Οφείλω να εκφράσω την απέραντη ευγνωμοσύνη μου για την αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση που εκφράσανε εκατοντάδες γνωστοί και άγνωστοι φίλοι, συνάδελφοι, αναγνώστες με αφορμή την απόλυσή μου από την πρώην συνεταιριστική Η Εφημερίδα των Συντακτών του ομίλου Μελισσανίδη, έπειτα από την επιλογή μου να καταγγείλω δημόσια τη συστηματική εις βάρος μου – και όχι μόνο- λογοκρισία. Η δική μου απόλυση, όπως και όσες προηγήθηκαν, αλλά και το κλίμα εκφοβισμού που επικρατελι εναντίον όσων αντιδρούν στη “νέα τάξη” πραγμάτων στην ΕφΣυν αποτέλεσε αντικείμενο συνέλευσης των εργαζομένων χθες Τετάρτη στην ΕΣΗΕΑ και ψηφίσματος προς τις συνδικαλιστικές ενώσεις μας να προχωρήσουν σε αποφάσεις για κάθε δυνατή μορφή κινητοποίησης, ώστε να μπει ένας φραγμός στην καταστροφή του πιο ελπιδοφόρου και ανεξάρτητου ενημερωτικού εγχειρήματος εδώ και πολλές δεκαετίες.
Εις ό,τι με αφορά η παράνομη και ξεκάθαρα εκδικητική απόλυσή μου ομολογώ ότι ίσως ήταν και μια λύτρωση. Είχα επενδύσει πολύ συναίσθημα, πολλή φόρτιση, πολλή προσπάθεια, πολύ πόνο, πολύ θυμό, άρα και πολύ φθορά στην πιο δημιουργική και χωρίς λογοκρισία ή αυτολογοκρισία οκταετία της δημοσιογραφικής μου καριέρας. Και ως αρχισυντάκτης, και ως διευθυντής σύνταξης, και ως συνεταιριστής, και ως συντάκτης, και ως ρεπόρτερ ή αρθρογράφος. Το να βλέπω την ΕφΣυν να μεταλλάσσεται όλο και περισσότερο στο αντίθετό της θα ήταν οδυνηρό. Η υπογραφή της απόλυσης “με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου” θα ήταν και μια αλλαγή σελίδας. Προς μια νέα δουλειά, προς την ανεργία, προς τη σύνταξη; Θα δείξει.
Αλλά το “Βασίλειο της Ακτής Κονδύλη”, όπου έχει εδώ κι έξι μήνες φυλακιστεί η ΕφΣυν, δεν σ’ αφήνει ν’ αγιάσεις ούτε να ησυχάσεις.
Ιδού λοιπόν τι συνέβη σήμερα, 9 Ιουλίου 2026, περι ώρα 4η απογευματινή. Συνεννοήθηκα με τον υπεύθυνο προσωπικού του Ομίλου Μελισσανίδη (σ.σ. πουθενά στη συμφωνία πώλησης του 51% της ΕφΣυν δεν υπάρχει αναφορά για ένταξη σε “‘ομιλο”, αλλά τέσπα) να κατέβω στο Μέγαρο και να πάρω τα προσωπικά αντικείμενά μου όπως και τα ψηφιακά αρχεία μου τόσο από τον σκληρό δίσκο του υπολογιστή, όσο και από το εταιρικό μέιλ μου, από το οποίο αποκλείστηκα αιφνιδιαστικά προχθές, μια μόλις ώρα μετά την ανακοίνωση της απόλυσής μου. (Η οποία, παρεμπιπτόντως, αν και είχα πεί ότι θα την υπογράψω αφού της ρίξω μια ματιά, μου εστάλη στο σπίτι με δικαστικό επιμελητή! Τόση σπουδή, τόση βασύνη, τόση αγκούσα!)
Από εδώ και κάτω περιγράφω ένα μόνο στιγμιότυπο από τη μετατροπή της ελεύθερης, συνεταριστικής ΕφΣυν σε ένα από τα χειρότερα εργασιακά κάτεργα των ελληνικών ΜΜΕ.
