Εισαγωγή
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών ανέφερε ότι περίπου 400 επιτυχόντες δεν προχώρησαν στην εγγραφή τους. Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς εγκατέλειψαν την προοπτική των σπουδών εξαιτίας του κόστους στέγασης. Το γεγονός, ωστόσο, αναδεικνύει ένα κρίσιμο κοινωνικό ερώτημα. Αρκεί η επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις όταν η οικογένεια αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τη διαβίωση σε άλλη πόλη;
Η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο την Πάτρα. Για έναν φοιτητή στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή άλλη πανεπιστημιακή πόλη, το ενοίκιο προστίθεται στους λογαριασμούς, στις μετακινήσεις και στις καθημερινές ανάγκες. Η στεγαστική πίεση είναι ήδη γενικευμένη. Το 2024 τα νοικοκυριά στην Ελλάδα διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για συνολικές στεγαστικές δαπάνες, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρόκειται μόνο για δυσκολία εξεύρεσης φθηνότερου διαμερίσματος, αλλά για άνιση δυνατότητα πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά.
Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού. Η δημόσια και τυπικά δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση προϋποθέτει όρους διαβίωσης που δεν εξασφαλίζονται εξίσου για όλους. Το ζήτημα της φοιτητικής κατοικίας μάς οδηγεί, συνεπώς, στο ευρύτερο ερώτημα ποιο κοινωνικό κράτος χρειάζεται μια κοινωνία στην οποία η στέγη αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως επενδυτικό προϊόν.
Από το κοινωνικό δικαίωμα στην εμπορευματοποίηση της κατοικίας
Η στέγη δεν είναι δευτερεύουσα παροχή του κοινωνικού κράτους. Αποτελεί υλική προϋπόθεση της εργασίας, της υγείας, της εκπαίδευσης και της φροντίδας. Στη μεταπολεμική Ευρώπη, η κατασκευή δημόσιων κατοικιών, οι στεγαστικοί συνεταιρισμοί και η ρύθμιση των μισθώσεων συνδέθηκαν με μια αντίληψη συλλογικής ευθύνης. Αργότερα ενισχύθηκαν πολιτικές που περιορίζουν την κρατική παρέμβαση στην επιλεκτική οικονομική ενίσχυση όσων δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις τιμές της ιδιωτικής αγοράς. Η διαφορά είναι ουσιαστική. Άλλο η δημόσια εγγύηση ενός κοινωνικού αγαθού και άλλο η επιδότηση της αγοράς του.
Στην Ελλάδα, η ιδιοκατοίκηση, η αντιπαροχή και η ενδοοικογενειακή μεταβίβαση περιουσίας στήριξαν επί δεκαετίες την πρόσβαση στη στέγη, χωρίς να συγκροτηθεί αντίστοιχα εκτεταμένος τομέας κοινωνικής κατοικίας. Δεν απουσίασαν, πάντως, οι δημόσιες παρεμβάσεις. Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας υπήρξε σημαντικός θεσμός εργατικής στεγαστικής προστασίας, προτού καταργηθεί το 2012. Έτσι, η ιστορική αδυναμία καθολικής δημόσιας στεγαστικής πολιτικής συνδυάστηκε με την αποδυνάμωση ήδη υπαρκτών εργαλείων.
Μετά τη δημοσιονομική κρίση, η συμπίεση των εισοδημάτων, η ιδιωτική υπερχρέωση, η τουριστικοποίηση και η επενδυτική αξιοποίηση ακινήτων αύξησαν την απόσταση ανάμεσα στη στεγαστική ανάγκη και στην οικονομική δυνατότητα ικανοποίησής της. Από μαρξική σκοπιά, η κατοικία συγκεντρώνει μια θεμελιώδη αντίφαση. Είναι αξία χρήσης, απαραίτητη για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, αλλά και εμπόρευμα από το οποίο μπορεί να αντλείται πρόσοδος. Το ενοίκιο απορροφά μέρος του μισθού και μεταφέρει εισόδημα προς την ιδιοκτησία. Η ταξική διάσταση δεν αφορά λοιπόν μόνο την τιμή της κατοικίας, αλλά και τον έλεγχο της γης, των κτιρίων και της προσόδου.
Η φοιτητική στέγαση ως υλικός όρος της εκπαιδευτικής ισότητας
Οι περιορισμένες θέσεις στις φοιτητικές εστίες στρέφουν μεγάλο μέρος των νέων στην ιδιωτική μίσθωση. Όσοι διαθέτουν οικογενειακή κατοικία στην πόλη σπουδών τους βρίσκονται σε διαφορετική θέση από όσους χρειάζεται να νοικιάσουν. Άλλοι αναγκάζονται να εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές, να μετακινούνται καθημερινά από μεγαλύτερες αποστάσεις ή να επιλέγουν σχολή με βάση το κόστος διαβίωσης και όχι το επιστημονικό τους ενδιαφέρον.
