ΠΗΓΗ:facebook
Η περίπτωση Τσίπρα δεν αποτελεί πολιτική εναλλακτική, αλλά το πολιτικό ίζημα μιας εποχής που έχει μετατρέψει την ιστορική της ανικανότητα να υπερβεί το υπάρχον σε θεωρία του εφικτού. Πίσω από την επίμονη σκηνοθεσία της «διαφοράς» βρίσκεται η ίδια υποταγή στην καπιταλιστική κανονικότητα που συγκροτεί και τον πυρήνα της νεοδημοκρατικής διαχείρισης. Στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στην κυριαρχία της αγοράς, στην πειθάρχηση της εργασίας και στην εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, η υποτιθέμενη απόσταση καταρρέει και απομένει η θλιβερή φιλονικία για το ποιος θα διαχειριστεί ευπρεπέστερα την ίδια κοινωνική εξαθλίωση. Δεν αντιπαρατίθενται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Συνωστίζονται διαφορετικοί επίδοξοι διαχειριστές μιας διαρκούς αθλιότητας.
Υπό αυτή την έννοια, η περίπτωση Τσίπρα δεν συγκροτεί αριστερή πολιτική πρόταση, ούτε καν μια ιδιότυπη σοσιαλδημοκρατική απόπειρα ανασύστασης ενός μεταρρυθμιστικού συμβολαίου ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, αλλά το απόσταγμα των πλέον καθυστερημένων εκφορών μιας εκπνέουσας κεντρώας αφήγησης, η οποία, έχοντας απολέσει ακόμη και την παλαιότερη υλική υπόσχεση της αναδιανομής, καταφεύγει πλέον στην ηθικοποίηση της πολιτικής, αντιπαραθέτοντας στην ανεντιμότητα την εντιμότητα, στην αλαζονεία την ευπρέπεια και στην αυταρχική διαχείριση μια υποτιθέμενα ηπιότερη εκδοχή της ίδιας κοινωνικής κανονικότητας.
Μόνο που το δίπολο εντιμότητας και ανεντιμότητας δεν αποτελεί πραγματικό πολιτικό δυϊσμό, αλλά την ακύρωση κάθε δυϊσμού, επειδή η εντιμότητα δεν είναι το διαλεκτικό αντίθετο της καπιταλιστικής κυριαρχίας και η ανεντιμότητα δεν αποτελεί την αιτία της κοινωνικής εξαθλίωσης. Όταν στη θέση της σύγκρουσης κοινωνικών συμφερόντων εγκαθίσταται η αντιπαράθεση ηθικών ιδιοτήτων, η πολιτική έχει ήδη υποχωρήσει μπροστά στην ηθικολογία και το ερώτημα ποιος κατέχει, ποιος παράγει, ποιος ιδιοποιείται και ποιος υφίσταται το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής αντικαθίσταται από το πολιτικά ευτελές ερώτημα ποιος θα αναλάβει να διαχειριστεί την κοινωνική εξαθλίωση, όταν η ίδια η δυνατότητα υπέρβασής της έχει ήδη εξοριστεί από τον ορίζοντα μιας σκέψης που έχει συμφιλιωθεί με την ήττα της.
