Ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, ο έχων φήμη ελβετού πρίγκιπα με αδυναμία στα γρήγορα αυτοκίνητα και στις ωραίες γυναίκες, ανέλαβε εξουσία στο Ιράν μετά το πραξικόπημα των CIA και MΙ6 για την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ. Παρά τις αμερικανοβρετανικές αντιθέσεις συνεργάστηκαν κατά της προσπάθειάς του να εθνικοποιήσει την εγχώρια πετρελαϊκή βιομηχανία, που τον συνέκρουε και με τον Παχλαβί. Οι λόγιοι κληρικοί (ulama) στήριξαν τον νέο Σάχη στην περιθωριοποίηση αντισαχικών κομμάτων κι εκείνος τον εμβληματικό αγώνα του Μεγάλου Αγιατολάχ Borujerdi κατά των Bahai: την καταστροφή του ναού τους στην Τεχεράνη και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων στις πόλεις όπου, το 1955, βιομήχανος πίστης Bahai διαχειριζόταν στα εργοστάσιά του την εισαγωγή, την εμφιάλωση και τη διανομή της Pepsi-Cola.
Η περίοδος συναίνεσης έληξε με την πρώιμη νομοθετική προσπάθεια το 1960 για αναδιανομή της γης. Οι σιωπηλοί ως τότε Σιίτες ιεράρχες, και ο ίδιος ο Borujerdi, διαμαρτυρήθηκαν στο Κοινοβούλιο για την υπονόμευση της κληρικής εξουσίας‧ τα διοικούμενα από το ιερατείο τιμάρια αποτελούσαν σημαντικό μέρος των εσόδων τους. Ο Σάχης περιθωριοποιεί το «Εθνικό Κόμμα» του Μουσαντέκ και θέτει εκτός νόμου το μαρξιστικό-λενινιστικό «Tudeh» («του Λαού») –τον φόβο της φίλης Αμερικής μήπως οδηγήσει το Ιράν, την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ένωσης. Υποβάλλει στον έλεγχό του το Κοινοβούλιο και υποχρεώνει μια χώρα εύρωστη χάρη στο πετρέλαιο σε «κράτος-πελάτη» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και υφεσιακό πακέτο λιτότητας. Στη γενική δυσαρέσκεια προστέθηκε και η de facto αναγνώριση του κράτους Ισραήλ, σφετεριστή της πατρίδας των Παλαιστινίων.
Με πρωθυπουργό τον υποστηρικτή του πραξικοπήματος προτείνονται εκλογές στα Τοπικά Συμβούλια. Το Ιερό Κοράνιο θα αντικαθιστούσε ο όρος «Ιερό Βιβλίο» απειλώντας με ενδυνάμωση αιρέσεων, ιδιαίτερα των Bahai, οι γυναίκες αποκτούσαν πολιτική χειραφέτηση και οι μη μουσουλμάνοι υποψηφιότητα για τα συμβούλια. Οι τρεις σημαντικοί Αγιατολάχ της ιερής πόλης Qom διαμαρτυρήθηκαν στον Σάχη, ο Ρουχολάχ Χομεϊνί ανάμεσά τους. Παροτρύνει τους ιμάμηδες να ενημερώνουν τον λαό τί αφορούσε μια ψήφος στο δημοψήφισμα του 1963 και η ενορχηστρωμένη από τον φιλομοναρχικό κύκλο «Λευκή Επανάσταση» –η επιλογή του χρώματος υπονοούσε και τη απειλή μιας «κόκκινης» από τα κάτω. Για τις τριήμερες εξεγέρσεις των φοιτητών στο Qom, παραστρατιωτικοί λεηλάτησαν το διάσημο ιεροσπουδαστήριο Faiziyeh σκοτώνοντας φοιτητές, τη «μαύρη αντίδραση παρασιτικών κληρικών και των μαθητών τους» κατά τον Σάχη. Ο Χομεϊνί απαντά, «οι φοιτητές Θεολογίας, που περνούν τη ζωή τους σε στενά κελιά με μηνιαίο εισόδημα 40-100 tomans είναι παράσιτα; Και δεν είναι παράσιτα αυτοί που έχουν γεμίσει τις ξένες τράπεζες με τον πλούτο που παράγεται από τη σκληρή προσπάθεια των φτωχών συνανθρώπων μας, έχουν ανεγείρει παλάτια και