A+ A A-

Σφήνα Μελανσόν στη δεξιά συναίνεση, του Αλέκου Αναγνωστάκη

 

Ο υποψήφιος της Αριστεράς, διακηρύσσει την ανάγκη για μια 6η Γαλλική Δημοκρατία και ανατρέπει τη μονοδιάστατη πρόσληψη της πραγματικότητας

 

 

Να τα μας πάλι…. Εκεί που μέχρι πρότινος όλα φαινόταν προβλέψιμα, εκεί που όλοι μίλαγαν για τη μονοτονία της επερχόμενης διαμάχης ανάμεσα στη συντηρητική Δεξιά και τη Λεπενική ακροδεξιά, «ξαφνικά», ένας παλιός μαχόμενος αριστερός εμφανίζεται στη σκηνή.

 

Απρόσμενα, απρόσκλητα, σπάει τη μονοτονία των τυπικών, καταγραφικών «αναλύσεων».

 

Ο 65χρονος Μελανσόν, ο παλιός τροτσκιστής, που ολοκλήρωσε την πρόσφατη ομιλία του στη Μασσαλία απαγγέλλοντας την Ειρήνη του Γιάννη Ρίτσου, αλλάζει τα δήθεν αυτονόητα.

 

Πριν λίγο καιρό με άλλους όρους και διαφορετικά ρούχα το φαινόμενο εμφανιζόταν με τον Μπέρνι Σάντερς στην καρδιά του καπιταλισμού, στις ΗΠΑ.

 

Τα αιτήματα, οι στόχοι που προβάλλονται και συγκινούν το κοινωνικό αυτό ρεύμα  είναι έξω από τις αντοχές και τα όρια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής λαίλαπας που προωθούν οι κυβερνήσεις στη Γαλλία, Ελλάδα,  ΗΠΑ και αλλού αλλά και εκτός των προδιαγραμμένων ορίων της πολιτικής που επαγγέλλονται κόμματα κομμουνιστικής ή και αντικαπιταλιστικής αναφοράς (με ορισμένα κοινά σημεία).

 

«Έχει υποσχεθεί ότι θα αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες κατά 250 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, θα μειώσει την εργάσιμη εβδομάδα από 35 σε 32 ώρες και θα φορολογήσει δραστικά κάθε εισόδημα που είναι 20 φορές μεγαλύτερο από το μέσο εισόδημα. Στην εξωτερική πολιτική, θέλει να επαναδιαπραγματευθεί από μηδενική βάση τη σχέση της χώρας με την ΕΕ. Αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, αν η Μέρκελ και οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιταχθούν στη ριζοσπαστική αλλαγή πορείας της χώρας», σημειώνουν με φρίκη οι Financial Times,   «τότε θα είναι “στην κρίση του γαλλικού λαού” να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην Ένωση»! «H οικολογία και ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους», διακηρύσσει.

 

Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, η τοποθέτησή του κατά του ΝΑΤΟ και κατά της πρόσδεσης της Γαλλίας σε ευρωατλαντικές πολιτικές βγάζει περιπαιχτικά τη γλώσσα στις τελευταίες δηλώσεις του Τραμπ που ορκίζεται ξανά πίστη στο ΝΑΤΟ.

 

Οι θέσεις του αυτές τον παρουσιάζουν περισσότερο απέναντι ως προς τη γαλλική «συστημική πολιτική».

 

Ωστόσο ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν αυτοχαρακτηρίζεται ως Σοσιαλδημοκράτης. Υιοθετεί τις προτάσεις των συνδικάτων για τις εργασιακές σχέσεις και τις συντάξεις και προβάλλει συνολικά το αίτημα για μια νεοκεϋνσιανή πολιτική που θα τόνωνε τη ζήτηση, την απασχόληση και την ανάπτυξη.

