Οι διακοπές του πληθυντικού αριθμού, της Τέας Βασιλειάδου

Γιατί, αλήθεια, τις λέμε «διακοπές» και όχι «διακοπή»;
Η γραμματική καμιά φορά είναι πιο τίμια από την οικονομική πραγματικότητα. Η «διακοπή» είναι μοναδική, ακαριαία, καθολική· σαν τη διακοπή ρεύματος που βυθίζει μια ολόκληρη γειτονιά στο σκοτάδι, εξισώνοντας προσωρινά τον πλούσιο με τον φτωχό μπροστά στο λιωμένο παγωτό του ψυγείου.
Η επίσημη άποψη είναι πως τις λέμε έτσι επειδή διαρκούν πολλές ημέρες. Όμως η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Οι διακοπές του πληθυντικού αριθμού είναι μια άλλη υπόθεση: μια σειρά από παράλληλες, ασύμβατες πραγματικότητες. Είναι το δικαίωμα στην ανάσα —κοστολογημένο, χρηματιστηριακά ελεγχόμενο και μεταφρασμένο σε όρους ελεύθερης αγοράς.

  1. Η «απόσβεση» και το εθνικό Excel

Ο Μιχάλης και η Ελένη κάθονται στην τρίτη σειρά με ξαπλώστρες στην Αντίπαρο. Η πρώτη σειρά κοστίζει 60 ευρώ· η δική τους 40. Ο Μιχάλης κοιτάζει τη θάλασσα, αλλά το μυαλό του κάνει διαιρέσεις. Για να πληρώσουν τα ναύλα ενός συμβατικού πλοίου —που πλέον κοστίζουν όσο η δόση ενός στεγαστικού δανείου— έπρεπε να κόψουν το delivery για τρεις μήνες.
«Πρέπει να τη χαρούμε τη θάλασσα», λέει στην Ελένη με μια ελαφριά, νευρική υστερία. «Κάτσε τουλάχιστον άλλες δύο ώρες, να κάνουμε απόσβεση το σαραντάευρω».
Αυτό είναι το πολιτικό παράδοξο των διακοπών για την ελληνική μεσαία τάξη: η χαρά μετατρέπεται σε καθήκον και η χαλάρωση σε παραγωγική διαδικασία. Πρέπει να «καταναλώσεις» το τοπίο βίαια για να δικαιολογήσεις τα έξοδα. Αν δεν νιώσεις τη χαλάρωση να σε πλημμυρίζει —ή αν δεν ανεβάσεις τη σωστή φωτογραφία με το ηλιοβασίλεμα για να αποδείξεις ότι ανήκεις ακόμα στον πολιτισμένο κόσμο— έχασες την επένδυση. Κοιτάζονται και χαμογελούν σφιχτά. Είναι εξαντλημένοι από την προσπάθεια να περάσουν καλά.

  1. Οι καταναλωτές του «Mamma Mia»

Λίγα μέτρα πιο εκεί, στην πρώτη σειρά, ο Τζον και η Σάρα από το Μάντσεστερ απολαμβάνουν το δικό τους «ελληνικό καλοκαίρι». Έχουν πληρώσει ένα πακέτο all-inclusive που υπόσχεται απεριόριστο αλκοόλ και μια «αυθεντική εμπειρία». Για αυτούς η Ελλάδα είναι —ακόμα— φτηνή· η ακρίβεια που γονατίζει τον Μιχάλη είναι απλώς ψιλά για το δικό τους πορτοφόλι. Ωστόσο, η Σάρα νιώθει ελαφρώς απογοητευμένη. Το νησί δεν μοιάζει με την ταινία Mamma Mia. Παντού υπάρχει μπετόν, ενοικιαζόμενες «γουρούνες» που κάνουν θόρυβο, και η «αυθεντική ταβέρνα» του ξενοδοχείου σερβίρει αποδομημένο μουσακά σε έναν μπουφέ για μάζες.

Γιατί ακόμα και στον παράδεισο του εισαγόμενου συναλλάγματος, οι διακοπές παραμένουν στον πληθυντικό αριθμό.

Καθώς ο Τζον πίνει τη βιομηχανική του μπίρα, κοιτάζει ανοιχτά στο πέλαγος. Εκεί, ένα λευκό γιοτ έχει ρίξει άγκυρα στα βαθιά, μακριά από τη φασαρία της ακτής. Στο κατάστρωμα, κάποιοι άλλοι ξένοι, με λινά ρούχα και ιδιωτικούς σεφ, απολαμβάνουν την απόλυτη σιωπή που αγοράζουν τα εξαψήφια ποσά της ενοικίασης.