γεμίζουν τις τσέπες τους και του Ισραήλ με τους πόρους μας;» (Axworthy, 2013). Καταστηματάρχες που έλεγχαν τα 2/3 του λιανικού εμπορίου ξεχύθηκαν στους δρόμους της Τεχεράνης κι έσπασαν κυβερνητικά κτίρια και μαγαζιά που πουλούσαν αλκοόλ. Ο στρατός με πυροβόλα όπλα γκρέμισε τα χιλιάδες στεγασμένα μαγαζιά στην τεράστια αγορά, πολλοί οι νεκροί και τραυματίες, και εκατοντάδες οι φυλακισμένοι έμποροι, ulama, φοιτητές, εργάτες, αγρότες (Milani, 2019). Ο Χομεϊνί συνελήφθη. Αφέθηκε σύντομα όπως συμβούλεψε διοικητής της οργανωμένης, με την τεχνογνωσία της CIA και τη στήριξη της Mossad, υπηρεσίας ασφαλείας SAVAK, αλλιώς όλος ο Σιιτικός κόσμος θα εξεγειρόταν. Του απαγορεύτηκε όμως να μεταβεί στο Qom, το πνευματικό οχυρό του.
Η σημαντικότερη συνέπεια του Ιουνίου 1963 ήταν η είσοδος του Χομεϊνί στο προσκήνιο ως θρησκευτικο-πολιτικού ηγέτη στην αναμέτρηση με αμερικανικά και σιωνιστικά συμφέροντα. Κανείς μετά τον Μουσαντέκ, έγραψε κεντρικό μέλος του «Εθνικού Κόμματος», δεν υπήρξε τόσο μαχητικός, και ο βρετανός ακαδημαϊκός Axworthy, που ως γιος τραπεζίτη είχε ζήσει στην Τεχεράνη, έγραψε για την υψηλή αίσθηση καθήκοντός του ως ʿālim που τον κατέστησε πολύ νέο mojtahed, και Āyatullāh όταν πέθανε ο Borujerdi. Ο Χομεϊνί καταγγέλλει νοθεία στις εκλογές –μόνο ο φιλομοναρχικός κύκλος συμμετείχε–, τη συμμαχία με το Ισραήλ κατά του αραβικού κόσμου, την παραχώρηση προνομίων/διομολογήσεων σε Αμερικανούς συμβούλους, τη μαζική παραγωγή καταναλωτικών ειδών (παπουτσιών, ποτών, ηλεκτρονικών ειδών) και, στην κορυφή της ελιτίστικης «Λευκής Επανάστασης», οι αυλικοί (επιχειρηματίες, κυβερνητικά και στρατιωτικά στελέχη) κατείχαν πάνω από το 85% των τραπεζικών και κατασκευαστικών εταιρειών. Η αναδιανομή της γης ευνόησε μόνο τις παλιές φεουδαρχικές Οικογένειες, που μεταβίβασαν σε στενούς συγγενείς τα χωριά που κατείχαν –ορισμένοι αγρότες έλαβαν τρακτέρ και λιπάσματα– και εκείνες άνοιξαν επιχειρήσεις με χαμηλότοκα δάνεια εξαιρούμενοι από φόρους. Κυβερνητικοί, στρατιωτικοί και ξένοι συνδεδεμένοι με την Αυλή κατείχαν περισσότερο από το 85% των εταιρειών του ασφαλιστικού και τραπεζικού τομέα και των κατασκευών, αμερικανικές, ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες πουλούσαν ό,τι καταναλωτικά είδη ήθελαν, οι οδικές, σιδηροδρομικές και λιμενικές υποδομές βρίσκονταν στα πρόθυρα κατάρρευσης λόγω του όγκου των εισερχόμενων εμπορευμάτων, τα λιμάνια του Κόλπου είχαν ακινητοποιηθεί από τις σειρές πλοίων που περίμεναν να ξεφορτώσουν εμπορεύματα και μεγάλο μέρος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ήταν πέρα από τις δυνατότητες των τεχνικών να τις συντηρήσουν. Εξόριστος ο Χομεϊνί καταγγέλλει τα εκατομμύρια δολάρια δάνειο από τους Αμερικανούς για εξοπλισμούς που «οι Αμερικανοί θέλουν να τους επιστρέψουμε, αλλά το Ιράν τούς έχει πουλήσει τον εαυτό του για να πάρει αυτά τα δολάρια, η κυβέρνηση πούλησε την ανεξαρτησία μας και μας έριξε στο επίπεδο αποικίας» (Axworthy, 2013).
