Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ως μια ιδιωτική υπόθεση, του Βασίλη Τουμπέλη

Ποια είναι σήμερα η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ); Είναι αυτή την οποία βλέπουμε καθημερινά στα κέντρα πολλών πόλεων της Περιφέρειας, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, διάφορα Διαγνωστικά Κέντρα (ΔΚ), τα οποία συνεχώς ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, με χιλιάδες χρήστες των υπηρεσιών υγείας.

Μισοπεθαμένη παραμένει η Δημόσια ΠΦΥ στη χώρα μας, παρά τις πολλές δεσμεύσεις της σημερινής κυβέρνησης εδώ και χρόνια, ότι θα προχωρήσει σε ανασυγκρότηση των μονάδων υγείας, ώστε να μπορούν οι πολίτες να απευθύνονται για τα μικρά προβλήματα υγείας ή προληπτικές διαγνωστικές εξετάσεις, και να μη φορτώνονται τα δημόσια νοσοκομεία. Διάφορα σχέδια έχουν διαφημιστεί εδώ και χρόνια, αλλά ουσιαστικά τίποτε δεν έχει αλλάξει, ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η ΠΦΥ χτυπήθηκε από τη μνημονιακή πολιτική των κυβερνήσεων, με απολύσεις προσωπικού-συμβασιούχων, κλείσιμο μονάδων υγείας, απαξίωση δημόσιων εργαστηρίων, και με τη μετακύλιση μεγάλων χρηματικών πόρων του ΕΟΠΥΥ στη γιγάντωση ιδιωτικών ΔΚ και τον σχηματισμό πλέον μονοπωλιακών ομίλων.

Τα Κέντρα Υγείας (ΚΥ) της Πρωτεύουσας, τα οποία θα μπορούσαν να αποσυμφορήσουν σε σημαντικό βαθμό την κίνηση στα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία, ακόμη παραμένουν χωρίς προσωπικό, και αρκετά χωρίς σύγχρονες υποδομές, χωρίς να μπορούν να εξυπηρετούν βασικές ανάγκες διαγνωστικών εξετάσεων.

Τα περισσότερα δημόσια ΚΥ της Αττικής έχουν μετατραπεί σε απλά κέντρα συνταγογράφησης φαρμάκων, χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα υγείας. Ενδεικτικά είναι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας, ότι την πρωτιά σε συνταγογραφήσεις κατέχει το ΚΥ της πλατείας Αττικής στην Αθήνα, με 54.197 για το 2025, και ακολουθεί αυτό της Νέας Μάκρης με 33.291, ενώ η κατάταξη αυτή συνεχίζεται. Με βάση έρευνες οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί και είναι σε γνώση της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας, το 60% των περιστατικών που προσέρχονται στα νοσοκομεία θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί σε μονάδες της ΠΦΥ, υπό άλλες συνθήκες.

Μισοπεθαμένες και οι κάποτε περιβόητες Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ), οι οποίες είχαν δημιουργηθεί για να παρέχουν προγράμματα πρόληψης και φροντίδας κυρίως σε γειτονιές της Αθήνας. Σήμερα έχουν μετατραπεί κι αυτές σε απλά κέντρα συνταγογράφησης, και θα είχαν κλείσει εντελώς αν δεν είχαν χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά κοινοτικά κονδύλια. Ιδιαίτερα επιβαρυμένες είναι οι μονάδες ΠΦΥ σε τουριστικά νησιά κατά τους τουριστικούς μήνες, με τα εκατομμύρια τουριστών, όπου φαίνονται οι ελλείψεις σε υγειονομικούς και όπου αρκετοί τοπικοί φορείς και ενώσεις γιατρών, νοσηλευτών και συλλόγων θέτουν συνεχώς ζητήματα ελλείψεων προσωπικού, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί και λαϊκές κινητοποιήσεις (εδώ).

Η συνολική εικόνα είναι αποτέλεσμα της σημερινής κυβερνητικής ανθυγιεινής πολιτικής, αλλά και συνέχεια —με άλλους ρυθμούς— των προηγούμενων κυβερνήσεων, με χρονίζοντα προβλήματα, με την καθήλωση των προϋπολογισμών για την υγεία σε μια εποχή με αυξημένα κόστη και λαϊκές ανάγκες.