 

Επιθυμεί την υποτίμηση του ευρώ για να αυξήσει την εμπορική ανταγωνιστικότητα. Έχει δεσμευθεί να τερματίσει την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (χωρίς ωστόσο να κάνει γνωστό πώς η περίφημη ανεξαρτησία της αποτελεί όρο του καταστατικού της, άρα δεν υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις) και να εγκαταλείψει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αντί για τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου προτείνει εναλλακτικές μορφές διακρατικής συνεργασίας.

 

«Εάν θέλετε την ειρήνη μη κάνετε λάθος στο ψηφοδέλτιο και εάν διαλέξετε έναν για τον πόλεμο, μην ξαφνιαστείτε εάν τελικά έλθει ο πόλεμος» δηλώνει με το κλαδί ελιάς στο χέρι.

 

 «Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται απευθυνόμενος στη Μεσόγειο, πώς έγινε και μετατράπηκες σε αυτό το νεκροταφείο;… Ανήκει σε μας το να πούμε ότι η μετανάστευση είναι πάντα μια αναγκαστική εξορία, μια μεγάλη ταλαιπωρία. Ήλθε ο καιρός να δοθεί ένα τέλος στους πολέμους που μαστίζουν τις χώρες του νότου» τόνισε κρατώντας ενός λεπτού σιγή για τους χιλιάδες μετανάστες που πνίγηκαν.

 

«Έλληνες», σημειώνει στις ομιλίες του,  «εάν εμείς οι Γάλλοι απελευθερωθούμε από τα δεσμά του χρήματος, να είστε βέβαιοι ότι θα έλθουμε να σας σώσουμε» προκαλώντας μια ενθουσιώδη αντίδραση από το πλήθος.

 

Φιλοδοξία του είναι η δημιουργία ενός συνδετικού κρίκου όλης της Αριστεράς  σε μια αντι-νεοφιλελεύθερη πολιτική, ακόμη και αντικαπιταλιστική, με  επιδίωξη  να κυβερνήσει για να μεταμορφώσει ριζικά την Γαλλία με την έννοια όμως της σταθερής προόδου και του γενικού συμφέροντος (δημοκρατική μεταρρύθμιση).

 

Ισπανόφωνος, αναφέρεται συχνά στα Νοτιοαμερικανικά παραδείγματα της Βολιβίας και της Βενεζουέλας και αναπτύσσει την αλληλεγγύη με τη Νότια Αμερική.

 

Το σύνθημα «για μια 6η Γαλλική Δημοκρατία, περισσότερο κοινοβουλευτική παρά προεδρική» συμπυκνώνει την προβολή ενός στόχου ριζοσπαστικής επαναθεμελίωσης της αυταρχικής και συντηρητικής πλέον γαλλικής δημοκρατίας, ενός ανεξίθρησκου, ισχυρού δημοκρατικού κράτους πρόνοιας.

.

Εργάτες και  νέοι επιστρέφουν

 

Η ίδια η ζωή του Ζαν-Λικ Μελανσόν είναι η εικόνα μιας υπαρκτής μαχόμενης Αριστεράς που έχει πάρει μεν διαζύγιο από τις «επαναστατικές χίμαιρες», είναι όμως παρούσα στους αγώνες για μια καλύτερη ζωή.

 

Γεννημένος στις 19 Αυγούστου 1951 στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, δούλεψε ως διορθωτής κειμένων, εργάτης ωρολογοποιίας, υπάλληλος σε πρατήριο καυσίμων, καθηγητής Γαλλικών σε τεχνικό λύκειο, δημοσιογράφος, σκιτσογράφος. Αναδείχθηκε σε  ηγετική φυσιογνωμία του γαλλικού Μάη του 1968 στο Μπεζανσόν. Μετά το Μάη έγινε δημοτικός σύμβουλος, γερουσιαστής, ευρωβουλευτής, υπουργός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στη κυβέρνηση συνεργασίας του Λιονέλ Ζοσπέν (2000-2002).