Τα αποθέματα πετρελαίου της «χρυσής πενταετίας» παραχωρούνταν στους ξένους ενώ τα περισσότερα χωριά στερούνταν ηλεκτροδότησης, ιατρείων, σχολείων, οδικού δικτύου και τρεχούμενου νερού. Οι ακτήμονες εργάζονταν στα χωράφια ή ως βοσκοί, ενίοτε πηγαίνοντας για ημερομίσθιο σε περιοχές με βιοτεχνίες χαλιών, παπουτσιών, ρούχων. Ο Χομεϊνί έγραφε, «νομίζετε ότι αυτός ο ραδιοφωνικός βομβαρδισμός προπαγάνδας ισχύει; Πηγαίνετε από κοντά να δείτε, ούτε μια κλινική κάθε 200 χωριά θα βρείτε, δεν νοιάζονται για τους φτωχούς και τους πεινασμένους αλλά η κυβέρνηση δεν επιτρέπει να εφαρμοστούν οι κανόνες του Ισλάμ κατά της φτώχειας» (Rieffer-Flanagan, 2013).
Η μεσαία τάξη των πόλεων απέδιδε στους υψηλόμισθους ξένους τα αυξημένα ενοίκια όταν, το 1965-1967, το ποσοστό των οικογενειών που διέμενε σε ένα μόνο δωμάτιο αυξήθηκε από το 36% στο 43% και η πρωτεύουσα δίχως συγκοινωνίες και αποχετευτικό σύστημα. Χιλιάδες ανειδίκευτοι νέοι συνέρρεαν για εργασία στα αστικά κέντρα αλλά η έλλειψη κατοικιών και κοινωνικών υπηρεσιών οδηγούσε σε εξαθλίωση, εγκλήματα, αλκοολισμό, εκπόρνευση, αυτοκτονίες. Θορυβημένοι οι ulama για την ηθική χαλάρωση της κοινωνίας έβλεπαν ως μόνη λύση την επιβολή θρησκευτικών νόμων. Ο Χομεϊνί, σφοδρός πολέμιος της ωμής αμερικανικής ανάμειξης και αμετροεπούς κουλτούρας της, εκπονούσε πρόγραμμα νομολογίας‧ θα εναπόθετε λόγιους κληρικούς στη διακυβέρνηση που θα αντικαθιστούσε το Δυτικό μοντέλο δημοκρατίας που δημιουργούσε κοινωνικές ανισότητες οδηγώντας στην εγκληματικότητα. Κατήγγελλε και τη στήριξη του Σάχη στον Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του 1967 και στον Πόλεμο του Βιετνάμ, με τον Σάχη να απαγορεύει διαδηλώσεις υπέρ των παγκοσμίων εξεγέρσεων της δεκαετίας 1960. Ωστόσο, μυστικές μαρξιστικές και ισλαμικές οργανώσεις συζητούσαν τα διδάγματα από τον ένοπλο αγώνα στην Αλγερία, το Βιετνάμ, την Κίνα, την Κούβα και τη Λατινική Αμερική, με τη SAVAK να παρακολουθεί εργατικές ενώσεις και συνδικαλιστικές οργανώσεις, φυλακίζοντας και βασανίζοντας με ηλεκτροσόκ, ακόμα και με τρυπάνια, όσους συνελάμβανε (Rieffer-Flanagan, 2013).