Το πολιτικό προσωπικό που συνέχει το εγχείρημα αποτελεί την πληρέστερη επιβεβαίωση αυτής της ιστορικής ένδειας, ένα συνονθύλευμα αμελητέας πολιτικής υπόστασης, χωρίς θεωρητικό έρμα, χωρίς κοινωνικό ορίζοντα και χωρίς ηθικό περιεχόμενο, επαγγελματίες πραματευτές μιας δυστυχίας την οποία έχουν προ πολλού αποδεχθεί ως φυσική κατάσταση της κοινωνίας και από τη διαιώνιση της οποίας αντλούν τελικά τον ίδιο τον λόγο της πολιτικής τους ύπαρξης. Δεν πρόκειται για φορείς ενός αποτυχημένου μετασχηματιστικού σχεδίου ούτε για ανθρώπους που διατηρούν κάποια εξασθενημένη πρόθεση κοινωνικής μεταρρύθμισης, αλλά για το πολιτικό απόσταγμα των πλέον καθυστερημένων εκφορών μιας εκπνέουσας κεντρώας αφήγησης, για έναν επαγγελματικό μηχανισμό που εμπορεύεται την κοινωνική εξαθλίωση ως αμετάβλητη πραγματικότητα και προσφέρει ως πολιτική λύση την εναλλαγή εκείνων που θα την επιτηρούν. Η δυστυχία δεν αποτελεί για αυτούς το κοινωνικό απεχθές που πρέπει να καταργηθεί αλλά την πρώτη ύλη της πολιτικής τους αναπαραγωγής, το διαρκές υπόστρωμα πάνω στο οποίο μπορούν να εμφανίζονται ως αναγκαίοι, να υπόσχονται ανακούφιση χωρίς χειραφέτηση και να μετατρέπουν την απουσία οποιουδήποτε ιστορικού σχεδίου σε επαγγελματική τεχνική επιβίωσης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιχειρηματολογία εκείνων που απαιτούν την πολιτική υποταγή στο εγχείρημα Τσίπρα προκειμένου να απομακρυνθεί ο Μητσοτάκης, καθώς εδώ η στρατηγική ανεπάρκεια αυτοανακηρύσσεται σε πολιτικό ρεαλισμό, η διανοητική ένδεια μεταμφιέζεται σε υπευθυνότητα και η πλήρης αδυναμία συγκρότησης οποιασδήποτε εναλλακτικής αξιώνει, με αξιοσημείωτη αυταρέσκεια, να αναγνωριστεί ως πολιτική ωριμότητα. Πρόκειται για έναν λόγο που έχει εκπέσει στη μεταφυσική της ηπιότερης διαχείρισης της δυστυχίας, έναν λόγο ανίκανο πλέον ακόμη και να συλλάβει εννοιολογικά την υπέρβασή της, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός εμπορευματοποιεί τη στέγη, την υγεία, την εκπαίδευση και τον ίδιο τον κοινωνικό χρόνο, καταστρέφοντας ακόμη και τις υλικές προϋποθέσεις του παλαιού σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού. Έτσι, εκείνο που οι απολογητές του εγχειρήματος εμφανίζουν ως πραγματισμό δεν είναι παρά η θεωρητικοποίηση της συνθηκολόγησής τους, η αναγόρευση της πολιτικής τους αδυναμίας σε μέτρο του ιστορικά δυνατού και η απαίτηση να υποβιβαστεί ολόκληρη η κοινωνία στο ύψος της δικής τους παραίτησης.
Κάπως έτσι η περίπτωση Τσίπρα καταλήγει να μην αποτελεί παρά την κουρελιασμένη υποσημείωση περιφερόμενων υποκειμένων που υποδύονται τους πολιτικούς αναλυτές, ενώ στην πραγματικότητα έχουν περιοριστεί στον πολύ ταπεινότερο ρόλο του δημοσιολόγου σχολιαστή της κοινωνικής εξαθλίωσης, καταγράφοντας τους όρους της, περιγράφοντας τις συνέπειές της και αναζητώντας κάθε φορά τον καταλληλότερο διαχειριστή της, χωρίς να διαθέτουν ούτε τις αναλυτικές κατηγορίες ούτε, κυρίως, την πολιτική βούληση να θέσουν το ερώτημα της υπέρβασής της. Εκεί όπου κάποτε η πολιτική σκέψη αναζητούσε τους όρους μετασχηματισμού της πραγματικότητας, αυτοί αναζητούν πλέον τον επικοινωνιακά προσφορότερο τρόπο συμφιλίωσης μαζί της.