 

Υπήρξε μέλος της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος μέχρι το 2008. Είχε αντιταχθεί στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου - σε αντίθεση με την ηγεσία και την πλειοψηφία του κόμματός του.

 

Συνιδρυτής και συμπρόεδρος του Αριστερού Κόμματος (PG) από το 2009, υποψήφιος του Αριστερού Μετώπου στις προεδρικές εκλογές του 2012.

 

Η άνοδός του θα πρέπει να ιδωθεί και ως σύμπτωμα ενός συνολικότερου προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις τα τελευταία χρόνια. Έκφραση αυτού του συμπτώματος είναι η σχετική πολιτική κατάρρευση των σοσιαλιστών που συγκεφαλαιώθηκε στην πρωτοφανή απόφαση εν ενεργεία Προέδρου (Ολάντ) να μην επιδιώξει την επανεκλογή του.

 

Η άνοδος και τα όρια του προγράμματός του πρέπει να συνδεθούν επίσης και με την αδυναμία προώθησης μιας πολιτικής για το σήμερα και το αύριο της εργατικής τάξης και των μεσαίων πληττόμενων στρωμάτων από την Αριστερά της κομμουνιστικής στόχευσης και της επαναστατικής επαγγελίας.

 

Να σημειωθεί πως στη Γαλλία πλέον οι εργάτες δεν ψηφίζουν κυρίως ακροδεξιά αλλά και την α λα Μελανσόν Αριστερά.

 

Ως γνωστό το επιτυχημένο φλερτ της Λεπέν με την εργατική τάξη της Γαλλίας είχε ξεκινήσει από το 2009. Το 2012, το 33% των εργατών είχε ψηφίσει το ακροδεξιό κόμμα.

 

Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Ifop, στις εκλογές της Κυριακής 23 Απριλίου 2017, η Λεπέν παίρνει δημοσκοπικά το 44% των εργατικών ψήφων, ο  Ζαν - Λικ Μελανσόν παίρνει το 17%, ο Εμμανουέλ Μακρόν το 17%, ο Μπενουά Αμόν το 9% και ο Φρανσουά Φιγιόν το 7%.

 

Κατά κοινή όμως ομολογία ο Μελανσόν εμφανίζει την τελευταία εβδομάδα μια δυναμική και κερδίζει 7 μονάδες στους εργάτες, ενώ η Μαρίν Λεπέν χάνει δημοσκοπικά 4 μονάδες. Το γεγονός αυτό βρήκε την επιδοκιμασία του γραμματέα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Πιέρ Λορέν (το ΓΚΚ στηρίζει τον Μελανσόν).

 

Είναι σημαντικό επίσης το γεγονός ότι το στρώμα όπου ο Μελανσόν έχει τη μεγαλύτερη υποστήριξη είναι η νεολαία. Έρχεται πρώτος στις ηλικίες 18 έως 24, με 29%.

 

«Μαξιμιλιανός Ίλιτς Μελανσόν» είναι ο τίτλος κύριου άρθρου της Le Figaro όπου τον  συγκρίνουν με τον Ροβεσπιέρο, τον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Φιντέλ Κάστρο αναφερόμενοι στο «τρελό σχέδιο του Γάλλου Τσάβες».

 

Από τον Economist ως τη Liberation, ένας δεύτερος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών όπου θα μονομαχούν η Μαρίν Λε Πεν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, χαρακτηρίζεται ως  «εφιαλτική επιλογή».