Τα επαναστατικά γεγονότα στον κόσμο δεν άγγιζαν τη μακαριότητα του Σάχη: το κρίσιμο 1967 εκείνος θεώρησε κατάλληλο για τη μυθικής πολυτέλειας τελετή στέψης του ως «Βασιλιά των Βασιλέων» και «Φως των Αρίων», έχοντας αποκτήσει τον διάδοχο που δεν του είχαν δώσει οι προηγούμενες δυο σύζυγοι. Η πολυτέλεια που επέδειξε και η ίδια η μοναρχία ήταν ασύμβατα με το Ισλάμ, για την υπονόμευση του οποίου συνεργαζόταν με τις ΗΠΑ. Ο Χομεϊνί επισημαίνει και τον παραμελημένο αγροτικό τομέα‧ η χώρα-εξαγωγέας τροφίμων δαπανούσε τη δεκαετία 1970 περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως για την εισαγωγή αγροτικών προϊόντων. H μεγαλομανία και αδιαφορία του Σάχη κορυφώνεται στην επέτειο των 2.500 χρόνων από την ίδρυση της Περσικής Αυτοκρατορίας. Με κόστος εκατομμυρίων δολαρίων δεξιώθηκε βασιλείς, πρίγκιπες, προέδρους, πρωθυπουργούς, σουλτάνους, στρατιωτικούς και υπουργούς από 69 κράτη. Εδέσματα από το Maxim του Παρισιού, κρύσταλλα Baccarat, πορσελάνες Limoges με διακοσμητή αυτόν που η Jacqueline Kennedy είχε χρησιμοποιήσει στον Λευκό Οίκο, και κάθε μία από τις πενήντα στολές των μελών της Αυλής απαιτούσε ένα χιλιόμετρο χρυσό νήμα. Το «Show of Shows» (Time, 1971) λάμπρυναν θεάματα με τέθριππα, τριήρεις, τοξότες, ασπιδοφόρους και έφιππους στρατιώτες υπό την μελωδία «Περσέπολις» του έλληνα συνθέτη Γιάννη Ξενάκη. Η φτώχεια στις πολλές περιοχές δεν αφορούσε το εκτός πραγματικότητας βασίλειο, στο οποίο το μόνο μειονέκτημα που είχε εντοπίσει η αυτοκράτειρα Farah ήταν η έλλειψη πούρων στα WC κατά τη δεξίωση και η επιλογή ροζ τριαντάφυλλων.
Παρά την προπαγάνδα ενός δυτικόπνοου εκσυγχρονισμού, με αλλαγές στην ενδυμασία, στην εξιδανίκευση της πολυτέλειας, στη χρήση αλκοόλ, στις ανάρμοστες κινηματογραφικές ταινίες –προσβάσιμες και στους ανηλίκους–, οι διαμαρτυρίες πολλαπλασιάζονταν. Ο κόσμος μάθαινε για τα οικονομικά σκάνδαλα του Σάχη, τα υψηλού κόστους προγράμματα ανάπτυξης «δικαιολογημένα» από την υπόσχεσή του να καταστήσει το Ιράν μια από τις ισχυρότερες χώρες στον κόσμο, και τον απογειωμένο πληθωρισμό. Δάνεια και πιστώσεις συντηρούσαν την αυξημένη απασχόληση, στάσιμο το βιοτικό επίπεδο στο κλίμα υψηλών τιμών του 1975-1977 και το κλίμα στα παζάρια εχθρικό: «O Σάχης θα μας καταστρέψει, οι τράπεζες κυριαρχούν. Τα μεγάλα καταστήματα υπονομεύουν τα προς το ζην μας και η κυβέρνηση θα ισοπεδώσει τις αγορές μας» (Abrahamian, 1980). Ο Σάχης θεσμοθετεί τα «Δικαστήρια των Συντεχνιών». Φυλακίζουν και εξορίζουν ως «κερδοσκόπους» χιλιάδες επιχειρηματίες, καταστηματάρχες και πλανόδιους πωλητές, παραβλέπει όμως ότι τα παζάρια ήταν τόποι «οικονομικού βαρόμετρου» με δυναμικές συντεχνίες τεχνιτών και εμπόρων, και δεσμούς με τις μεσαίες και κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Ανίδεος και ο πρόεδρος Κάρτερ στην Τεχεράνη διαβεβαιώνει, εγκωμιάζοντας τον Σάχη, ότι το Ιράν «αποτελεί νησί σταθερότητας στις πιο προβληματικές περιοχές του κόσμου».