Η οικονομική ανισότητα δεν προηγείται απλώς της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, αλλά εξακολουθεί να καθορίζει τη δυνατότητα φοίτησης μετά την επιτυχία.
Γι’ αυτό η φοιτητική κατοικία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οργανικό μέρος της δημόσιας εκπαίδευσης. Η ανάπτυξη δημόσιων εστιών, η ανακαίνιση κατάλληλων κτιρίων και η δωρεάν στέγαση με κοινωνικά κριτήρια συνδέονται άμεσα με την ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών. Διαφορετικά, η τυπικά καθολική πρόσβαση στη γνώση περιορίζεται από ένα κρυφό εισοδηματικό φίλτρο.
Από τη διαχείριση της αγοράς στη σύγκρουση με τη γαιοπρόσοδο
Η στεγαστική κρίση δεν εξηγείται αποκλειστικά από την περιορισμένη προσφορά, αλλά και από την άνιση κατανομή της ιδιοκτησίας και την προτεραιότητα της απόδοσης του κεφαλαίου έναντι της κοινωνικής χρήσης. Οι επιδοτήσεις ενοικίου μπορούν να ανακουφίζουν άμεσα τους δικαιούχους. Όταν όμως οι διαθέσιμες κατοικίες δεν αυξάνονται και τα μισθώματα παραμένουν ανεξέλεγκτα, μέρος της ενίσχυσης ενδέχεται να απορροφηθεί από υψηλότερα ενοίκια. Τα επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια λειτουργούν διαφορετικά, καθώς μπορούν να ενισχύσουν τη ζήτηση και τις τιμές αγοράς. Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν συγκροτεί από μόνη της δημόσιο στεγαστικό απόθεμα.
Σε αυτή τη συνθήκη, το κράτος κινδυνεύει να κοινωνικοποιεί μέρος του κόστους της στεγαστικής κρίσης, αφήνοντας σημαντικό τμήμα του οικονομικού οφέλους στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Η ίδια λογική της επιλεκτικής επιδότησης έναντι καθολικών υποδομών εμφανίζεται, με διαφορετικούς μηχανισμούς, στην υγεία, στην εκπαίδευση και στη φροντίδα. Πρόκειται για διαμάχη σχετικά με τον προσανατολισμό του κοινωνικού κράτους και την κατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.
Η αναγκαία πολιτική διάκριση αφορά τη μικρή ιδιοκτησία και τις μεγάλες συγκεντρώσεις ακινήτων. Ο μικροϊδιοκτήτης που συμπληρώνει το εισόδημά του από ένα διαμέρισμα δεν ταυτίζεται με το επενδυτικό κεφάλαιο που διαχειρίζεται ολόκληρα χαρτοφυλάκια. Η στοχευμένη αντιμετώπιση της κερδοσκοπικής συγκέντρωσης επιτρέπει τόσο δικαιότερη κατανομή των βαρών όσο και τη συγκρότηση ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών.
Ένα μεταβατικό πρόγραμμα με κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο
Μια αριστερή στεγαστική πολιτική χρειάζεται δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Αφενός, άμεση προστασία των ενοικιαστών με ανώτατα όρια αύξησης και ρύθμιση των αρχικών μισθωμάτων ανά περιοχή, υποχρεωτική διαφάνεια στις συμβάσεις, μεγαλύτερη διάρκεια μίσθωσης και προστασία από καταχρηστικές εξώσεις. Αφετέρου, συγκρότηση μόνιμου δημόσιου στεγαστικού αποθέματος που θα μειώνει σταδιακά την εξάρτηση των εργαζομένων από την ιδιωτική αγορά. Ο έλεγχος των ενοικίων χρειάζεται να συνοδεύεται από έλεγχο εφαρμογής και μέτρα ώστε να αποφεύγονται η παράνομη υπομίσθωση και η απόσυρση κατοικιών από τη μακροχρόνια χρήση.
Κεντρικό εργαλείο αποτελεί ένας ενιαίος δημόσιος φορέας κατοικίας, με αποκεντρωμένη παρουσία και δυνατότητα απόκτησης γης, αγοράς και ανακαίνισης κτιρίων, παραγωγής νέων κατοικιών και μακροχρόνιας διαχείρισής τους. Οι δημόσιες και δημοτικές κατοικίες πρέπει να παραμένουν εκτός κερδοσκοπικής εκποίησης. Συνεταιριστικές και μη κερδοσκοπικές μορφές στέγασης μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, υπό όρους σταθερών κοινωνικών μισθωμάτων και δημόσιας λογοδοσίας. Η διεύρυνση της δημόσιας τεχνικής ικανότητας, οι συλλογικές συμβάσεις και ο έλεγχος του κατασκευαστικού κόστους είναι απαραίτητα για να μην εξαρτάται το πρόγραμμα αποκλειστικά από τους μεγάλους εργολάβους.
