβούλιο με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, απομακρύνθηκε από  το κόμμα και τον Τσίπρα μετά την παράδοσή τους στην Τρόικα, συμμετείχε έντονα στη συζήτηση. Για όσους βλέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένα σχέδιο διεθνοποίησης που πρέπει να υποστηριχθεί, λέει:

«Εκεί έγκειται το πρόβλημα με την αριστερά στην Ευρώπη σήμερα. Η προσήλωσή της στην ΕΕ, ως εγγενώς προοδευτική δύναμη,  την εμποδίζει να είναι ριζοσπαστική, και μάλιστα την ενσωματώνει στις νεοφιλελεύθερες δομές του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Η αριστερά αποκόπτεται ολοένα και περισσότερο από την ιστορική εκλογική της βάση, τους εργαζόμενους και τους φτωχούς της Ευρώπης, οι οποίοι φυσικά αναζήτησαν την πολιτική φωνή τους αλλού... Αναπόφευκτα, το κενό που δημιούργησε η αριστερά καλύπτεται σταδιακά  από ορισμένες από τις χειρότερες πολιτικές δυνάμεις στην ευρωπαϊκή ιστορία, συμπεριλαμβανομένης της άκρας δεξιάς.»10

 

Ο Λαπαβίτσας καθώς και άλλοι αριστεροί βλέπουν τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο στην εφαρμογή ενός προοδευτικού αριστερού προγράμματος, κυρίως υπό το φως της ελληνικής εμπειρίας. Ισχυρίζονται ότι τόσο η ΕΕ όσο και η ΟΝΕ θέτουν εκτεταμένα διαρθρωτικά και θεσμικά προβλήματα. 

Σε ένα προηγούμενο άρθρο επισημάνθηκαν  έξι τέτοια εμπόδια :

Δημοκρατικό έλλειμμα, το οποίο έχει αυξηθεί αντί να μειωθεί τα τελευταία χρόνια.

Συνταγματικός νεοφιλελευθερισμός, που καθιστά τον σοσιαλισμό και τον κεϋνσιανισμό παράνομο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μη αναστρέψιμη νομοθεσία, όπου απαιτείται 100% συμφωνία για την τροποποίηση μιας συνθήκης.

Το ευρώ ως οικονομικός ζουρλομανδύας, με μια κεντρική τράπεζα που βρίσκεται εκτός δημοκρατικού ελέγχου.

Άνιση ανάπτυξη μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη συντονισμένη αντίσταση.

Ο διευρυμένος ρόλος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με ενδεικτικό παράδειγμα το λεγόμενο «κουαρτέτο Λαβάλ» (το 2007 και το 2008, το δικαστήριο εξέδωσε τέσσερις σημαντικές αποφάσεις που αποδυνάμωσαν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα).11

 

Και τώρα μπορούμε να προσθέσουμε: ένα ολοκληρωμένο σύστημα οικονομικών κυρώσεων για τυχόν παραβιάσεις των Συνθηκών, αν και οι πιθανές κυρώσεις που περιλαμβάνονται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης έχουν ανασταλεί προσωρινά κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19.

 

Σχέδιο Β: Ακύρωση  των Συνθηκών 

Παρ’ όλα αυτά , ο  αγώνας για μεταρρυθμίσεις - για να μην πω επανάσταση στην  Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των έσω- εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη θέση του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς, τουλάχιστον στην πράξη, ως ο τρόπος δημιουργίας μιας άλλης Ευρώπης. Μια άλλη θέση διαμορφώθηκε  σταδιακά γύρω από αυτό που ονομάζεται Σχέδιο Β, το οποίο ξεκίνησε ο Μελανσόν . Αυτή η στρατηγική ποικίλει κάπως, από τότε που ξεκίνησε,  τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η πρόταση αναπτύχθηκε με βάση την εμπειρία της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα,  με στόχο να αποτραπεί το ενδεχόμενο να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

 

Η πολιτική πρόταση έχει δύο βασικά στοιχεία: Πρώτον, την ανάπτυξη ενός σαφούς σχεδίου δράσης για την αντιμετώπιση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, σε περίπτωση νίκης της αριστεράς σε ένα κράτος μέλος. Δεύτερον, την οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας κομμάτων, κινημάτων και οικονομολόγων που θα μπορούσαν να αναπτύξουν μια κοινή στρατηγική για την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής - μία στρατηγική που θα ένωνε μονομερείς διαπραγματεύσεις με πιθανή αποχώρηση από το ευρώ, καθώς και από τις Συνθήκες και άλλες συμφωνίες.

 

Το πρώτο από τα πολλά συνέδρια του Σχεδίου Β πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 2016, το οποίο διοργανώθηκε από τον Μελανσόν  μαζί με , μεταξύ άλλων, τον Βαρουφάκη, τον πρώην υπουργό Οικονομικών της Ιταλίας Στέφανο Φασίνα, και τον πρώην σοσιαλδημοκράτη Γερμανό υπουργό Οικονομικών και μετέπειτα ηγέτη του Ντι Λίνκε, Όσκαρ Λαφονταίν. Ο Βαρουφάκης αποχώρησε από την πρωτοβουλία μετά την πρώτη συνάντηση, όταν ξεκίνησε το DiEM25 του – ακριβώς με στόχο τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ των έσω. Το Σχέδιο Β λειτούργησε ως ένα κάπως χαλαρό και ευέλικτο δίκτυο οργανώσεων, με διαφορετική συμμετοχή από συνέδριο σε συνέδριο. Στην αρχή, το συνέδριο ήταν ένα μείγμα ανθρώπων από αριστερά πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα και άλλες οργανώσεις. Σταδιακά, ωστόσο, μετατράπηκε  σε ένα πιο περιορισμένο δίκτυο αριστερών κομμάτων.

