Ο Σεπτέμβρης δεν είναι ο μήνας μου. Δεν είναι αμιγής. Δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει. Μικραίνει τη μέρα του και μεγαλώνει το σκοτάδι, αλλά όχι με χειμερινή σταθερότητα. Κατεβάζει τη θερμοκρασία αλλά και τη διατηρεί σε υψηλά επίπεδα σα να μην ξέρει που ανήκει. Ο Σεπτέμβρης δεν είναι βέβαιος.
Ίσως στο βάθος γι’ αυτό δεν μου αρέσει. Ίσως με έχει επηρεάσει, από παιδί, αυτή η γενική τάση των ανθρώπων να αναζητούν βέβαια και σταθερά πράγματα, να μην ταλαντεύονται, να μην αμφισβητούν – γιατί ποιος ξέρει τι θα ανακαλύψουν; – και να μην αμφισβητούνται – γιατί ποιος ξέρει τι θα αποκαλυφθεί;
Από την άλλη το καλοκαίρι, ο Ιούλιος προ πάντων, περιέχει κάποιες βεβαιότητες. Που μου επιτρέπει να αισθάνομαι περισσότερο ασφαλής, μεταξύ θάλασσας κι ουρανού, εκεί όπου το τοπίο ξαναπαίρνει τις απαλές διαστάσεις του, και τις ανθρώπινες θα ευχόμουν.
Εκεί και τότε έχεις την ευκαιρία να ξαναδιαβάσεις «τ’ αλφαβητάρι των άστρων», υπολογίζοντας βεβαιότητες και αμφιβολίες, δημιουργία κι ερωτηματικά της ζωής μας, τα δούναι και λαβείν, τα προηγηθέντα που νομίζουμε ότι ξέρουμε και τα όσα πρόκειται να συμβούν που δεν ξέρουμε ούτε την ποσότητα ούτε το ποιόν τους. Ακόμη κι αν διασχίζουν αυτή την θερινή αιθρία κάποιοι ανθυγιεινοί υπουργοί, πρωθυπουργοί, κάποιοι μισάνθρωποι της μετανάστευσης, άλλοι της αστυνομίας και λοιποί που υπονομεύουν την καλοκαιρινή ευεξία.
Περί των ερωτημάτων και των βεβαιοτήτων λοιπόν, ο λόγος.
Θυμάμαι πως όταν ήμουν παιδί, μόλις αναγνώριζα τον κόσμο, ένα βράδυ έστρεψα τα μάτια προς τον έναστρο ουρανό και με φόβο ανακάλυψα το μικρό μου ασήμαντο μέγεθος, εγώ που ήμουν το κέντρο του κόσμου επί της οδού Παναχαϊκού 57.
Από τότε η αίσθηση αυτή δεν με εγκατέλειψε, ακόμη κι αν μπόρεσα, όσο μπόρεσα, να τακτοποιήσω τα μεγέθη, μικρά και μεγάλα, σε πιο προσιτές και αναγνώσιμες ακολουθίες. Όσο μπορώ με διαλεκτικό τρόπο.
Κι έτσι ρέπω προς έναν ασφαλή, λέμε τώρα, Ιούλιο, παρά σε έναν ταλαντευόμενο Σεπτέμβρη.
Και όσο το αναλογίζομαι τόσο διαπιστώνω πως οι αναγκαίες βεβαιότητες είναι απλωμένες παντού. Οι άνθρωποι θέλουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς σε έναν κόσμο που πάντα ήταν αβέβαιος. «Πόλεμοι, χαλασμοί, ξεριζωμοί», κατέστρεφαν τις σίγουρες επενδύσεις της ζωής, τόπους, ανθρώπους, αισθήματα, και μετέφεραν το μήνυμα της προσωρινότητας. Αν ένα περιβάλλον είναι τόσο επισφαλές γιατί να του προσθέτουμε τις δικές μας αμφιβολίες, για την ύπαρξη, για την κοινωνία, για τις πολιτικές επιλογές και τα λοιπά παρόμοια; Άρα, καλύτερα να επιλέγουμε σταθερά πράγματα. Μια πίστη σε αναλλοίωτες αλήθειες ας πούμε. Σαν τη θρησκεία. Ή την ιδιοκτησία. Κατασκευές με στέρεα υλικά, όπως στα «Τρία γουρουνάκια», όπου ο σώφρων έχτιζε πιο αργά αλλά πιο σίγουρα με πέτρα!
Οι αμφιβολίες, τα ερωτηματικά, οι μεταπτώσεις και οι αλλαγές είναι η απειλή την οποία αποτρέπει το μυαλό μας και κυρίως το συναίσθημα. Κι έτσι συχνότερα προτιμούμε αντί τα ερωτήματα τις απαντήσεις, αντί την αναζήτηση την κατάληξη, αντί την αμφιβολία τη βεβαιότητα.
Στην πραγματικότητα η κοσμοθεωρία και η συναισθηματική ασφάλεια της θρησκευτικής πίστης είναι διαδεδομένες σε όλο μας το πλέγμα, σαν κάτι να έχει ενσταλαχθεί στο DNA μας, ακόμη κι όταν έχουμε αρνηθεί τη θρησκεία.
Αυτό όμως οδηγεί σε έναν συντηρητισμό πολλών επιπέδων που απλώνει σε όλες τις εκφράσεις της ζωής και σε όλες τις πολιτικές και θεωρητικές επιλογές, εννοώ και της Αριστεράς, όσο κι αν η τελευταία τον αποτάσσει ως τον υλιστικό σατανά.
Είναι μια διατήρηση των δεδομένων, μια επιθυμία να θεωρηθούν βεβαιότητες όσα διατυπώθηκαν παρά τις τόσες προσκρούσεις στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα στους μεγαλύτερους πολιτικούς σχηματισμούς του κομμουνιστικού κινήματος (αν και οι μικρότεροι δεν έχουν εντελώς αποκοπεί από τις μήτρες τους του 20ου αιώνα) που επενδύουν στα θέσφατα προκειμένου να κρατάνε συμπαγή, όπως νομίζουν τουλάχιστον, έναν κρίσιμο οργανωτικό και πολιτικό πυρήνα.
Η διαλεκτική της πίστης, της πεποίθησης θα έλεγα καλύτερα, και της αναζήτησης είναι μια ενότητα και πάλη αντιθέτων και όχι μια ισορροπία, και δεν οδηγεί στο κενό.
Είναι πολύ δύσκολο να αμφιβάλλεις και ταυτόχρονα να παλεύεις με βεβαιότητα για τις δίκαιες αλήθειες. Αλλά είναι αναγκαίο!

