Οι ΗΠΑ στηρίζουν την άκρα δεξιά – το ακραίο κέντρο ανοίγει τον δρόμο, του Σωτήρη Μερμίγκη

 

Η εκλογική νίκη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχάλτης αποτελεί μια εξέλιξη με ευρωπαϊκές διαστάσεις. Η AfD κέρδισε στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ με περίπου 44% και 39 από τις 83 έδρες. Δεν διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία, αλλά πρόκειται για ιστορικό αποτέλεσμα: για πρώτη φορά μεταπολεμικά ένα κόμμα της γερμανικής άκρας δεξιάς βρίσκεται τόσο κοντά στο να αποκτήσει την κυβερνητική εξουσία σε κρατιδιακό επίπεδο. Την ώρα που μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού κατεστημένου προσπαθεί να αντιμετωπίσει την άκρα δεξιά υιοθετώντας όλο και περισσότερα στοιχεία της ατζέντας της, η νέα αμερικανική Δεξιά δεν κρύβει πλέον ότι επιδιώκει ανοιχτές σχέσεις και πολιτική στήριξη προς τις δυνάμεις αυτές.

Στο X/Twitter, ο Έλον Μασκ συνεχάρη την Αλίς Βάιντελ για τη νίκη της AfD με ένα λακωνικό «Well done!», ενώ ο επικεφαλής της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, Ούλριχ Ζίγκμουντ, τον ευχαρίστησε για τη στήριξη και πρότεινε μελλοντική συνεργασία. Ο Μασκ είχε προηγουμένως φιλοξενήσει τη Βάιντελ, καλέσει ανοιχτά τους Γερμανούς να ψηφίσουν AfD και εμφανιστεί μέσω βίντεο σε προεκλογική συγκέντρωσή της. Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή είναι ιδιοκτήτης της ίδιας της πλατφόρμας, ενώ είχε επίσης διατελέσει στην κυβέρνηση Τραμπ ως επικεφαλής του DOGE. Η επιρροή του X στη διαμόρφωση της πολιτικής ενημέρωσης αποτελεί υπαρκτό ζήτημα: το 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέτεινε την έρευνά της για τα συστήματα σύστασης περιεχομένου, ενώ έρευνα του ZDF (Zweites Deutsches Fernsehen, ο δεύτερος δημόσιος τηλεοπτικός φορέας της Γερμανίας) κατέγραψε αυξημένη προβολή περιεχομένου της AfD και του BSW (Bündnis Sahra Wagenknecht – Vernunft und Gerechtigkeit, δηλ. Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ – Λογική και Δικαιοσύνη) στους δοκιμαστικούς λογαριασμούς. Παράλληλα, ο Μασκ έχει επανειλημμένα παρέμβει στη λειτουργία της πλατφόρμας και του Grok, το οποίο έχει προκαλέσει αντιδράσεις με ακραίο και πολιτικά φορτισμένο περιεχόμενο. Κανένα από αυτά δεν αποδεικνύει ότι μια συγκεκριμένη ανάρτησή του έκρινε τις εκλογές, δείχνει όμως ότι η πολιτική επιρροή μέσω της ιδιοκτησίας, του αλγορίθμου και της διαχείρισης της πλατφόρμας αποτελεί πραγματικό πολιτικό ζήτημα.

Έπειτα, τον Φεβρουάριο του 2025, στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς εξαπέλυσε πρωτοφανή επίθεση κατά των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών. Υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη δεν είναι η Ρωσία ή η Κίνα, αλλά η υποχώρηση από τις θεμελιώδεις αξίες και την ελευθερία του λόγου, κατηγορώντας ουσιαστικά τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες ότι αποκλείουν ή καταπιέζουν τις λαϊκιστικές και ακροδεξιές φωνές, ενώ συναντήθηκε και με την Αλίς Βάιντελ της AfD

Το μήνυμα της σημερινής Ουάσιγκτον είναι σαφές: η ευρωπαϊκή «υγειονομική ζώνη» απέναντι στην άκρα δεξιά δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη. Η στάση Τραμπ απέναντι στην AfD το επιβεβαιώνει. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Brandmauer κατέρρευσε τώρα, ούτε ότι η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί την πρώτη της ρήξη. Η γερμανική Brandmauer εξακολουθεί θεσμικά να υφίσταται, με τον Μερτς να απορρίπτει τη συνεργασία με την AfD, ενώ η ευρωπαϊκή υγειονομική ζώνη έχει υποχωρήσει σταδιακά ήδη εδώ και αρκετά χρόνια. Από την άρνηση συνεργασίας με την ακροδεξιά επί δεκαετίες, περάσαμε στη σταδιακή υιοθέτηση της ατζέντας και της πολιτικής της γλώσσας από το κέντρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε και η γαλλική προεδρική εκλογή του 2017, όπου η λογική «εγώ ή η Λεπέν» χρησιμοποιήθηκε για τη συσπείρωση του αντι-ακροδεξιού εκλογικού σώματος.