 

Εξακολουθεί να υπάρχει κάποια ασάφεια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει κατανοητή αυτή η πρωτοβουλία και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί εάν η πολιτική κατάσταση το καταστήσει απαραίτητο. Τα ακόλουθα σημεία, αν και δεν είναι αναλυτικά , δίνουν μια εικόνα  για το τι είναι το Σχέδιο Β:

Επικεντρώνεται στο τι μπορεί και τι πρέπει να γίνει όταν η αριστερά θα έχει κερδίσει την κυβερνητική εξουσία σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και αρχίζει να εφαρμόζει πολιτικές σε αντίθεση με τους κανόνες και τους κανονισμούς της ΕΕ.

Προορίζεται να εφαρμοστεί σε περίπτωση απόρριψης του Σχεδίου Α. Ο τελευταίος είναι ο όρος για τις συνήθεις διαπραγματεύσεις με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, προκειμένου να συμφωνηθεί ποιες πολιτικές μπορούν να ακολουθηθούν στο πλαίσιο των Συνθηκών και των νόμων της ΕΕ.

Η ενεργοποίησή του θα σήμαινε ότι η αριστερή κυβέρνηση δεν αποδέχεται τους περιορισμούς που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά υποστηρίζει ανοιχτά και συνειδητά την παραβίαση των σχετικών Συνθηκών με σκοπό την εφαρμογή των δικών της οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο, κινητοποιώντας παράλληλα δυνάμεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την υποστήριξη μιας τέτοιας διαδικασίας.

 

Μερικές φορές, μπορεί κανείς να έχει την εντύπωση ότι το Σχέδιο Β προορίζεται κυρίως ως προειδοποιητική βολή ή ως μια τακτική συμβολή για τις διαπραγματεύσεις του Σχεδίου Α. Ίσως ο Μελανσόν πιστεύει ότι η Γαλλία είναι αρκετά μεγάλη και σημαντική ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόσει πολιτικές κατά παράβαση των κανονισμών της ΕΕ μόνο με απειλές. Αν ναι, είναι πολύ πιθανό να υποτιμήσει τις τεράστιες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις  τις οποίες θα αντιμετωπίσει μια αριστερή κυβέρνηση, ακόμη και στη Γαλλία. 

 

Οι καπιταλιστικές δυνάμεις έχουν κερδίσει τεράστιες θέσεις και θεσμική εξουσία μέσα από δεκαετίες νεοφιλελεύθερης επίθεσης και την καθιέρωση ενός ολοένα και πιο αυταρχικού, υπερεθνικού, νεοφιλελεύθερου κρατικού σχηματισμού μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές οι δυνάμεις δεν είναι πρόθυμες να τα παρατήσουν χωρίς να πολεμήσουν.

 

Η έλλειψη αναλυτικής και στρατηγικής αξιολόγησης αυτών των σχέσεων εξουσίας αποτελεί αδυναμία του Σχεδίου Β, το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα πλήρους αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση εάν εφαρμοστεί μια τέτοια στρατηγική. Συνεπώς, μια κυβέρνηση που επιλέγει να κάνει ένα τέτοιο βήμα πρέπει να είναι έτοιμη να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της  ένταξής της  τόσο στην ΟΝΕ όσο και στην ΕΕ. Κυρίως επειδή η ΕΕ, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση του ευρώ, έχει εφαρμόσει μια σειρά συμφώνων και κανονισμών που ενισχύουν σημαντικά τις απαιτήσεις της για τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων εκτεταμένων κυρώσεων για τυχόν παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, το Ευρωπαϊκό  Σχέδιο Β θα πρέπει να γίνει πολύ πιο συγκεκριμένο και απαιτητικό , καθώς και πιο γνωστό μεταξύ των ανθρώπων, ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική κινητοποίηση.

 

Το ερώτημα, επίσης,   είναι πόσο βαθιά ριζωμένη είναι  η υποστήριξη του Σχεδίου Β, στο εσωτερικό των κομμάτων . Για ορισμένα κόμματα, που είναι μακριά από την κυβερνητική εξουσία, φαίνεται να αποτελεί μόνο ένα θεωρητικό μοντέλο. Για άλλους, υπάρχουν αποκλίσεις στο ζήτημα της ΕΕ, κάτι που καταδείχτηκε στη διάσκεψη του Σχεδίου Β στη Στοκχόλμη, τον Απρίλιο του 2019,όπου εκπρόσωποι του μικρού πολωνικού αριστερού κόμματος Ράζεμ  (Razem), του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος και του Ιρλανδικού Σιν Φέιν  αναδείχθηκαν ως αφοσιωμένοι υποστηρικτές της ΕΕ. Οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη συζήτησαν αρκετές από τις πολιτικές προκλήσεις στην Ευρώπη, αλλά η ίδια η στρατηγική του Σχεδίου Β, παραδόξως, δεν ήταν σημαντικό θέμα, αν και η κριτική του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν εκτεταμένη.12