Οι ξένοι τουρίστες είναι χωρισμένοι στις δικές τους κάστες. Υπάρχουν οι προνομιούχοι της πλωτής απομόνωσης, που δεν θα πατήσουν ποτέ το πόδι τους στην καυτή άμμο των κοινών θνητών, και οι αιχμάλωτοι των all-inclusive θερέτρων, που στοιβάζονται στις ίδιες πισίνες, φωτογραφίζουν τον ίδιο ακριβώς γάτο στο ίδιο ακριβώς σοκάκι και καταναλώνουν μια κονσερβοποιημένη εκδοχή της χώρας. Το σύστημα τους πουλάει το ίδιο γαλάζιο, αλλά σε διαφορετική συσκευασία.

  1. Τα παιδιά της παραλίας

Ανάμεσα στις ξαπλώστρες, ο οκτάχρονος γιος του Μιχάλη, ο Νικόλας, και το παιδί των ξένων τουριστών τσακώνονται για ένα πλαστικό φτυάρι. Τα παιδιά δεν ξέρουν από πληθωρισμό, αλλά νιώθουν τις δονήσεις του.
«Μπαμπά, γιατί ο κύριος δίπλα μιλάει αγγλικά;» ρωτάει ο Νικόλας.
«Επειδή είναι Άγγλος, παιδί μου».
«Και γιατί έχει καλύτερη ομπρέλα από εμάς;»
«Επειδή η λίρα έχει καλύτερη ισοτιμία από τον μισθό μου», ψιθυρίζει ο Μιχάλης, αλλά ο Νικόλας έχει ήδη τρέξει μακριά.
Τα παιδιά απαιτούν παγωτά των 5 ευρώ, τρέχουν, λερώνουν με άμμο τα επώνυμα μαγιό των διπλανών και παρατηρούν τις κυρίες που φορούν βαριά χρυσά κοσμήματα μέσα στο αλάτι. Φτιάχνουν ιστορίες για τον σερβιτόρο· τον βλέπουν σαν τον «Μάγο της Άμμου» επειδή περπατάει ξυπόλητος πάνω στα καυτά βότσαλα. Καταγράφουν τις διαφορές με έναν κυνικό, αφοπλιστικό ρεαλισμό, την ίδια ώρα που οι γονείς τους προσποιούνται ότι οι κοινωνικές αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί, απλώς και μόνο επειδή μοιράζονται την ίδια αμμουδιά.

  1. Η βαριά βιομηχανία και τα αναλώσιμα γρανάζια

Ο Γιάννης, είκοσι δύο ετών, ισορροπεί έναν δίσκο με freddo espresso. Ο Γιάννης δεν κάνει διακοπές· ο Γιάννης είναι οι διακοπές των άλλων. Είναι το καύσιμο της «βαριάς βιομηχανίας» της χώρας, που τρέφεται με τον ιδρώτα της γενιάς του και επιδοτείται από το κρατικό αφήγημα της ελληνικής φιλοξενίας.
Όταν αφήνει τον καφέ στον Μιχάλη, εκείνος νιώθει μια στιγμιαία, ενοχική αμηχανία. Κοιτάζει τα δικά του χέρια γραφείου, κοιτάζει και τα ηλιοκαμένα χέρια του Γιάννη. Αφήνει ένα φιλοδώρημα δύο ευρώ, εξαγοράζοντας φτηνά την κοινωνική του συνείδηση για τις επόμενες δύο ώρες. Ο Γιάννης λέει ένα τυπικό «thank you» από κεκτημένη ταχύτητα, νομίζοντας ότι ο Μιχάλης είναι ξένος τουρίστας. Στις δύο το βράδυ θα επιστρέψει σε ένα δωμάτιο-κοντέινερ με άλλους τρεις συναδέλφους. Η «βαριά βιομηχανία» δεν προβλέπει χώρο για την αξιοπρέπεια των εργατών της.