Σε συνέντευξή του ο Υπουργός Υγείας, στην Εφημερίδα των Συντακτών, γίνεται προκλητικός· πίσω από τη δήθεν ρητορική υπεράσπισης του δημόσιου συστήματος υγείας, ξεδιπλώνεται η όλη λογική της εμπορευματοποίησης. Κατά τον Υπουργό, το κράτος οφείλει να στηρίζει μόνο εκείνες τις περιοχές όπου ο ιδιωτικός τομέας δεν βρίσκει συμφέρον για να βγάλει κέρδη — δηλαδή το δημόσιο να καλύπτει τις ζημιές του, ενώ οι κερδοφόρες υπηρεσίες να παραδίνονται στα χέρια των επιχειρηματιών υγείας. Φαίνεται καθαρά πλέον η θεσμοθέτηση της υγειονομικής ανισότητας: όσοι έχουν να πληρώσουν θα βρίσκουν γρήγορη φροντίδα και περίθαλψη στην «αγορά» παροχής υπηρεσιών υγείας, ενώ οι φτωχοί θα στέκονται σε ουρές, σε ένα δημόσιο αποψιλωμένο από υποδομές και προσωπικό. Η λογική της εμπορευματοποίησης της υγείας είναι ευρέως διαδεδομένη στο πολιτικό προσωπικό σήμερα και όχι μόνο· πέρα από λόγια παρηγοριάς και εφησυχασμού, στην Ελλάδα οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν στο 40% του συνολικού ποσού — οι υψηλότερες στην Ευρώπη — όπου πέρα από τους πλούσιους, οι εργαζόμενοι είναι εξαναγκασμένοι να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, ή ακόμη και στις περιουσίες τους (εδώ).

Μια πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην υγεία στην Ελλάδα φωτίζει χαρακτηριστικά τη δυνατότητα κάθε πολίτη να έχει έγκαιρη και αποτελεσματική φροντίδα υγείας, ανεξάρτητη από εισόδημα, μόρφωση και τόπο κατοικίας.

Μεγάλη υπόθεση είναι αυτή της οδοντιατρικής φροντίδας, η οποία κι αυτή είναι μια ιδιωτική, ακριβή και οδυνηρή υπόθεση, η οποία θα χρειαζόταν μια ιδιαίτερη ανάλυση.

Σήμερα ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού, τον οποίο θέσπισε με τυμπανοκρουσίες η σημερινή κυβέρνηση, χρόνο με τον χρόνο ουσιαστικά φθίνει, μιας και οι οικογενειακοί γιατροί δεν μπορούν πλέον να διαχειριστούν τον τεράστιο όγκο των ασφαλισμένων. Όλοι οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί και χειρισμοί είχαν και έχουν σήμερα στόχο τη μείωση ουσιαστικά των δαπανών για την υγεία, μιας και η ευρύτερη πολιτική τους είναι να μεγαλώσουν άμεσα οι προτεραιότητες της πολεμικής οικονομίας, βάσει των αποφάσεων της ΕΕ.

Όμως πρέπει να εξετάσουμε κάπως την «ταμπακιέρα» για την αγορά υπηρεσιών υγείας. Ο ιδιωτικός τομέας, όπως λένε όμορφα πολλοί, μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο ιδιαίτερα στην ΠΦΥ, δημιουργώντας μια δυναμική και αναπτυσσόμενη αγορά, μέσα από τα κρατικά ταμεία του ΕΟΠΥΥ, τις τσέπες των εργαζομένων και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Χάρη στην οικονομική και πολιτική διαχείριση της υγείας, τόσο της σημερινής όσο και παλιότερων κυβερνήσεων, η Ελλάδα διάγει μια αθόρυβη επιχειρηματική άνθηση στον χώρο των Διαγνωστικών Κέντρων (ΔΚ), αλλά και μικρότερων διαφόρων ιατρικών εργαστηρίων, φτιάχνοντας ένα σύγχρονο brand, όπως λένε, με εκατομμύρια επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, όπου σύμφωνα με την RentechDigital λειτουργούν σήμερα πάνω από 400 καταγεγραμμένα ΔΚ.

Αυτά τα ΔΚ, μαζί με ένα πλήθος μικρότερων ιδιωτικών εργαστηρίων, απορροφούν —ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη— πολύ μεγάλο μέρος των διαγνωστικών εξετάσεων, με σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές. Μάλιστα η κυβέρνηση, για να τους βοηθήσει, το 2024 έδωσε και το «δωράκι» των 3 ευρώ ανά εξέταση και ασφαλισμένο, από την τσέπη του. Σήμερα υπάρχουν πολλές καταγγελίες ότι σε εξειδικευμένες εξετάσεις δεν δίνονται κοντινά ραντεβού, και οι ασφαλισμένοι εξαναγκάζονται να πληρώνουν εξ ολοκλήρου το ποσό της εξέτασης από την τσέπη τους για την εξεύρεση ραντεβού.