 

«Τροφή για ρατσιστές και εθνικιστές»

Ενώ η αριστερά έχει οξύνει την κριτική της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και ορισμένα κόμματα συμφωνούν ολόψυχα ότι η παραβίαση των Συνθηκών της ΕΕ μπορεί να είναι απαραίτητη σε ορισμένες περιπτώσεις, μια άλλη πολιτική θέση  δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αρκετοί αριστεροί πολιτικοί και ακτιβιστές, οι οποίοι αρχικά ήταν πολύ επικριτικοί απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμετώπισαν προβλήματα με την κριτική στάση τους στην ΕΕ, λόγω της αυξανόμενης εχθρότητας της άκρας δεξιάς προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αισθητό κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για την  έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit). 

 

Ενώ η εκστρατεία ήταν σε εξέλιξη, πριν από το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, συνάντησα αρκετούς αριστερούς που κανονικά θα είχαν αγωνιστεί και θα ψήφιζαν υπέρ της αποχώρησης του  Ηνωμένου Βασίλειου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά δεν το έκαναν επειδή δεν ήθελαν « να δώσουν τροφή σε  ρατσιστές και εθνικιστές». Το επιχείρημα ήταν ότι τα κόμματα και τα κινήματα της άκρας δεξιάς ήταν οι κινητήριες δυνάμεις στην εκστρατεία για το Brexit, και έτσι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και ο δεξιός εθνικισμός ήταν οι κυρίαρχες θέσεις.

 

Αυτός ο φόβος της άτυπης συνεργασίας με την ακροδεξιά,  λόγω της σύμπτωσης θέσεων ως προς την έξοδο από την  ΕΕ, είχε εκδηλωθεί σε τμήματα της ευρωπαϊκής αριστεράς πριν από την εκστρατεία του Brexit. Συμμετείχα σε συναντήσεις και συνέδρια σε διάφορα αριστερά δίκτυα και οργανώσεις στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια και αντιμετώπισα συχνά αυτόν το φόβο. Εκτός από το ότι ανησυχούν για την ταύτισή τους με τους ρατσιστές και εθνικιστές, ορισμένοι πιστεύουν επίσης ότι οποιαδήποτε έξοδος ή κατακερματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ενίσχυε μόνο αυτές τις δεξιές δυνάμεις, τις οποίες η ιστορία έχει δείξει ότι αποτελούν  έναν επικίνδυνο μείγμα στην Ευρώπη. Επομένως, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αλλάξει εκ των έσω μέσω των  κοινωνικών αγώνων.

 

Το Σουηδικό Αριστερό Κόμμα είναι ένα πρόσφατο παράδειγμα για το πώς αυτά τα επιχειρήματα κερδίζουν έδαφος στην αριστερά στην Ευρώπη. Από τη μία πλευρά, το κόμμα αποτελεί μέρος του δικτύου του Σχεδίου Β, από την άλλη, σε συνέδριο τον Φεβρουάριο του 2019, αποφάσισε να παρεκκλίνει από την προηγούμενη θέση του- ότι η Σουηδία θα αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια συνέντευξή του , ο επικεφαλής του κόμματος  Γιόνας Σιέστεντ (Jonas Sjöstedt) έδωσε τρεις λόγους για την αλλαγή αυτή:13 

Πρώτον, η πολιτική πραγματικότητα έχει αλλάξει σημαντικά, κυρίως λόγω της οξείας κλιματικής κρίσης, αλλά και λόγω της ανόδου του δεξιού εξτρεμισμού. 

Δεύτερον, το Αριστερό Κόμμα «δεν θα σταθεί στην ίδια πλευρά με τους ρατσιστές και τους εθνικιστές» – αναφερόμενος στην εκστρατεία για το Brexit. 

Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει γίνει πιο επικριτική προς την ΕΕ, επομένως το Αριστερό Κόμμα έχει κερδίσει περισσότερους συμμάχους στο όραμά του για την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

 

Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να αντιμετωπίσει την σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση και να εργαστεί για μια καλύτερη. Δεν είναι σαφές, από την κάλυψη των μέσων μαζικής ενημέρωσης ή από τη συνέντευξη του Σιέστεντ εάν η αλλαγή  της πολιτικής θέσης για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν απλώς μια στιγμιαία τακτική απόφαση βασισμένη στη σημερινή κατάσταση ή αν προοριζόταν ως διαρκής θέση , βασισμένη σε αρχές και αλλαγή στρατηγικής . Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο θέσεων είναι τεράστια, καθώς βασίζονται σε εντελώς διαφορετικές εκτιμήσεις  για την δυνατότητα μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

 Υπάρχουν πολλοί τακτικοί λόγοι για να μην δοθεί προτεραιότητα σε ένα σύνθημα όπως: «Έξω από  την ΕΕ!» στη σημερινή κατάσταση στη Σουηδία. Σε ένα πλαίσιο , όμως, όπως αυτό στην Ελλάδα, όπου η αριστερά κερδίζει την κυβερνητική εξουσία, το ζήτημα γίνεται αποφασιστικής σημασίας. Τα αιτήματα αποχώρησης από το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον μόνο θεωρητικά, καθορίζουν τις δυνατότητες μιας αριστερής κυβέρνησης να εφαρμόσει την πολιτική της  ή να συνθηκολογήσει.