Η σημερινή κρίση αφορά κυρίως την αποτυχία αυτής της στρατηγικής. Η υιοθέτηση θεμάτων όπως η αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, τα σύνορα, η ασφάλεια και η πολιτισμική σύγκρουση δεν αποδυνάμωσε την άκρα δεξιά, συνέβαλε στη νομιμοποίηση της ατζέντας της. Όταν το κέντρο αποδέχεται το πλαίσιο που θέτει η άκρα δεξιά και επιχειρεί να την ανταγωνιστεί μέσα σε αυτό, ενισχύει την ικανότητά της να καθορίζει ποια προβλήματα θεωρούνται σημαντικά και ποιες λύσεις εμφανίζονται ως αυτονόητες. Παράλληλα, όταν η Χριστιανοδημοκρατία υιοθετεί θέσεις που μέχρι πρότινος ανήκαν κατεξοχήν στην AfD, η διαχωριστική γραμμή μετακινείται. Η AfD μπορεί έτσι να υποστηρίζει ότι οι θέσεις της δεν είναι πλέον περιθωριακές, αλλά ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα συγκλίνει προς αυτές. Το επιχείρημα «όλοι πλέον μιλούν τη γλώσσα μας» αποκτά, έτσι, ιδιαίτερη ισχύ.

Από τη στιγμή που ο πολιτικός λόγος έχει μετατοπιστεί προς αυτή την κατεύθυνση, ο αυθεντικός φορέας της ατζέντας διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα: μπορεί να εμφανίζεται ως η συνεπέστερη και πιο ριζοσπαστική εκδοχή της. Όσο το κέντρο υιοθετεί αυστηρότερες θέσεις για τη μετανάστευση ή την ασφάλεια, η άκρα δεξιά μπορεί να τις παρουσιάζει ως καθυστερημένες μιμήσεις των δικών της θέσεων. Η πολιτική ηγεμονία, επομένως, κρίνεται και από το ποιος κατορθώνει να εμφανίζεται ως ο αυθεντικός εκφραστής του νέου πολιτικού κοινού τόπου.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φιλορωσική στάση της AfD, καθώς επιχειρεί να ενώσει τον εθνικισμό με την αμφισβήτηση των κυρώσεων, την κριτική προς την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, την αντίθεση στη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και την απαίτηση για επαναφορά οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία. Στο εκλογικό της πρόγραμμα του 2025 ζητούσε την άμεση άρση των κυρώσεων, την επισκευή και επαναλειτουργία των Nord Stream και την ουδετερότητα της Ουκρανίας εκτός ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το 2026 η ίδια γραμμή εξακολουθεί να εκφράζεται ανοιχτά: η AfD ζητά τον τερματισμό της γερμανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και υποστηρίζει ότι η Γερμανία θα έπρεπε να ξαναβρεί πρόσβαση στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.

Αυτό έχει σημασία επειδή η AfD μετατρέπει τη Ρωσία σε μέρος ενός ευρύτερου αντισυστημικού αφηγήματος. Η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, η βιομηχανική παρακμή, η ανασφάλεια στην εργασία και η αίσθηση ότι η γερμανική πολιτική τάξη έχει χάσει τον έλεγχο της οικονομικής της πορείας συνδέονται με την εξωτερική πολιτική: η διακοπή της ρωσικής ενεργειακής ροής παρουσιάζεται ως σύμβολο μιας ολόκληρης πολιτικής αποτυχίας. Η Γερμανία εξαρτιόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο πριν από το 2022, το 2021 η Ρωσία αντιστοιχούσε στο 52% των γερμανικών εισαγωγών φυσικού αερίου. Το 2022 το ποσοστό είχε πέσει στο 22% και οι ροές μέσω Nord Stream είχαν μηδενιστεί από τον Σεπτέμβριο. Η Γερμανία στράφηκε στη συνέχεια σε Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο και LNG, με τα αμερικανικά φορτία να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η κυβέρνηση Μερτς παρουσιάζει τη Ρωσία ως άμεση και μακροπρόθεσμη απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και επιμένει στη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία. Σημαντικό τμήμα της κοινωνίας συμμερίζεται αυτή την αντίληψη: η ανησυχία για έναν ευρύτερο πόλεμο στην Ευρώπη παραμένει υψηλή και η πλειονότητα θεωρεί επικίνδυνες τις προσπάθειες ρωσικής επιρροής στη Γερμανία. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το κλίμα υπάρχει και μια ισχυρή κοινωνική μειοψηφία που βλέπει τη ρωσική πολιτική μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, της ειρήνης και της γερμανικής αυτονομίας. Η AfD προσπαθεί να γίνει ο πολιτικός φορέας αυτής της δυσαρέσκειας. Μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως τη μόνη μεγάλη πολιτική δύναμη που μιλά για φθηνή ενέργεια, βιομηχανία, κόστος ζωής, ειρήνη και εθνική κυριαρχία ταυτόχρονα.

