Τσέχοφ εις διπλούν, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

0
197

Τσέχοφ εις διπλούν, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε δύο παραστάσεις με έργα του μεγάλου  Ρώσου  συγγραφέα Άντον Τσέχοφ (1860 – 1904).

Εντελώς τυχαία, το ένα που ανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο «Ιβάνοφ», σε Σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά, είναι το πρώτο έργο του συγγραφέα, ενώ ο «Βυσσινόκηπος»  που παίζεται στο Εθνικό θέατρο σε Σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου , είναι και το κύκνειο άσμα του.

Διάβασα κάπου, σε ένα από  εκείνα τα free νεοφιλελέ έντυπα της πόλης, κάτι του τύπου «πόσο Τσέχοφ να αντέξουμε, ακόμα».

Εγώ θεωρώ πως τα κλασσικά κείμενα, επιμένουν να θέτουν τα ανθρώπινα ζητήματα πέρα από τον χρόνο που γράφηκαν. Συνεχίζουν να μας προκαλούν, να μας «ξεβολεύουν» από τη νιρβάνα του καιρού, ακόμα και να μας παρηγορούν.

Σε κάθε περίπτωση προκαλούν εκτός από τις αισθήσεις και τη σκέψη μας. Αυτό ίσως οι νεοφιλελεύθεροι να μην το αντέχουν. Πρόβλημά τους.

Παρακολουθώντας τον «Ιβάνοφ» από το τέλος προς την αρχή της καριέρας του μεγάλου Ρώσου, αντιλαμβανόμαστε ότι προοικονομεί όλους τους χαρακτήρες και τα υπαρξιακά ζητήματα που θα απασχολήσουν το σύνολο του έργου του.

Η ζωή των ανθρώπων, το υπαρξιακό κενό που συνήθως τη συνοδεύει, κυρίως όταν διανύουμε μεταβατικές κοινωνικές, ή ιστορικές εποχές, όταν οι βεβαιότητες δέχονται πλήγματα και το μέλλον προοιωνίζεται διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Ένα κενό, μια αίσθηση γελοιότητας για τις αντιδράσεις των ανθρώπων στις αλλαγές, μια αίσθηση ματαιότητας όταν οι καιροί μοιάζουν να μας ξεπερνούν.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και με φόντο την προεπαναστατική Ρωσία, με υπόκωφους τους θορύβους των επερχόμενων αλλαγών, ο Ιβάνοφ γίνεται σύμβολο της αδυναμίας του ανθρώπου να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Ενώ νοιώθει την αναγκαιότητα μιας ριζικής αλλαγής, μένει αδρανής και μοιραίος στα επερχόμενα γεγονότα, έως γελοιότητας, έως απελπισίας.

Αυτός ο ανεπαρκής άνθρωπος ο οποίος  στην αυτογνωσία του μοιάζει με τον κλόουν ενός τσίρκου, γίνεται συμπαθής έως ερωτικός, σε ένα περιβάλλον με ίδιες αρχές και αξίες, όπως αυτές μιας μεσαίας ετοιμόρροπης Ρώσικης  αριστοκρατίας, που πλήττει με τρόπο σχεδόν γκροτέσκο ενώ επίκειται η καταστροφή της. Αυτός είναι ο Ιβάνοφ, μία συναρπαστική θεατρική μορφή της κλασικής δραματουργίας.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς συναντιέται με τον Τσέχοφ για τέταρτη φορά.

Ως φορμαλιστής, βρίσκεται πολύ μακριά από τον τρόπο που ο Στανισλάφσκι αντιμετώπισε τους ήρωες και την ψυχική τους κατάσταση.

Τα κείμενα ο Χουβαρδάς τα βλέπει «ως υλικό αποδόμησης και αναδόμησης»  αρέσκεται δε να ανακατεύει τις θεατρικές φόρμες, έχει κάποια προτίμηση στον γερμανικό εξπρεσιονισμό, με πολλές φορές αμφισβητούμενα ή και διφορούμενα αποτελέσματα.