Παρά την διακηρυχθείσα νηνεμία ο Χομεϊνί τους φοβίζει κι απ’ την εξορία με το κάλεσμα που γοήτευε απλούς ανθρώπους και διανοούμενους, και φιλοκυβερνητική εφημερίδα τον συκοφαντεί ως φίλο νεο-αποικιοκρατών και κομμουνιστών, και Ινδό κληρικό. Η δημοσίευση είχε αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τα σεμινάρια στα ιεροσπουδαστήρια του Qom ματαιώνονται, η κεντρική αγορά κλείνει, εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί βγαίνουν στους δρόμους σε ένα πλατύ αντιιμπεριαλιστικό κίνημα από ετερόκλητα κόμματα, ισλαμισμού, μαρξισμού, εθνικισμού, και συνασπίζονται με τα Σιιτικά σύμβολα στις αντιφάσεις της Επανάστασης‧ απελευθέρωση από τους ιμπεριαλιστές, και άρνηση της νεοτερικότητας στο πλαίσιο της θρησκευτικής εποπτείας που γεννιόταν. Με τους εκατοντάδες θανάτους διαδηλωτών το μόνο που πέτυχε η κυβέρνηση ήταν να πυροδοτήσει το Μαρτύριο στη χώρα όπου αποτελούσε θεμελιώδη θρησκευτική έκφραση –μέχρι σήμερα, για τους Δυτικούς ειδικούς, ένα τυφλό σημείο χάραξης πολιτικής.
Παρά τις πολυήμερες τελετές πένθους σε δεκάδες περιοχές, η CIA εκτιμούσε πως το Ιράν «δεν βρίσκεται ούτε καν σε προ-επαναστατικό στάδιο». Μόνο τον Νοέμβριο 1978 η Ουάσιγκτον συνειδητοποίησε ότι το καθεστώς του Σάχη παρέπαιε και ο αμερικανός πρέσβης τον ενημέρωσε να εγκαταλείψει τη χώρα. Πλήθος κόσμου στην Τεχεράνη υποδέχτηκε τον Ανώτατο Ηγέτη Χομεϊνί και, στην ανακηρυχθείσα με δημοψήφισμα Ισλαμική Δημοκρατία, η μεσσιανική έννοια του Δωδέκατου Ιμάμη Μαχντί συνδέθηκε με τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ίδρυσε το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, στήριξε τη δράση της ακτιβιστικής Χεζμπολά, μετέτρεψε το κτίριο της ισραηλινής πρεσβείας σε γραφείο της PLO κι έδωσε το όνομα «Παλαιστίνη» σε δρόμους, πλατείες και περιοχές σε όλη τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση συνδεδεμένη με τις λαϊκές τάξεις απέκτησε κοινωνική βάση, ενθάρρυνε εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η εθνικοποίηση του πετρελαϊκού τομέα έθεσε σε αμφισβήτηση τον ρόλο της Δύσης.
Η Δρ. Κ. Παυλή είναι Μεταδιδάκτορας Αποικιοκρατίας στο Πάντειο Παν/μο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