 

Ο Σιέστεντ ρωτήθηκε ευθέως: «Πιστεύετε ότι είναι μία καλή στρατηγική η αναίρεση ενός πολιτικού αιτήματος επειδή κάποιος με τον οποίο διαφωνείτε το συμμερίζεται;» Η απάντησή του εγείρει νέα ερωτήματα: «Πιστεύω ότι η προοδευτική κριτική της ΕΕ που κυριαρχεί στις σκανδιναβικές χώρες πρέπει να χαράξει μια ξεκάθαρη γραμμή κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού. Δεν είμαστε στην ίδια πλευρά με το Κόμμα Ανεξαρτησίας  Ηνωμένου Βασιλείου  [Ukip - ένα δεξιό λαϊκιστικό κόμμα του Ηνωμένου Βασιλείου που ιδρύθηκε πρωτίστως κατά  την εκστρατεία του Brexit]. Όχι από την ίδια πλευρά με τους ρατσιστές που επικρίνουν την ΕΕ. Υπάρχει άβυσσος που μας χωρίζει. Αυτό πρέπει να είναι σαφές.»14

 

Αυτή η πολιτική λογική δεν είναι εύκολα κατανοητή. Εάν υπάρχει άβυσσος ανάμεσα στην κριτική του Αριστερού Κόμματος για την  Ευρωπαϊκή Ένωση και την κριτική των ρατσιστών  και εθνικιστών, ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί λοιπόν το Αριστερό Κόμμα πρέπει να αλλάξει θέσεις της πολιτικής του για την ΕΕ, ώστε να «μην ταυτιστεί  με ρατσιστές και εθνικιστές»; Δεν θα ήταν σημαντικό το Αριστερό Κόμμα να προωθήσει την τεκμηριωμένη κριτική του προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις πολιτικές της, ακόμη και αν αυτό θα οδηγούσε σε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν είναι απαραίτητο προκειμένου να ακολουθήσει μια διαφορετική πολιτική;

 

Το γεγονός ότι η εκστρατεία για το Brexit κυριαρχήθηκε από μια εθνικιστική και ξενοφοβική ατζέντα, όπως επισημαίνει ο Σιέστεντ, παρέχει μια σταθερή βάση για να επικρίνουμε το Εργατικό Κόμμα, το Momentum (βρετανική αριστερή πολιτική οργάνωση που υποστηρίζει το Εργατικό Κόμμα) και το συνδικαλιστικό κίνημα για το γεγονός ότι δεν άσκησαν τη δική τους κριτική  τόσο προς την  ΕΕ όσο και την ακροδεξιά. Θα μπορούσαν να εισπράξουν τη δίκαιη  δυσαρέσκεια των πολιτών για  την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις πολιτικές της, να την πολιτικοποιήσουν και να την μετατρέψουν σε αγώνα κατά της ολοένα και πιο αυταρχικής και νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ωστόσο, μεγάλα τμήματα του Εργατικού Κόμματος και του  Momentum, και ακόμη περισσότερο του βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος, είναι ένθερμοι υποστηρικτές της ΕΕ. Με αυτόν τον τρόπο, στερήθηκαν την ευκαιρία να εκπροσωπήσουν το λαϊκό αίτημα των Βρετανών - να είναι η φωνή της τεράστιας λαϊκής δυσαρέσκειας που έχει νόμιμα χτιστεί κατά της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης όλα αυτά τα χρόνια. Με άλλα λόγια, έδωσαν στην ακροδεξιά το μονοπώλιο  για την  πιο επιθετική κριτική προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, και, ως εκ τούτου, μετέφεραν τον αγώνα στο δικό της πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που  η εκστρατεία για το Brexit χαρακτηρίστηκε από εθνικισμό και ξενοφοβία.

 

Ένα χαμηλό επίπεδο ταξικής πάλης

Οι πολιτικές εξελίξεις στην κοινωνία δεν μπορούν να εξεταστούν χωριστά από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Δεν είναι νέο το ότι η αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ευρώπη βρίσκονται σε κρίση, αν και οι συνθήκες ποικίλλουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Αυτό που σημάδεψε ιδιαίτερα τον ρόλο και το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτήν την κρίση ήταν η εξέλιξη από την κεϋνσιανή στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, πολιτικά και οικονομικά. Η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, και ο τρόπος με τον οποίο έγινε αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα στον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό έδωσε επίσης το πάνω χέρι στις καπιταλιστικές δυνάμεις στον αγώνα τους κατά του εργατικού κινήματος και φυσικά επηρέασε τα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη.