Οφείλουμε όμως να πούμε πως αυτή τη φορά το «πείραμά του» πέτυχε. Παρά την παρέμβασή του στο κείμενο του έργου, δεν απομακρύνθηκε από τη σκέψη του συγγραφέα (στη μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά).

Έπαιξε βέβαια ρόλο και ο εξαιρετικός θίασος, με επικεφαλής τον Αργύρη Ξάφη στο ρόλο του Ιβάνοφ, ο οποίος εκφράζει όλη τη νωθρότητα ενός αφημένου Ιβάνοφ, κατεστραμμένου, που περιμένει το θάνατο της συζύγου του και μια νέα προίκα για να τον σώσει.

Ο υπόλοιπος θίασος (Γιάννης ΝταλιάνηςΑλεξάνδρα ΚαζάζουΘανάσης ΔόβρηςΕυάγγελος Βογιατζής,  Νίκους Χατζόπουλος , Χάρης Φραγκούλης,  Μαρία Σκουλά, Κατερίνα Λυπηρίδου), φυσικά και υλοποίησε το σκηνοθετικό σύμπαν, παρά τις όποιες υπερβολές που οι οδηγίες του σκηνοθέτη δεν απέφυγαν.

Όλο το έργο και ως φόρμα και ως χώρος (σκηνογραφία, ενδύματα) παραπέμπουν στο κλίμα της δεκαετίας ‘60-‘70, μια τζαζ εκδοχή που ταίριαζε στον «καταραμένο» ήρωα.

Κεντρικό ρόλο βέβαια έπαιξε η μουσική και τα τραγούδια ειδικά γραμμένα από τον Blaine L. Reininger του θρυλικού συγκροτήματος TuxedoMoon και εκτελεσμένα από τον ίδιο αλλά και όλο τον θίασο.

Τέλος, εντύπωση προκάλεσε η εμφάνιση του Χάρη Φραγγούλη σε μια ερμαφρόδιτη μορφή κουτσομπόλας, ντυμένης στα πράσινα, ένας επινοημένος ρόλος που τόνιζε τη σαρκαστική κωμικοτραγική διάσταση του έργου.

 

Ο Βυσσινόκηπος στο Εθνικό Θέατρο

Είναι η τρίτη φορά που ο Βυσσινόκηπος ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, 41 χρόνια μετά από την παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη και 58 από εκείνη σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη.

Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το 1904 σε σκηνοθεσία των Νεμίροβιτς και Στανισλάβσκι, ενώ η παράσταση ταξίδεψε στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη. Η αποδοχή του έργου ήταν και παραμένει  καθολική ως τις μέρες μας. Μερικοί από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες, ο Πίτερ Χολ, ο Ζαν-Λουί Μπαρό, ο Τζόρτζιο Στρέλερ, ο Πίτερ Μπρουκ, πιο πρόσφατα ο Σαμ Μέντες, ανέβασαν το έργο αυτό.

Στο «Βυσσινόκηπο» που έγραψε λίγους μήνες πριν το θάνατό του ο Τσέχοφ, μοιάζει να αντανακλώνται οι μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, η άνοδος μιας νέας τάξης και η οριστική καθίζηση της αριστοκρατίας. Αλλαγές που σύντομα θα έφερναν τις μεγάλες επαναστάσεις και την κατάλυση της τσαρικής μοναρχίας.

Ο «Βυσσινόκηπος» είχε ήδη  περιγράψει αυτά που θα συνέβαιναν πριν ακόμα το 2017. Μια κρατούσα τάξη (φεουδαρχική) που αργοπέθαινε από αδιαφορία και παραίτηση και μια νέα τάξη (αστική) που της άρπαζε την περιουσία αλλά και τη θέση της στην εξουσία, μέχρι να την χάσει κι αυτή με την επανάσταση των Μπολσεβίκων.