Μπαίνοντας στο κτίριο του Ομίλου Μελισσανίδη με υποδέχθηκε ο διευθυντής προσωπικού, που με κάρτα επισκέπτη και συνοδεία άνδρα ασφαλείας (ευγενέστατος, οφείλω να πω) με άφησε να πάω στο γραφείο μου στον τρίτο όροφο. Με περιμέναν δυο κούτες ανοικτές, αλλά εγώ δεν είχα βγάλει τα περισσότερα πράγματά μου από τις κούτες της μετακόμισης στο λιμάνι -κάποιο κακό προαίσθημε με κρατούσε-. Οι έξι μήνες που πέρασαν στο λιμάνι είχαν μια έντονη μυρωδιά προσωρινότητας. Αφού μάζεψα τις κούτες με τα βιβλία μου, κυρίως, πήγα να ανοίξω το κομπιούτερ. “Είναι κλειδωμένο”, μου απάντησαν. “Και τα αρχεία μου, οι λογαριασμοί μου, τα μέιλ μου;” “Είναι περασμένα σε ένα στικάκι, θα το παραλάβετε στην είσοδο”. “Σωτήρη, πώς είναι δυνατό να το επέτρεψες αυτό; Να παραβιαστούν τα προσωπικά δεδομένα μου; Είναι παράνομο”. “Τι μπορούσα να κάνω, είναι οι κανόνες της εταιρείας” είπε εκλεγμένος διευθυντής της ΕφΣυν; “Ποιας εταιρείας, Σωτήρη; Εχει η Ανεξάρτητα ΜΜΕ που εκδίδει την ΕφΣυν κανόνα να παραβιάζει τη νομοθεσία;”
Δεν είχε νόημα να συνεχιστεί η συζήτηση. Η τελετουργία εξευτελισμού μου ως εγκληματία που απειλούσε την ασφάλεια του “Βασιλείου Μελισσανίδη” συνεχίστηκε στο ισόγειο. Εκεί, σε μια αίθουσα πίσω από τα ενυδρεία με τα καημένα φυλακισμένα τροπικά ψάρια, με περίμεναν ο Διευθυντής Προσωπικού και ο IT manager (ή κάποιος άλλος από το τμήμα του). Παρόντες ο Σ. Μανιάτης, ο δικός μας τεχνικός και νομίζω κι ο “φρουρός” μου. Στην άκρη ενός μεγάλου τραπεζιού συνεδριάσεων ήταν ακουμπισμένο ένα λάπτοπ με ένα στικάκι usb στο πλάι. “Εδώ είναι όλα τα αρχεία σας, αν θέλετε να τα δούμε μαζί”. “Τα αρχεία μου είναι και στον προσωπικό υπολογιστή μου; Αρα έχουν κατασχεθεί από την εταιρεία; Και σε πόσα αντίγραφα μπορεί να υπάρχει αυτό το στικάκι; Και πόσοι άλλοι μπορεί να έχουν τα αρχεία μου και όλα τα προσωπικά δεδομένα μου; Και πώς μπήκατε στο PC μου αφού έχω κωδικό χρήστη; Πώς τον παραβιάσατε; Με ποιο δικαίωμα; Ξέρετε ότι αυτό είναι παράνομο, είναι έγκλημα η παραβίαση προσωπικών δεδομένων; Και ξέρετε ότι γι’ αυτό το έγκλημα διώκονται όχι μόνο οι ηθικοί αυτουργοί, αυτοί που σας έδωσαν τη σχετική εντολή, αλλά και οι φυσικοί. Εσείς πιθανά, που βάλατε το χέρι σας.
Δεν σας ξέρω, δεν έχω τίποτα μαζί σας, αλλά καταλαβαίνετε ότι μπορεί να βγείτε υπόλογοι σε ένα σοβαρότατο παράπτωμα; Τι πιο απλό από το να μου δώσετε πρόσβαση μιας- δυο ωρών στο PC μου και στο μέιλ μου, να πάρω ό,τι είναι προσωπικό, τις επαφές μου, τα μηνύματα, τα κείμενα, να αποσυνδεθώ από όλους τους λογαριασμούς μου, να καταστρέψω ότι μου είναι άχρηστο και να πάρω σε έναν δικό μου σκληρό όσα χρειάζομαι; Ηρθα να πάρω όσα μου ανήκουν και να υπογράψω την απόλυση.
Τώρα με αναγκάζετε να προχωρήσω σε νέες καταγγελίες και αντιδικίες”.
Απάντηση δεν πήρα. Κάποιες αποσπασματικές φράσεις “έτσι είναι οι κανόνες”, “αυτό είναι, αν θέλετε πάρτε το στικάκι, αν θέλετε τ’ αφήνετε”. Ο διευθυντής, Σωτήρης Μανιάτης, δεν ψέλλισε λέξη. Υπέγραψα τα χαρτιά παραλαβής με τη σημείωση ότι διαπίστωσα κατάφωρη παραβίαση των προσωπικών αρχείων και δεδομένων και ότι θα προσφύγω στις αρμόδιες αρχές. Μάλλον δεν ίδρωσε τ’ αυτί τους. Αγνοια κινδύνου, κυνισμός, ή φόβος και τρόμος μην και αποκλίνουν έστω και κατά μία κεραία τις εντολές του μεγάλου αφεντικού με τις μεγαλόστομες διακηρύξεις για μια “δημοκρατική εφημερίδα με ανυπότακτη δημοσιογραφία”;
Η συνέχεια επί των Ανεξάρτητων και δικαστικών αρχών.
Ο φόβος τρώει τα σωθικά (της ΕφΣυν) στην Ακτή Κονδύλη