  1. Οι διακοπές του «αόρατου»

Στην άλλη πλευρά του νησιού, εκεί που οι δρόμοι γίνονται ιδιωτικοί και οι μάντρες ψηλώνουν, η οικογένεια Ανωτερίδου περνάει τις δικές της διακοπές. Εδώ δεν υπάρχει Excel, ούτε δίσκοι, ούτε θόρυβος· υπάρχει μόνο η απόλυτη, ακριβή σιωπή.
Εδώ η λέξη «διακοπές» —που δεν έχει αναγκαστικά χρονικό προσδιορισμό— σημαίνει απομόνωση από το πλήθος. Η πολιτική προσέγγιση της ελίτ είναι η γεωγραφική καθαρότητα. Δεν θέλουν να βλέπουν τη μεσαία τάξη να ιδρώνει για να κάνει απόσβεση, ούτε τον Γιάννη να μοχθεί. Η πισίνα υπερχείλισης ενώνεται με το Αιγαίο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι όλος ο κόσμος τούς ανήκει. Και ίσως, τελικά, να τους ανήκει.

  1. Οι διακοπές της «απουσίας» και ο βουβός θυμός

Και μετά, υπάρχει η Κατερίνα στην Αθήνα. Αύγουστος, η Πατησίων βράζει και το τσιμέντο εκπέμπει τη ζέστη όλης της ημέρας. Για μια μονογονεϊκή οικογένεια, το κόστος των διακοπών δεν είναι πλέον απλώς ένα «έξοδο»· είναι ταξικός αποκλεισμός.
Εδώ δεν υπάρχουν ρομαντικά σκηνικά με παιδιά που παίζουν. Η 15χρονη κόρη της, η Νεφέλη, είναι κλεισμένη στο δωμάτιο με το κλιματιστικό, κάνοντας ασταμάτητο scroll στο TikTok. Βλέπει σε ζωντανή μετάδοση τις ζωές των συμμαθητών της και των ξένων influencers στα κυκλαδίτικα σοκάκια. Το φως της οθόνης φωτίζει τον βουβό, εφηβικό θυμό της για μια ζωή που δεν μπορεί να αγοράσει.
Η Κατερίνα βγαίνει στο μπαλκόνι με μια μπίρα από το σούπερ μάρκετ. Το χιούμορ της είναι πλέον η μόνη άμυνα απέναντι στη θλίψη.
«Τουλάχιστον δεν έχουμε τουρίστες να μας κλείνουν τον δρόμο για το φαρμακείο», σκέφτεται και χαμογελάει πικρά. Η δική της «διακοπή» είναι απλώς η παύση των email από την εταιρεία. Κι αυτό, στην Ελλάδα του σήμερα, θεωρείται προνόμιο.

7.Το συμπέρασμα του Σεπτέμβρη

Τελικά, γι’ αυτό οι διακοπές είναι πληθυντικός.
Γιατί αποτελούν το ετήσιο, υποχρεωτικό stress test μιας χώρας που πουλήθηκε ως real estate. Δείχνουν με χειρουργική ακρίβεια ποιος είσαι, πόσα έχεις, ποιος σερβίρει και ποιος σερβίρεται —είτε μιλάς ελληνικά, είτε αγγλικά, είτε τη γλώσσα των crypto-εκατομμυριούχων. Είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση ότι είμαστε όλοι ίσοι κάτω από τον ίδιο ήλιο, την ίδια στιγμή που η σκιά που μας αναλογεί χρεώνεται με το τετραγωνικό εκατοστό.
Τώρα που ο Αύγουστος σβήνει, οι «διακοπές» γίνονται πάλι, αναγκαστικά, μια ενιαία καθημερινή «διακοπή» για όλους· μια διακοπή από την ψευδαίσθηση, για χάρη της επιβίωσης.
Ο Μιχάλης επιστρέφει στην Αθήνα με άδεια κάρτα. Ο Τζον και η Σάρα πετάνε πίσω στο Μάντσεστερ με μια ελαφριά ναυτία από το πολύ all-inclusive. Οι ιδιοκτήτες του γιοτ βάζουν πλώρη για το Μονακό. Ο Γιάννης μετράει τα ένσημα που δεν του κόλλησαν. Και η Νεφέλη κλείνει το κινητό της, έτοιμη για μια ακόμα σχολική χρονιά στην πόλη που δεν της ανήκει. Η γραμματική είχε δίκιο από την αρχή. Μια «διακοπή» δεν θα ήταν ποτέ αρκετή για να χωρέσει τόσες παράλληλες ανισότητες.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