ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ (1423)

Έτσι λοιπόν σε λίγα χρόνια ερχόμενοι από τα νησιά  με τα πλοίο της γραμμής  θα αντικρίζουμε τεράστιους ουρανοξύστες, πεντάστερα, εξάστερα και επτάστερα ξενοδοχεία που θα θυμίζουν Μαϊμαμι και Χαβάη. Υπερπολυτελείς κατοικίες,  τεράστια  Mall, καζίνο προδιαγραφών Λας Βέγκας και 3,5 χιλιόμετρα παραλίας, κλειστής για τους κοινούς θνητούς που θα την απολαμβάνει το γκέτο των πλουσίων οι οποίοι θα κατοικούν εκεί. 

Συντάκτης:

 

Εισήγηση που έγινε από τον Αντώνη Δραγανίγο, στην εκδήλωση του ΚΟΜΜΟΝ στις 23 Μάρτη με θέμα:

Η πραγματικότητα κάνει επίμονες ερωτήσεις, τι απαντάμε; (Η Αριστερά και οι πολιτικές εξελίξεις).

Συντάκτης:

 

Αντίθετα με το non-paper κυβέρνηση γίνεται ο απολογητής των τραπεζών, αναφέροντας αυτολεξεί ότι “Οι τράπεζες, μάλιστα, με βάση τους στόχους που τέθηκαν, σε συνεργασία με την ΤτΕ και τον ESM, προχωρούν σε γενναίες ρυθμίσεις δανείων “. Την ίδια στιγμή βέβαια αυτοδιαψεύδονται με την αναφορά στους 2000 πλειστηριασμούς που προωθούν οι τράπεζες μέχρι το τέλος του 2016 αλλά και το ότι η όποια προστασία τελειώνει το 2018».

 

Συντάκτης:

 


Η εισήγηση του Δημήτρη Μπελαντή στην εκδήλωση του ΚΟΜΜΟΝ που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 25 Μαΐου 2015.

 

Συντάκτης:

 

Κάποια κρυφά χαμόγελα επέστρεψαν στις φτωχογειτονιές μαζί με διστακτικές δόσεις εθνικής υπερηφάνειας για τον «τσαμπουκά του μικρού», μετά τις πρώτες δηλώσεις της νέας κυβέρνησης. Βαρύ το φορτίο των μνημονίων, πολλές οι συσσωρευμένες ήττες και τα μικρά φαντάζουν τόσο μεγάλα και δεν είναι αυτό καθόλου μικρό. Του Αχιλλέα Άγγια.

Συντάκτης:

 

Μια μάχιμη παρέμβαση κομμουνιστών με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Συντάκτης:

 

Αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ο στρατός την τεράστια χρησιμότητά του στην ανάπτυξη και τις καινοτομίες της καπιταλιστικής οικονομίας, το hot desking έχει πλέον εισβάλει ορμητικά και στην οργάνωση των χώρων εργασίας. 

Συντάκτης:

 

Κι ήταν και κείνα τα μεγάλα μάτια των παιδιών που της τρυπούσαν την καρδιά. Αλλά θα συνηθίσει.

 

 

Ολο χαρά ανέλαβε τα καθήκοντά της στο Νοσοκομείο Παίδων. Τραπεζοκόμος. Για τη Φιλιώ Κουραμέτζη, αυτό ήταν το θαύμα των Χριστουγέννων. Τη θέση τη χάρισε ο τοπικός βουλευτής στον πατέρα της,  χρέος από παλιούς καιρούς που χάνονταν στα χρόνια του εμφύλιου κι αυτός αναφώνησε όλο δουλικότητα «για τη Φιλιώ μου, ό,τι πρέπει για τη Φιλιώ μου, είναι άξια, μα κουτσαίνει λίγο, ποιος θα την πάρει».

 Δεν την πείραζε που ως  νεώτερη  έκανε τη βάρδια της Αγιας νύχτας.

Αλλωστε εκεί ήταν πιο ζεστά απ’ ό,τι στο σπίτι της. Το μικρό προσφυγικό έμπαζε από παντού.

 

Θ’ απέφευγε επίσης την εικόνα της μάνας της με κείνη τη μαραμένη κι ανώφελη θλίψη που θύμιζε δαρμένο σκυλί και τη ξινή μυρουδιά του πατέρα της που έμενε στον αέρα σα μπαγιάτικο, φτηνό κρασί.

Μόνο να συνηθίσει αυτή τη μυρωδιά του αντισηπτικού που τρύπωνε ύπουλα σε κάθε πόρο του κορμιού της, σε κάθε κλωστίτσα της φτηνής της ζακέτας.