 

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση του ευρώ το 2007-2009, η αντιδραστική πολιτική λιτότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύθηκε παίρνοντας ολοένα και πιο αυταρχικές μορφές, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν με νέα νομοθεσία (όπως τα «έξι πακέτα», τα «δύο πακέτα», το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, και ούτω καθεξής) και έναν εξέχοντα ρόλο για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μέσω του «κουαρτέτου Laval». Έτσι, η διάλυση των κρατών πρόνοιας και η ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος έγιναν αναπόσπαστα μέρη των σύγχρονων θεσμικών οργάνων και της πολιτικής της ΕΕ, μακριά από την αφήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μέσου κοινωνικής προόδου.

 

Αυτό αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό το συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο έχασε το ήμισυ των μελών του στη Δυτική Ευρώπη, μεταξύ 1980 και 2015. Η μείωση ήταν μεγαλύτερη στον ιδιωτικό τομέα. Η αποβιομηχάνιση ή η μετεγκατάσταση βιομηχανικών επιχειρήσεων σε ασιατικές και άλλες χώρες χαμηλού κόστους (στρατηγική παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου) συνέβαλε περαιτέρω στην αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος σε περιοχές που ήταν παραδοσιακά  ισχυρότερο, πιο καλά οργανωμένο και μαχητικό. Επιπλέον, η αυξανόμενη ανεργία αποδυνάμωσε  τη διαπραγματευτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ τα συνδικαλιστικά δικαιώματα υπονομεύθηκαν από αλλαγές στην εργατική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών στα δικαιώματα διαπραγμάτευσης και του δικαιώματος στην απεργία.

 

Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ανατολάς και η δημιουργία μιας κοινής αγοράς εργασίας διαδραμάτισαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γιγαντιαίο μισθολογικό χάσμα που υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών της Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, καθώς και στο ποσοστό μαζικής ανεργίας, το οποίο έχει ανέλθει στο 30% στις χώρες που μαστίζονται περισσότερο από την κρίση (Ελλάδα, Ισπανία), όπου η ανεργία των νέων έχει αυξηθεί ακόμη και στο διπλάσιο. Αυτό έχει δώσει στους εργοδότες μεγάλο περιθώριο για να εκμεταλλευτούν τη μη συνδικαλισμένη εργασία, να δημιουργήσουν ανταγωνιστικούς εργαζόμενους  - ο ένας εναντίον του άλλου- και να προωθήσουν το κοινωνικό ντάμπινγκ και την ανομία στην αγορά εργασίας.

 

Σε αυτή την κατάσταση, βιώνουμε ένα συνδικαλιστικό κίνημα σε αμυντική και βαθιά πολιτική και ιδεολογική κρίση. Ειδικότερα, μεγάλα τμήματα των θεσμοθετημένων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποστασιοποιούνται ολοένα και περισσότερο από τα μέλη που θα έπρεπε να υπερασπίζονται. Εξακολουθούν να προσκολλώνται στον ιστορικό συμβιβασμό μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, ο οποίος αποτέλεσε την πολιτική βάση για τη μεταπολεμική περίοδο ανάπτυξης και ευημερίας, αλλά καταργήθηκε από τους εργοδότες καθώς η ισορροπία δυνάμεων έχει μετατοπιστεί προς όφελός τους.

 

 Συνεπώς, η βάναυση πολιτική λιτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερμηνεύεται ως εσφαλμένη πολιτική και όχι ως έκφραση αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων. Οπότε , το καθήκον είναι να πεισθούν οι κυβερνήσεις και οι εργοδότες, μέσω του κοινωνικού διαλόγου, ότι η τρέχουσα πολιτική είναι λανθασμένη και πρέπει να διορθωθεί,  αντί να  κινητοποιηθούν οι εργαζόμενοι  και να αγωνιστούν  για να αλλάξει η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων. 

 

Η πολιτική κρίση της αριστεράς πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων της ταξικής πάλης – με ένα συνδικαλιστικό κίνημα που είναι βαθιά ριζωμένο σε μια ιδεολογία κοινωνικής συνεργασίας και με χαμηλό επίπεδο αγώνων. Συνεπώς, είναι κατανοητό ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη πίεση στα αριστερά κόμματα από τα έξω και έτσι  κινδυνεύουν να ενσωματωθούν ακόμη περισσότερο στον πολιτικό-διοικητικό μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες.

 

Η ευρωπαϊκή αριστερά: Μία διάγνωση

Όπως είδαμε, η αριστερά στην Ευρώπη αποτελείται από μία ποικιλόμορφη ομάδα οργανώσεων. Το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου αιώνα κυριάρχησαν  ουσιαστικά δύο πολιτικά ρεύματα στο εργατικό κίνημα: ο κομμουνισμός και η σοσιαλδημοκρατία. Με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και την κατάρρευση του ταξικού συμβιβασμού στη Δυτική Ευρώπη, και τα δύο αυτά ρεύματα φαίνεται να έχουν φτάσει στο τέλος τους. Τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη, από τα πιο φιλικά προς τη Μόσχα έως τις μεταρρυθμισμένες ευρωκομμουνιστικές παραλλαγές (όπως στην Ιταλία και την Ισπανία), σταδιακά διαλύθηκαν. Τα τελευταία χρόνια, έχουμε δει επίσης την κατάρρευση του ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος μετά το άλλο. Όσα εξακολουθούν να στέκονται όρθια, αν και έχουν μειωθεί, έχουν εγκαταλείψει λίγο πολύ την παραδοσιακή τους ιδεολογία ενώ υιοθέτησαν σε μεγάλο βαθμό μια ήπια νεοφιλελεύθερη πολιτική.