Οι μεγάλοι όμιλοι προωθούν το δικό τους δίκτυο, με νέες μονάδες ΠΦΥ, όπως η Euromedica, η οποία είναι πλέον με το επενδυτικό σχήμα StrixAssetManagement και FarallonCapital και αναπτύσσεται σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και περιφέρεια· όπως η Ιατρόπολις, η οποία αναπτύσσεται κυρίως στην Αθήνα· η MediconHellas, καθώς και η Affidea, οι οποίες αναπτύσσονται στην περιφέρεια· ενώ η Βιοϊατρική, η οποία πέρασε πλέον στην Τράπεζα Πειραιώς, αναπτύσσεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Τα επίσημα και καθαρά συνολικά κέρδη, όπως αυτά δηλώνονται, το 2024 ήταν στα 540 εκατομμύρια ευρώ, με το 21% της αγοράς της ΠΦΥ, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της ICAP, και μιλάμε για τους μεγάλους παίκτες, μιας και όπως λένε οι οικονομικοί αναλυτές, η αγορά αυτή της ΠΦΥ δεν έχει μονοπωληθεί σε μεγάλο βαθμό, παρ’ ότι αναπτύσσεται ραγδαία — κάτι που πιστεύουν ότι θα συμβεί τα αμέσως επόμενα χρόνια, με τη συνέχιση της σημερινής ή κάποιας παρόμοιας πολιτικής.

Το σημερινό μοντέλο της ΠΦΥ, με ένα μικρό και αδύναμο δημόσιο σύστημα και έναν γιγαντωμένο ιδιωτικό τομέα, με μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά, γρήγορα φτάνει πλέον στα όριά του, παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις, με τους καθηλωμένους κρατικούς προϋπολογισμούς για την υγεία, με την εντεινόμενη οικονομική κρίση η οποία αδειάζει τις τσέπες των εργαζομένων, και τα πανάκριβα πακέτα των ασφαλιστικών εταιρειών. Δεν συζητάμε καν για το τι ίσως μπορεί να συμβεί, με τις επιπτώσεις από τις πολεμικές επιχειρήσεις του Ατλαντισμού και την επέκτασή τους στη Μέση Ανατολή.

Πέρα από διαπιστώσεις, δεν αρκούν οι γενικές διακηρύξεις για αυξήσεις δαπανών για την υγεία, όσο καλές κι αν ακούγονται· χρειάζονται σοβαρές και αποφασιστικές ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, με την εθνικοποίηση των μεγάλων αλυσίδων των μονοπωλιακών ομίλων της υγείας, ώστε να σπάσει άμεσα η αγορά υγείας, η οποία απομυζά μεγάλους κρατικούς πόρους και αδειάζει τις τσέπες των εργαζομένων-χρηστών υπηρεσιών υγείας.

— Χρειάζεται ανασχεδιασμός των δομών της δημόσιας ΠΦΥ, τόσο σε μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια.
— Χρειάζονται κρατικές επενδύσεις σε σύγχρονο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και μέσα εξετάσεων.
— Αυξήσεις μισθών σε γιατρούς, τεχνολόγους, νοσηλευτικό προσωπικό, μαζικές προσλήψεις, με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και προσφοράς προς τους ασθενείς, εξασφάλιση στέγης σε νησιά.
— Εξασφάλιση συνθηκών ώστε να σταματήσει η αιμορραγία της μετανάστευσης έμπειρων και καταρτισμένων υγειονομικών προς χώρες της Ευρώπης.

Όλα αυτά τα βασικά ζητήματα είναι άμεσα, εάν θέλουμε να υπάρξει αναταξη της ΠΦΥ, και δεν επιδέχονται αναβολή για κάποιο αόριστο μέλλον. Τόσο η ΟΕΝΓΕ όσο και άλλοι συνδικαλιστικοί φορείς των γιατρών και των άλλων υγειονομικών έχουν κάνει πολλές και συγκεκριμένες προτάσεις και αγωνίζονται στους δρόμους για να εισακουστούν — σε κλειστά όμως κυβερνητικά αυτιά, μιας και δεν βολεύουν τις πολιτικές και τα επιχειρηματικά συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν, για την υγεία της κερδοσκοπίας.

Θα χρειαστούν δυναμικοί και μαζικοί αγώνες για να επιβληθούν τα βασικά αιτήματα των υγειονομικών. Οι μεγάλες διαπιστώσεις του πολιτικού προσωπικού για την κακή κατάσταση της δημόσιας υγείας δεν αρκούν, εάν δεν συνοδεύονται από αποφασιστικές πολιτικές, οι οποίες αντικειμενικά θα συγκρούονται με κατεστημένα συμφέροντα και μονοπωλιακούς ομίλους, οι οποίοι κερδίζουν από τη σημερινή κατάσταση. Η δημόσια υγεία θα πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων και των συνδικάτων τους.

Ο Τουμπελής Βασίλης είναι πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