Όσο και να θελήσει κανείς λοιπόν να επιμείνει μονόπλευρα στην υπαρξιακή ματαιότητα, τη μοναξιά, τη νοσταλγία των χαμένων παραδείσων, την εμμονή σε μια χαμένη παιδικότητα, τον τρόμο της θνητότητας και της απώλειας, δεν μπορεί να εξαφανίσει αυτήν την τεράστια  κοινωνική συνθήκη που σημαδεύει τους ήρωες.

Η ξεπεσμένη αριστοκράτισσα  Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα που επιστρέφει στο οικογενειακό κτήμα και τον ξακουστό Βυσσινόκηπο δεν μπορεί να δει την καταστροφή, πολλώ δε μάλλον να αναγνωρίσει τις ευθύνες της. Αυτή και ο αδερφός της, ο Γκάγεφ, περιμένουν τον από μηχανής θεό, για να σώσουν το κτήμα από την εκπλειστηρίαση.

Όντας ανίκανη να προχωρήσει σε κεφαλαιουχική αξιοποίηση της γης, όπως απαιτούν οι νέοι καιροί,  προκειμένου να διασωθεί  το κτήμα, αυτό  θα καταλήξει στα χέρια του Λοπάχιν, γιου ενός πρώην δουλοπάροικου του πατέρα της. Έρωτες άρρωστοι, πάθη και τραύματα, δημιουργούν μια αφόρητη οικογενειακή κατάσταση, δίχως κανένα μέλλον. Το τέλος θα σημαδευτεί από τον ήχο των τσεκουριών που ρίχνουν τις κερασιές.

Παρότι το έργο θεωρείται κωμικοτραγωδία, απορεί κανείς πού μέσα σε όλο αυτό, κατοικεί η κωμωδία. Μα στη γελοιότητα των φθαρτών ανθρώπινων εμμονών…

Στα όνειρα του φοιτητή Τροφίμοφ, στον φανταστικό μνηστήρα της Βάριας, το ευτράπελο πίσω από τη δραματική ζωή του Λοπάχιν, την γεροντοπαιδικότητα του  Γκάγεφ, την επιμονή του Τροφίμοφ ότι η καταστροφή του βυσσινόκηπου δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας νέας ζωής.

Δεν ξέρω τί επεδίωκε ακριβώς ο Σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος, που κράτησε για τον εαυτόν του και το ρόλο του Λοπάχιν. Μάλλον να το δει ως κωμωδία.

Αντ’ αυτής, μια διάχυτη νευρικότητα, μια έλλειψη διαλόγου των ρόλων μεταξύ τους κυριάρχησε και μόνο μερικές σκηνές που έπαιζαν με τα φώτα, το σκηνικό και τη μουσική, μας μετέφεραν λίγη από τη μαγεία του αριστουργήματος του Τσέχοφ.

Ο ίδιος με την ανοικονόμητη χρήση του σώματός του δημιουργούσε μια μόνιμη ταραχή, ενώ η Αμαλία Μουτούση που φαινόταν ιδανική   Λιουμπόφ, καθοδηγήθηκε αρνητικά, μειώνοντας την αισθαντική της φυσική παρουσία. Η Αμαλία Μουτούση μοιάζει να βγαίνει από κάποια φανταστική σχολή της Έλλης Λαμπέτη. Η παρόμοια αέρινη παρουσία, τα μαλλιά που μισοκρύβουν το πρόσωπο, μια ίδια αίσθηση στο άκουσμα του «σ». Αλλά η έμπειρη ηθοποιός γνωρίζει πως αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά δεν αρκούν.

Εδώ παρέπεε αμήχανα ανάμεσα σε διαφορετικούς ερμηνευτικούς στόχους. Κι αυτό ήταν προφανώς κατ’ αρχάς σκηνοθετική αμηχανία ή σφάλμα.