Η χρηματοδότηση πρέπει να προκύπτει από πολυετείς εγγεγραμμένες δημόσιες επενδύσεις, ανακατεύθυνση υφιστάμενων στεγαστικών ενισχύσεων όπου αποδεικνύονται αναποτελεσματικές και προοδευτική φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και των κερδοσκοπικά αδρανών χαρτοφυλακίων. Παράλληλα απαιτείται ισχυρότερη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε επιβαρυμένες περιοχές, καταγραφή κενών ακινήτων και δικαίωμα προτίμησης του Δημοσίου και των δήμων στην απόκτηση στρατηγικής σημασίας κτιρίων. Η ενεργοποίηση αδρανών κατοικιών χρειάζεται να διασφαλίζει αναλογικότητα και προστασία των δικαιωμάτων, με προτεραιότητα στη μεγάλη συγκέντρωση ιδιοκτησίας.
Για τον δημόσιο και κοινωνικό τομέα μπορεί να τεθεί ως πολιτικός στόχος η συνολική στεγαστική δαπάνη να μην ξεπερνά το 20% του διαθέσιμου εισοδήματος, με σαφή εισοδηματικά κριτήρια και δημοσιονομική πρόβλεψη. Για τους φοιτητές, χρειάζεται αυτοτελές πρόγραμμα δημόσιων εστιών και άμεση αξιοποίηση κατάλληλων κτιρίων στις πανεπιστημιακές πόλεις. Το ίδιο πλαίσιο πρέπει να προστατεύει χαμηλόμισθους, άνεργους, συνταξιούχους και νέα νοικοκυριά, χωρίς να περιορίζει τη δημόσια κατοικία σε έναν περιθωριακό μηχανισμό διαχείρισης της ακραίας φτώχειας.
Το άρθρο 21 του Συντάγματος προβλέπει ειδική κρατική φροντίδα για όσους στερούνται κατοικίας ή στεγάζονται ανεπαρκώς. Η συνταγματική αυτή αφετηρία δεν αντικαθιστά τις αναγκαίες νομοθετικές επιλογές, υπογραμμίζει όμως ότι η στεγαστική προστασία δεν είναι απλή παραχώρηση της αγοράς. Η κρίσιμη διαφορά ενός μεταβατικού προγράμματος βρίσκεται στο ότι συνδέει τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση με τη μακρόχρονη μεταβολή των σχέσεων ιδιοκτησίας, παραγωγής και ελέγχου της κατοικίας.
Πότε και με ποιους όρους μπορεί να εφαρμοστεί;
Η εφαρμογή ενός μεταβατικού στεγαστικού προγράμματος απαιτεί χρονική κλιμάκωση, εξασφαλισμένη δημόσια χρηματοδότηση και θεσμική δυνατότητα παρέμβασης στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Η αποτελεσματικότητά του δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των κοινωνικών δαπανών, αλλά και από τη δυνατότητα περιορισμού της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης της γης και της κατοικίας.
Στις πρώτες 100 ημέρες μιας ενδεχόμενης αριστερής διακυβέρνησης, προτεραιότητα θα αποτελούσαν η έκτακτη προστασία από υπερβολικές αυξήσεις ενοικίων και καταχρηστικές εξώσεις, η αναβάθμιση της υφιστάμενης ηλεκτρονικής καταγραφής μισθώσεων και ο περιορισμός των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές στεγαστικής πίεσης. Παράλληλα, θα ενεργοποιούνταν δημόσιο στεγαστικό ταμείο, με πόρους από τον κρατικό προϋπολογισμό και την προοδευτική φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ενώ θα ξεκινούσε η μίσθωση κατάλληλων κτιρίων για φοιτητική χρήση.
Κατά το πρώτο έτος, θα συγκροτούνταν ο ενιαίος δημόσιος φορέας κατοικίας και θα ολοκληρώνονταν η απογραφή διαθέσιμων ακινήτων, η χαρτογράφηση στεγαστικών αναγκών και ο σχεδιασμός των πρώτων δημόσιων επενδύσεων. Η προτεραιότητα θα δινόταν στην αξιοποίηση δημόσιας γης, στην απόκτηση στρατηγικών ακινήτων και στην ανακατεύθυνση πόρων από την επιδότηση της ιδιωτικής αγοράς προς τη δημιουργία μόνιμου κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος. Οι ποσοτικοί στόχοι θα καθορίζονταν βάσει τεχνικών μελετών, διαθέσιμων υποδομών και δεσμευμένων πιστώσεων.
Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, θα ξεκινούσε η συστηματική παράδοση ανακαινισμένων κατοικιών, η κατασκευή νέων συγκροτημάτων και η επέκταση των δημόσιων φοιτητικών εστιών. Η ενίσχυση των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών θα περιόριζε την εξάρτηση από εργολαβικά συμφέροντα, διασφαλίζοντας έλεγχο του κατασκευαστικού κόστους και συλλογικές εργασιακές εγγυήσεις. Τα κοινωνικά μισθώματα θα προσδιορίζονταν με εισοδηματικά κριτήρια, περιορίζοντας τη μεταφορά εργατικού εισοδήματος προς την ιδιοκτησία.
Σε πενταετή ορίζοντα, η αποτελεσματικότητα του προγράμματος θα κρινόταν από την αύξηση του δημόσιου αποθέματος, τη μείωση της στεγαστικής επιβάρυνσης και την κάλυψη των φοιτητικών αναγκών. Σε βάθος δεκαετίας, επιδίωξη θα ήταν η συγκρότηση ενός ισχυρού δημόσιου, δημοτικού και συνεταιριστικού τομέα, ικανού να επηρεάζει τη διαμόρφωση των μισθωμάτων και να περιορίζει την οικονομική ισχύ που απορρέει από τη συγκέντρωση ακίνητης περιουσίας.
Η εφαρμογή θα υπόκειτο σε εξαμηνιαίους δημόσιους απολογισμούς, με μετρήσιμους στόχους, διαφανή οικονομικά στοιχεία και συμμετοχή δήμων, συνδικάτων, ενώσεων ενοικιαστών και φοιτητικών συλλόγων. Το μεταβατικό περιεχόμενο του προγράμματος βρίσκεται στη σταδιακή μετατόπιση πόρων, ιδιοκτησίας και παραγωγικών δυνατοτήτων προς τον κοινωνικό έλεγχο, ώστε η πρόσβαση στην κατοικία να εξαρτάται ολοένα λιγότερο από την αγοραστική δύναμη και την ιδιωτική κερδοφορία.
Η επέκταση της δημόσιας κατοικίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως υπέρβαση των υφιστάμενων σχέσεων εξουσίας. Μπορεί να περιορίζει τις στεγαστικές ανισότητες, διατηρώντας παράλληλα ανέπαφους τους κυρίαρχους μηχανισμούς παραγωγής και ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου. Ο μεταβατικός χαρακτήρας μιας τέτοιας πολιτικής κρίνεται, επομένως, από το κατά πόσο η δημόσια παρέμβαση περιορίζει διαρκώς την εξουσία της μεγάλης ιδιοκτησίας, μεταφέρει παραγωγικές δυνατότητες σε κοινωνικά ελεγχόμενους θεσμούς και διευρύνει τη συλλογική δυνατότητα των εργαζομένων να καθορίζουν τους όρους πρόσβασης στη στέγη.
Συμπεράσματα
Η στεγαστική κρίση αποκαλύπτει ότι η πρόσβαση στη γνώση, στην εργασία και στην αξιοπρεπή διαβίωση καθορίζεται όλο και περισσότερο από την οικογενειακή περιουσία. Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στην καταγγελία των κυβερνητικών επιλογών ούτε στην εξαγγελία μέτρων για μια μελλοντική διακυβέρνηση. Η πολιτική πρόταση χρειάζεται να δοκιμάζεται από σήμερα στην κοινωνική σύγκρουση για τα ενοίκια, τις εξώσεις, τη δημόσια γη και τις φοιτητικές εστίες.
Συνεπώς, άμεσα καθήκοντα αποτελούν η οργάνωση ενώσεων ενοικιαστών, η σύνδεση εργατικών συνδικάτων με φοιτητικούς συλλόγους και τοπικά κινήματα, η συλλογική νομική προστασία απέναντι στις εξώσεις και η διεκδίκηση δεσμευτικών αποφάσεων σε δήμους, περιφέρειες και πανεπιστήμια. Χρειάζονται ακόμη δημόσια χαρτογράφηση κενών ακινήτων, κοινωνικός έλεγχος των δημοτικών περιουσιακών στοιχείων και επεξεργασμένες νομοθετικές προτάσεις που να μπορούν να κριθούν, να βελτιωθούν και να στηριχθούν συλλογικά.
Η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας αποκτά μετασχηματιστικό περιεχόμενο μόνο εφόσον προηγείται η διαμόρφωση κοινωνικών δυνάμεων ικανών να συγκρουστούν με τη μεγάλη ιδιοκτησιακή συγκέντρωση και τη χρηματοπιστωτική εκμετάλλευση της κατοικίας. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια δικαιότερη διανομή επιδομάτων. Είναι η συγκρότηση ενός κοινωνικού κράτους που θα μειώνει την εξάρτηση της ζωής από την ιδιωτική πρόσοδο και θα εγγυάται, με δημόσια ιδιοκτησία και δημοκρατικό έλεγχο, τη στέγη ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα.