 

Αρκετά από τα σημερινά αριστερά κόμματα στην Ευρώπη είναι πιο πρόσφατα, συμπεριλαμβανομένων συγχωνεύσεων και ομαδοποιήσεων μεταξύ διαφόρων μικρών ομάδων και κομμάτων, αλλά δεν διατηρούν απαραίτητα ισχυρούς δεσμούς με τις προηγούμενες ιστορικές παραδόσεις. Τα  περισσότερα από αυτά είναι, από πολιτική άποψη, σχετικά μετριοπαθείς οργανώσεις που έχουν ελάχιστες  ρίζες στην εργατική τάξη, καθώς και στο συνδικαλιστικό κίνημα. Πολύ λίγα από αυτά τα κόμματα έχουν κάποια σωστά αναπτυγμένη σοσιαλιστική στρατηγική ή αναλύσεις των οικονομικών σχέσεων και των σχέσεων εξουσίας. Αντίθετα, έχουν μεγάλες σοσιαλφιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές τάσεις που συνεχώς διευρύνονται, καθώς τα παραδοσιακά κόμματα με αυτές τις ιδεολογίες έχουν γίνει όλο και πιο νεοφιλελεύθερα.

 

Με ορισμένες εξαιρέσεις, τα κόμματα έχουν έντονο κοινοβουλευτικό προσανατολισμό, και επικεντρώνονται  σε περιορισμένο αριθμό δημοφιλών μεμονωμένων ζητημάτων για τα οποία απαιτείται  η προσοχή των μέσων ενημέρωσης, ενώ η ικανότητα κινητοποίησης της κοινωνικής βάσης είναι αδύναμη. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε στη  Γκραμσιανή στιγμή, όπου το παλιό  πεθαίνει  και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί .

 

Ο  Βόλφγκανγκ Στρεκ, Γερμανός καθηγητής κοινωνιολογίας, διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ και πρώην σοσιαλδημοκράτης, περιγράφει την αδυναμία της αριστεράς και την περαιτέρω μείωση της στις περσινές εκλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

 

«Πρόκειται, λοιπόν, για εποχή  ταχείας αλλαγής πολιτικών πεποιθήσεων. Πότε όμως θα έπρεπε η αριστερά να αναμένει να σημειώσει εκλογική πρόοδο μεταξύ των ευρωπαίων εργαζομένων και των ρεφορμιστικών τμημάτων της μεσαίας τάξης, αν όχι τώρα; Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εξηγήσουμε την καταστροφική αποτυχία της αριστεράς να το επιτύχει... Ο πρώτος και βασικότερος λόγος είναι η φαινομενικά πλήρης απουσία μιας ρεαλιστικής αντικαπιταλιστικής, ή τουλάχιστον αντι-νεοφιλελεύθερης, αριστερής πολιτικής στρατηγικής που σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν υπάρχει καν συζήτηση για  το κρίσιμο ζήτημα του κατά πόσον η ΕΕ μπορεί να αποτελέσει όχημα για αντικαπιταλιστική πολιτική.»15

 

Ο στόχος πολλών ευρωπαϊκών αριστερών κομμάτων είναι να μπουν στην κυβέρνηση, συνήθως ως εταίροι μιας συμμαχίας με ένα μεγαλύτερο και κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των αριστερών κομμάτων που το έχουν δοκιμάσει αυτό –στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Νορβηγία και τη Δανία– η εμπειρία ήταν από αρνητική έως καταστροφική.16 Παρ' όλα αυτά, φαίνεται ότι, είτε βρίσκονταν σε τέτοιες κυβερνήσεις είτε όχι, τα περισσότερα αριστερά κόμματα –όπως τα γερμανικά και τα ολλανδικά, καθώς και τα σκανδιναβικά αριστερά κόμματα (με εξαίρεση την Κοκκινο-Πράσινη Συμμαχία ) εξακολουθούν να έχουν αυτή τη φιλοδοξία. Οι Ισπανοί Ποδέμος, οι οποίοι σχηματίστηκαν το 2014 ως ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί και σε αντίθεση με την ελίτ και την πολιτική κάστα (όπως την ονόμασαν), μπήκαν σε συνασπισμό με το αριστερό κόμμα Ενωμένη Αριστερά ευθυγραμμίζοντας την πολιτική τους και προσχωρώντας σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

 

Αυτή η πολιτική αυτοκτονία είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή, ιδίως όταν διαπιστώνουμε ότι τα αριστερά κόμματα που δεν μπαίνουν σε τέτοιες κυβερνήσεις, αλλά περιορίζονται στην παροχή κριτικής υποστήριξης σε μια σοσιαλδημοκρατική και όχι σε μια κυβέρνηση διαφόρων δεξιών κομμάτων, τα πάνε πολύ καλύτερα. Αυτά τα κόμματα έχουν δείξει ότι έχουν μια πολύ καλύτερη ευκαιρία να προωθήσουν τις δικές τους πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της ευκαιρίας να κινητοποιήσουν κόσμο από τη βάση παρά να θέσουν σε κίνδυνο τις πολιτικές τους στα κοινοβουλευτικά παρασκήνια. Η Σουηδή ιστορικός, αρθρογράφος και συγγραφέας Åsa Linderborg αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα σε ένα άρθρο της  σχετικά με την ανάπτυξη του Αριστερού Κόμματος στη Σουηδία:

«Δεν είναι εύκολο να συνοψίσουμε το έργο του Αριστερού Κόμματος. Είναι το μόνο κόμμα που ασκεί αντικαπιταλιστική κριτική, αλλά εδώ και 25 χρόνια «παλεύει» να αποκτήσει νομιμότητα ως συνεργάτης των Σοσιαλδημοκρατών. Εδώ και χρόνια, το κόμμα στηρίζει ένα δεξιό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το οποίο μείωσε τους φόρους και αποδυνάμωσε  την πολιτική αναδιανομής. Ψήφισαν υπέρ των δημοσιονομικών κανόνων που θέτουν σε κίνδυνο τη σουηδική οικονομία. Το αποτέλεσμα ήταν βαθύτερες ταξικές ανισότητες και ακραία συγκέντρωση πλούτου. Έτσι υπονομεύεται η ευημερία και η δημοκρατία.»17

Είναι πολλά τα ζητήματα που καταδεικνύουν ότι οι σχέσεις πολλών αριστερών κομμάτων με την Ευρωπαϊκή Ένωση στερούνται συνέπειας. Για παράδειγμα, όλο και περισσότερα κόμματα της αριστεράς υποστηρίζουν τη στρατηγική του Σχεδίου Β, η οποία είναι τόσο απαιτητική όσο και συγκρουσιακή. Ταυτόχρονα, δύσκολα συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτής της στρατηγικής, αλλά ακολουθούν μια πολιτική στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε εθνικό επίπεδο που δεν αντικατοπτρίζει μια τέτοια πολιτική αντιπαράθεσης, αλλά η οποία, ακούσια ή όχι, αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ των έσω.

 

Το να είμαστε υπέρ της παραβίασης των Συνθηκών της ΕΕ σε ορισμένες  καταστάσεις δεν σημαίνει ότι συνολικά η απαίτηση «Ρήξη με τη Συνθήκη!» πρέπει να είναι το πρωταρχικό αίτημα των πολιτικών αριστερών κομμάτων ανά πάσα στιγμή. Πρόκειται για ζήτημα στρατηγικής και τακτικής. Μια κινητοποίηση για την ενίσχυση των αριστερών δυνάμεων πρέπει, ως αφετηρία, να βασίζεται σε μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών σχέσεων εξουσίας στην κοινωνία. Όταν εντείνεται η ταξική πάλη, κάθε αριστερό κόμμα μπορεί να βρεθεί στη θέση του  ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή απέναντι στα θεσμικά όργανα και τις  συνθήκες της ΕΕ που θέτουν τεράστια εμπόδια στην προοδευτική εξέλιξη. Η δυνατότητα ή η αναγκαιότητα εξόδου από το ευρώ, ή ακόμη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα προκύψει είτε μας αρέσει είτε όχι. Η επιλογή θα είναι σκληρή: είτε θα εγκαταλείψουμε τον αγώνα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και θα παραμείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε θα έρθουμε σε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να συνεχίσουμε τον αγώνα. Η συνθηκολόγηση δεν είναι ο σωστός δρόμος για κανένα πραγματικά αριστερό κόμμα.

 

Φυσικά, η παραβίαση των συνθηκών της ΕΕ ή η έξοδος από το ευρώ, και ίσως ακόμη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ένας αγώνας που  για να πετύχει απαιτεί μαζική κινητοποίηση από τα κάτω και αλληλεγγύη από το εξωτερικό. Για να γίνει αυτό, τόσο η οργάνωση του κόμματος όσο και τα μέλη, καθώς και οι εταίροι της συμμαχίας, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για έναν τέτοιο αγώνα. Δυστυχώς, δεν βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση σήμερα.

 

Τα προβλήματα της αριστεράς με την πολιτική της  ΕΕ θα αυξηθούν μόνο εάν τα κόμματα δεν θέλουν να ακολουθήσουν πολιτικές κατά της ΕΕ, φοβούμενοι ότι θα ταυτιστούν  με ρατσιστές και εθνικιστές.

Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Εάν η αριστερά στοχεύει πραγματικά να πλήξει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως το αυταρχικό, νεοφιλελεύθερο κέντρο εξουσίας που έχει γίνει, τότε η έξοδος θα πρέπει να είναι ένα σημαντικό και απαραίτητο εργαλείο πολιτικής. Δεν είναι τα κινήματα εξόδου που έχουν δημιουργήσει και ενισχύσει τα ακροδεξιά κόμματα από χώρα σε χώρα στην Ευρώπη, ούτε οδήγησαν  αυτά τα κόμματα στην κυβερνητική εξουσία στην Ιταλία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Δεν είναι η ριζοσπαστική κριτική απέναντι στην  Ευρωπαϊκή Ένωση από την Αριστερά που ευθύνεται για τον εθνικισμό και την ακροδεξιά, αλλά οι υφιστάμενες πολιτικές της ΕΕ που κατέστρεψαν τις ζωές εκατομμυρίων εργαζομένων, υποδαυλίζοντας την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και τα ολοένα αυξανόμενα συναισθήματα αδυναμίας των ανθρώπων.