 

Κι ήταν και κείνα τα μεγάλα μάτια των παιδιών που της τρυπούσαν την καρδιά. Αλλά θα συνηθίσει.

 

Το πρωί ήρθαν οι κυρίες του Φιλόπτωχου, με τα γάντια τους, τα καπέλα τους και το κόκκινο κραγιόν τους. Μοίρασαν κάτι φτηνοδωράκια , χαμογέλασαν τα κόκκινα δόντια επιθετικά και χάιδεψαν τα κουρεμένα κεφάλια. Εφεραν και κάτι μικρά μελομακάρονα, που τους έλειπε το μέλι.

Στήθηκαν πέντεξι προσκοπάκια κάτω από το δέντρο, τραγούδησαν τα κάλαντα, τους έσφιξε το χέρι ο κ. Διοικητής και έφυγαν.

Η μέρα ήταν μουντή, ψιλόβρεχε από το πρωί, το Κάστρο δίπλα έμοιαζε μουχλιασμένο και κάτω στο λιμάνι, η θάλασσα είχε πάρει το χρώμα τ’ ουρανού. Χρώμα βαρύ, μολυβένιο. Μόνο ένα φωτισμένο πλοίο σα να’ χε εισβάλει στην πόλη, να’ χε αφήσει το μόλο και   να κυλούσε στον κάθετο δρόμο που έφτανε στην μεγάλη πλατεία με τα σιντριβάνια και τους φτερωτούς λέοντες.

 

Κατά της έξι είχε βραδιάσει. Οι λαμπτήρες έριχναν ένα λερωμένο κίτρινο φως στ’ αποφάγια από το βραδινό γεύμα. Λίγη κοτόσουπα, υπολείμματα κρέμας, φλούδες μήλων, κουκούτσια. Να τα μαζέψει, να πλύνει, να φάει κι αυτή κάτι. Το δικαιούταν.

 

Ξαφνικά άκουσε κλάμα μωρού. Ετρεξε ακολουθώντας το μωρουδίστικο ήχο και έφτασε δίπλα απ’ την εξώπορτα. Εκεί που κατέληγε η τρύπα που λέγανε «βρεφοδόχο» οι παλιές νοσηλεύτριες.

 

Την πήραν τα κλάματα όταν έπιασε στα χέρια της το μικρούλι φτωχοντυμένο. «Θα συνηθίσεις» άκουσε την «παλιά» πίσω της . Γύρισε, της το’ δωσε και άνοιξε ενστικτώδικα  την εξώπορτα. Η βροχή νότιζε τη σκιά που χάθηκε τρέχοντας κι εμπόδισε τους χωροφύλακες να τρέξουν ξοπίσω της.

 

Εκλεισε την πόρτα και γύρισε στην κουζίνα της. Καλύτερα  να μην ξεδιαλύνεις ποτέ τις δυστυχίες των ανθρώπων. Εκτός κι αν έχεις κάτι να τους προσφέρεις, σκέφτηκε.

 

Εκείνη την ώρα το τραντζιστοράκι της μαγείρισσας, απόκτημα από τον γιό της το ναυτικό, όπως δίκαια περηφανευόταν, μετέδιδε τη βραδινή θεία λειτουργία της γέννησης του Θεανθρώπου.

Πενήντα χρόνια μετά, η  Φιλιώ Κουραμέτζη,  καθηλωμένη στην πολυθρόνα της, με το γαλαζωπό φως της τηλεόρασης να καλύπτει σεμεδάκια, μπιμπελό από μπομπονιέρες γάμων άλλων κοριτσιών και καδράκια κεντητά στους τοίχους, χαϊδεύει τα ρυάκια που τις χάρισε η φλεβίτιδα στα πόδια και τα σαράντα χρόνια του Νοσοκομείου Παίδων.

Από το γυαλί περνάνε πάλι τεράστια μάτια παιδιών, άρρωστων ή πεινασμένων.

 

Κάθε χρόνο, παραμονή Χριστουγέννων  η Φιλιώ Κουραμέτζη γιορτάζει τα γενέθλια του μικρού της φτωχοντυμένου.

Περιμένει τα κορίτσια του Δήμου να την φροντίσουν στοιχειωδώς, ενώ τα ρυάκια από τα μάτια της δε λένε να στεγνώσουν. Δε συνήθισε ποτέ.

 

                                                  

Συντάκτης:
Σελίδα 116 από 119

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.