 

Φυσικά, όπως συνέβη και στην Ελλάδα, τυχόν κυβέρνηση Μελανσόν θα δέχονταν ασφυκτικές πιέσεις από τους καπιταλιστές και τα όργανά τους (ιδιαίτερα την Κομισιόν και την ΕΚΤ) να υποχωρήσει σε όλα τα προγραμματικά της επίπεδα. Κι όταν φτάσει εκείνη η ώρα, της σύγκρουσης, πώς θα δώσει την μάχη ενάντια σε ΕΚΤ και ΕΕ από τη στιγμή που επέλεξε να μη θέσει το αίτημα της εξόδου και της ρήξης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, αλλάζοντας συνειδήσεις; Γιατί, αν το έθετε από τώρα θα έπειθε για την ανάγκη εξόδου, για το ασυμβίβαστο μεταξύ της ΕΕ και του προγράμματός του. Παραπέμποντας ωστόσο αυτό το αίτημα στις ελληνικές καλένδες δεν ναρκοθετεί από τώρα την υλοποίησή του, όπως έπραξε κι ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014;

 

Επιπλέον, η πικρή εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, για να μείνουμε μόνο στα πρόσφατα, υποδεικνύει ότι η υλοποίηση ενός τέτοιου ριζοσπαστικού προγράμματος δεν προϋποθέτει μόνο ψήφους. Κυρίως προϋποθέτει λαό οργανωμένο, με τα όργανα και τις διαδικασίες του, έτοιμο να συγκρουστεί. Ο Μελανσόν, ωστόσο δεν επένδυσε σε μια τέτοια δυναμική, την οποία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ακόμη κι ο Μπέρνι Σάντερς πολύ έγκαιρα διέγνωσε ως ανάγκη και υπηρέτησε.  

 

Άρα «άφησέ τον να ξεφτιλιστεί» θα σκεφτόταν κάποιος σε πρώτη ανάγνωση.

 

Αλλά αυτό που βλέπουν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που κοιτούν προς τον Μελανσόν είναι, όχι αυτή ή εκείνη αδυναμία στο πρόγραμμά του, αλλά κυρίως, με ένα λιγότερο ή περισσότερο ξεκάθαρο τρόπο, ένα πρόγραμμα που εκφράζει το θυμό τους και την απόρριψη ενός γερασμένου και παρηκμασμένου πολιτικού συστήματος. Κι ας κρατήσουμε εδώ ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα, ευφυώς διατυπωμένο μπορεί να βρει εκλογική απήχηση, αν λάβει υπ’ όψη τους κανόνες της επικοινωνίας…

 

Η Γαλλία βρίσκεται στον πυρήνα των χωρών της ΕΕ. Αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στην ευρωζώνη και μια από τις μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις στον κόσμο. Μία νίκη για έναν αριστερό υποψήφιο θα μπορούσε, υπό όρους, να έχει καταλυτική επίδραση σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην γειτονική Ιταλία που βρίσκεται ήδη σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Θα επιτάχυνε όλες τις φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ.

 

Γι’ αυτό μια τέτοια κατάσταση πρέπει να ματαιωθεί εν τη γενέσει της. Το τρομοκρατικό χτύπημα στα Ηλύσια Πεδία των Παρισίων αποτελεί αντικειμενικά δώρο στη Λεπέν, μέσο ανακοπής της δυναμικής του Μελανσόν.

 

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, είτε δεύτερος έρθει, είτε τρίτος ή τέταρτος, με τα ποσοστά που συγκεντρώνει ο Μελανσόν είναι πλέον ο μεγάλος κερδισμένος.

 

Το πώς θα μπορούσε να συνδέεται με αυτό το δυναμικό κοινωνικό ρεύμα η ανατρεπτική Αριστερά, η Αριστερά της επανάστασης και του κομμουνισμού του 21ου αιώνα, δίχως να διαχέεται σε αυτό αλλά και δίχως να το περιφρονεί ή να το τοποθετεί απέναντί της, είναι ένα αναπάντητο προς το παρόν ερώτημα.

 

Η μη απάντηση όμως επιδρά όχι μόνο στις εκλογές αλλά και στην κίνηση της γαλλικής κοινωνίας την επαύριο των εκλογών.

 

Banner για εσωτερικές σελίδες κάτω

ΝΕΑ

bananiotis 2014