Το τεράστιο δέντρο (η ανθισμένη  βυσσινιά του κήπου) που δέσποζε στο φόντο και διαχώριζε το εσωτερικό από τον κήπο του σπιτιού, έπαιζε μάλλον και έναν συμβολικό ρόλο (σκηνογραφία Μυρτώ Λάμπρου).

Θα το χαρακτήριζε κανείς κιτς, αν όντως δεν έπαιζε μαζί  με τα φώτα ρόλο στη δημιουργία θεατρικής ατμόσφαιρας

 Ο θίασος (Γιάννης Κλίνης ως  Γκάγεφ,  Σοφία Κόκκαλη ως Βάρια,  Γιάννης Παπαδόπουλος  ως Τροφίμοφ, Κατερίνα Πατσιάνη ως Ντουνιάσα,   Επιχόντοφ του Φοίβος Συμεωνίδης ως Επιχόντοφ, Γιάσα Γιώργος Ζιάκας ως Γιάσα, Μαρία Μοσχούρη ως Άνια), έμπειρος, στάθηκε θεωρώ στο ύψος των σκηνοθετικών απαιτήσεων. Διέκρινα και την Σοφία Κόκκαλη ως Βάρια.

Στην παράσταση που παρακολούθησα το ρόλο της κυρίας Φιρς, της γριάς οικονόμου, ερμήνευσε η Υβόννη Μαλτέζου (παίζει εναλλακτικά με την Ράνια Οικονομίδου). Νομίζω ότι μόνον η δική της ερμηνεία με οδήγησε στον κόσμο του Τσέχοφ. Έναν κόσμο με αίμα και ανάσα, με δάκρυα, γέλια και συναισθήματα, ούτε γκροτέσκο καρικατούρες, ούτε εξπρεσιονιστικές διογκωμένες μορφές. Αλλά πρόσωπα στο μεταίχμιο. Στο όριο. Με ζωές κωμικοτραγικές, όπως οι ζωές όλων μας. Έτσι ερμήνευσε η κυρία Μαλτέζου το ξωτικό του σπιτιού, το πνεύμα της παλιάς ιστορίας, το προμήνυμα του θανάτου. Όμορφα, μαλακά, όχι τρομακτικά.

Φαντάζομαι ότι διαφορετικά θα την ερμήνευσε η Ράνια Οικονομίδου, σίγουρα όμως  εξ ίσου αποφασιστικά.

Ήταν γενικά μια παράσταση που έμεινε στη μέση των σκηνοθετικών διακηρύξεων.

Αλλά ανεξάρτητα από αυτό εμείς επιμένουμε με Τσέχοφ!

Υ.Γ…Τον «Βυσσινόκηπο» ο Τσέχοφ τον ολοκλήρωσε τον Οκτώβριο του 1903 στη Γιάλτα και η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Τέχνης στις 17 Ιανουαρίου 1904, ημέρα των 44ων γενεθλίων του, μαζί με μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν του, η οποία θύμιζε περισσότερο αποχαιρετιστήρια συνάθροιση. Η σκηνοθεσία ήταν των Νεμιρόβιτς-Ντάντσενκο και Στανισλάφσκι, ο οποίος ερμήνευσε και τον Γκάγιεφ, ενώ η Όλγα Κνίπερ υποδύθηκε τη Λιουμπόφ. Ο Τσέχοφ ωστόσο απογοητεύτηκε με την υπερβολική δραματική διάσταση που είχε δοθεί στο έργο. Μάλιστα, σε γράμμα του έγραψε στην Κνίπερ είπε: «Γιατί λένε το έργο μου με τόση επιμονή ‘’δράμα’’ στις αφίσες και στις δημοσιεύσεις των εφημερίδων; Ο Νεμίροβιτς και ο Στανισλάβσκι δεν κατάλαβαν καθόλου τι έγραψα και μπορώ να σου δώσω τον λόγο μου πως κανένας απ’ τους δυο τους δεν διάβασε το έργο με προσοχή. Με συγχωρείς, σε βεβαιώ ότι έτσι είναι».