Όσο για τους χειροκροτητές της περίπτωσης Τσίπρα, η συμπόνοια είναι αυτονόητη, όπως αυτονόητη είναι και η διαπίστωση ότι η μερικότητα και η μικρότητα αποτέλεσαν διαχρονικά το τελευταίο καταφύγιο της διανοητικής και πολιτικής αδυναμίας. Όταν ένας ολόκληρος ιστορικός ορίζοντας συρρικνώνεται στην αγωνία αντικατάστασης ενός διαχειριστή από έναν άλλο, όταν η κοινωνική χειραφέτηση εκπίπτει σε αναζήτηση εντιμότερης διοίκησης της εξαθλίωσης και όταν η ανικανότητα παραγωγής πολιτικής στρατηγικής αναγορεύεται αυτάρεσκα σε υπεύθυνο ρεαλισμό, δεν βρισκόμαστε πλέον ενώπιον μιας πολιτικής πρότασης που ηττήθηκε ή απέτυχε. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός πολιτικού και διανοητικού μικρόκοσμου που έχει μετατρέψει τα όρια της δικής του ανεπάρκειας σε όρια της κοινωνικής δυνατότητας και απαιτεί από τους υπόλοιπους να κατοικήσουν μέσα στη δική του παραίτηση. Οι χειροκροτητές του εγχειρήματος δεν υπερασπίζονται επομένως κάποια εναλλακτική που υποχώρησε μπροστά στον δυσμενή συσχετισμό δύναμης. Υπερασπίζονται την απουσία εναλλακτικής, την εξωραΐζουν ως σύνεση και επιχειρούν να επιβάλουν τη δική τους πολιτική αδυναμία ως καθολικό μέτρο του εφικτού. Και ίσως αυτή να είναι η πιο θλιβερή μορφή παρακμής, όχι η αδυναμία να μετασχηματίσεις τον κόσμο, αλλά η διανοητική μικρότητα να θεωρείς αφέλεια ακόμη και την απαίτηση να μετασχηματιστεί.
Και αυτή είναι ίσως η μόνη πραγματική χρησιμότητα της περίπτωσης Τσίπρα, ότι εκθέτει σε κοινή θέα μια πολιτική και διανοητική παρακμή που, χωρίς αυτήν, θα εξακολουθούσε πιθανότατα να μεταμφιέζει την ανεπάρκειά της σε ελπίδα και την ιστορική της ασημαντότητα σε πολιτική αναγκαιότητα. Το πολιτικό προσωπικό του εγχειρήματος προσφέρει την κουρελιασμένη υποσημείωση, οι δημοσιολόγοι της εξαθλίωσης αναλαμβάνουν να την αναβαθμίσουν σε πολιτική ανάλυση και οι απολογητές της να ανακηρύξουν τη συλλογική τους παραίτηση σε ιστορικό ρεαλισμό. Δεν πρόκειται για την ανάδυση κάποιας νέας πολιτικής δυνατότητας, αλλά για το ακριβώς αντίθετο, για τη στιγμή κατά την οποία η πολιτική αδυναμία αποκτά το προσωπικό που την εμπορεύεται, τους αναλυτές που την εξωραΐζουν και το ακροατήριο που την χειροκροτεί. Μια ολόκληρη μικρογεωγραφία πολιτικής ένδειας, όπου οι μεν διαχειρίζονται την κοινωνική δυστυχία, οι δε την σχολιάζουν και οι υπόλοιποι την αποδέχονται ως το ανώτατο όριο του ιστορικά δυνατού. Ο Τσίπρας δεν αποτελεί εδώ την ελπίδα αυτής της παρακμής. Αποτελεί απλώς το πρόσχημά της. Το πραγματικό της περιεχόμενο είναι ένας κόσμος πολιτικά ηττημένος, διανοητικά εξαντλημένος και τόσο βαθιά συμφιλιωμένος με τη μικρότητά του, ώστε απαιτεί πλέον από μια ολόκληρη κοινωνία να τη συμμεριστεί.