Κάτι αντίστοιχο, με διαφορετικές, φυσικά, συνθήκες, παρατηρούμε και στην Ιταλία. Η Τζόρτζια Μελόνι έχει κατορθώσει να παρουσιάσει τη δική της δεξιά ως κυβερνητικά υπεύθυνη και θεσμικά προσαρμοσμένη. Ωστόσο, στα δεξιά της εμφανίζεται τώρα ο Ρομπέρτο Βανάτσι, πρώην στρατηγός και ηγέτης του Futuro Nazionale, ο οποίος επιχειρεί να διεκδικήσει το πιο σκληρό εθνικιστικό και αντιμεταναστευτικό ακροατήριο. Η ίδια η ιταλική δεξιά βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με το γνωστό πλέον δίλημμα: όσο μετακινείται προς τα δεξιά για να μην χάσει ψηφοφόρους, τόσο ανοίγει χώρο σε κάποιον που μπορεί να μετακινηθεί ακόμη δεξιότερα.

Δεν είναι όλα τα κόμματα το ίδιο. Δεν είναι ίδιο το δημοκρατικό κέντρο με την άκρα δεξιά. Και δεν πρέπει ποτέ να θολώνει αυτή η ποιοτική και πολιτική διαφορά. Το να επισημαίνουμε ότι οι επιλογές του ακραίου κέντρου συνέβαλαν στην άνοδο της άκρας δεξιάς δεν σημαίνει ότι εξισώνουμε τους δύο χώρους ούτε ότι ξεχνάμε ποιος έχει την ευθύνη για τις ρατσιστικές και αυταρχικές πολιτικές που προτείνει. Όταν η δημοκρατική πολιτική προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της αντιγράφοντάς τον, ο αντίπαλος κερδίζει.

Και αυτό αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Για χρόνια θεωρήθηκε αυτονόητο ότι απέναντι στη Χρυσή Αυγή έπρεπε να υψωθεί ένα θεσμικό τείχος: όχι μόνο επειδή εξέφραζε μια ακραία εθνικιστική και αντιμεταναστευτική πολιτική, αλλά επειδή η Δικαιοσύνη έκρινε τελεσίδικα ότι επρόκειτο για εγκληματική οργάνωση που δρούσε υπό τον μανδύα πολιτικού κόμματος. Η επικείμενη αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η εξαγγελθείσα επιστροφή του στην πολιτική μέσω νέου κομματικού σχηματισμού αποκτούν, υπό αυτή την έννοια, ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Το παράδοξο δεν βρίσκεται απλώς στο ότι ένας καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης μπορεί να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, αλλά στο ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του διατήρησε μια αξιοσημείωτη δημόσια πολιτική δραστηριότητα, με παρεμβάσεις και επικοινωνία με το πολιτικό του ακροατήριο. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο η θεσμική αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου προσώπου, αλλά η αντίφαση ανάμεσα στην ποινική καταδίκη μιας πολιτικής οργάνωσης ως εγκληματικής και στη δυνατότητα ανασυγκρότησης του ίδιου πολιτικού ρεύματος υπό νέα κομματική μορφή. Την ίδια στιγμή, η Λατινοπούλου και ο Βελόπουλος δεν αποτελούν πλέον περιθωριακές εκφράσεις μιας πολιτικής υποκουλτούρας, αλλά τμήματα ενός ευρύτερου και θεσμικά ενσωματωμένου ακροδεξιού χώρου, με κοινοβουλευτική και ευρωπαϊκή παρουσία. Η Λατινοπούλου, μάλιστα, έχει μετακινηθεί από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας στη συγκρότηση της Φωνής Λογικής και στην ευρωβουλή.

Όπως στον θουκυδίδειο Διάλογο των Μηλίων η επίκληση του «δικαίου του ισχυρότερου» αποκάλυπτε την πραγματική σχέση ισχύος πίσω από τις φιλελεύθερες διακηρύξεις, έτσι και η σημερινή κρίση της δυτικής τάξης απογυμνώνει το πολιτικό της περιεχόμενο. Η άκρα δεξιά δεν αποτελεί εδώ και καιρό απλώς περιθωριακή παρέκκλιση, αλλά έναν από τους δρόμους ανασύνταξης του ίδιου του συστήματος. Το κρίσιμο ερώτημα για την ευρωπαϊκή ελίτ είναι αν θα συνεχίσει να την αντιμετωπίζει υιοθετώντας τη γλώσσα και την ατζέντα της. Η γερμανική εμπειρία δείχνει πού οδηγεί αυτή η στρατηγική: δεν αποδυναμώνει την άκρα δεξιά, αλλά διευρύνει την ηγεμονία της. Και όταν αυτή η ηγεμονία εδραιωθεί, βρίσκει εύκολα έναν ισχυρό σύμμαχο απέναντι από τον Ατλαντικό να της πει: Well done.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