 

Ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσει αυτή την κρίση  η αριστερά   είναι να αναπτύξει τον δικό της αγώνα και την δική της  κριτική ενάντια στην  αυταρχική, νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση προωθώντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη  και την αντιρατσιστική πολιτική απέναντι  στην κριτική της άκρας δεξιάς . Η ανάπτυξη μιας διεθνιστικής, αλληλέγγυας και ενωμένης Ευρώπης προϋποθέτει την ήττα της θεσμοθετημένης, αυταρχικής, νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία  θα αντικατασταθεί από μια ενωμένη Ευρώπη που θα αναπτυχθεί στη βάση της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της αυτοδιάθεσης.

 

Για να επιτευχθεί  αυτό , πρέπει να αναγνωριστεί η βαθιά πολιτική και ιδεολογική κρίση της αριστεράς στην Ευρώπη. Ο ρόλος και ο χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να μελετηθούν και να αναλυθούν, καθώς και να αναπτυχθεί μια πραγματικά αντικαπιταλιστική στρατηγική. Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Β θα είναι σημαντική για την υποστήριξη  και την περαιτέρω πρόοδο. Αυτό θα απαιτήσει αποσαφήνιση των αναλύσεων και των στρατηγικών, αλλά, σωστά ανεπτυγμένη, μια τέτοια διαδικασία μπορεί να συμβάλει στην απαραίτητη ριζοσπαστικοποίηση της ευρωπαϊκής αριστεράς.

 

Ασμπιόρν Βαλ (  Asbjørn Wahl, γεννήθηκε το 1951) είναι Νορβηγός σύμβουλος συνδικαλιστικών οργανώσεων, ερευνητής, ακτιβιστής  και συγγραφέας. Με μακρά πορεία στο συνδικαλιστικό κίνημα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο ήταν μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Επιτροπής Αστικών Μεταφορών της Διεθνούς Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Μεταφορές (ITF) και επικεφαλής  της ομάδας εργασίας της ITF για την κλιματική αλλαγή. Σήμερα είναι μέλος της Παγκόσμιας Συμβουλευτικής Ομάδας των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων για τη Δημοκρατία της Ενέργειας. Είναι συγγραφέας του βιβλίου  Άνοδος και Πτώση του Κράτους Πρόνοιας ,(«The Rise and Fall of the Welfare State», Pluto, 2011). Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στο  e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

 

Σημειώσεις

 A network of organizations active in the field of political education and critical scientific analysis, linked to the Party of the European Left. Find out more at transform-network.net.

 A comprehensive presentation of this position can be found in Costas Lapavitsas, The Left Case Against the EU (Cambridge: Polity, 2019).

 Walter Baier, “Far Right in Austria: We Are Living in Dangerous Times,” Europe Solidaire Sans Frontières, March 26, 2019.

 Catarina Martins, Jean-Luc Mélenchon, and Pablo Iglesias, “For a Citizen Revolution in Europe – Lisbon Declaration,” Now the People!, April 12, 2018.

 Yanis Varoufakis is a professor of political economy, former member of the Greek Parliament for Syriza, and acted as Minister of Finance in Alexis Tsipras’s government until it capitulated to the Troika after the referendum on EU austerity policy in July 2015. After breaking with Syriza and Tsipras, he launched the organization Democracy in Europe Movement 2025 (DiEM25).

 DiEM25, European New Deal (DiEM25, 2017).

 Martin Höpner, “Social Europe Is a Myth,” Social Europe, November 5, 2018.

 DiEM25, The EU Will Be Democratised. or It Will Disintegrate! (DiEM25, 2016), 6–7.

 Yanis Varoufakis, “How Should the Left Approach Europe? Interviewed, along Manuel Bompard, by Jacobin (France),” Yanis Varoufakis (blog), September 12, 2018.

 Lapavitsas, The Left Case Against the EU, 129–30.

 A more comprehensive presentation of this development can be found in Asbjørn Wahl, “European Labor: Politicaland Ideological Crisis in an Increasingly More Authoritarian European Union,” Monthly Review 65, no. 8 (January 2014): 36–57.

 “Plan B,” Vänsterpartiet, April 12, 2019.

 Ingrid Grønli Åm, “Vi stiller oss ikke på samme side som rasister og nasjonalister,” Morgenbladet, March 27, 2019.

 Grønli Åm, “Vi stiller oss ikke på samme side som rasister og nasjonalister.”

 Wolfgang Streeck, “Four Reasons the European Left Lost,” Jacobin, May 30, 2019.

 An analysis of this phenomenon can be found in Asbjørn Wahl, “To Be in Office, but Not in Power: Left Parties in the Squeeze between People’s Expectations and an Unfavourable Balance of Power,” in The Left in Government: Latin America and Europe Compared, ed. Birgit Daiber (Brussels: Rosa Luxemburg Foundation, 2010).

 Åsa Linderborg, “At Vänsterpartiet kalles «ekstremistisk» er både latterlig og provoserende,” Klassekampen, January 12, 2018.

 

Αναγνώστηκε 485 φορές

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.