Η αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τη δημόσια ιστορία -φαινόμενο με πολλές εκφράσεις σε ποικίλα πεδία της καθημερινής ζωής- αντανακλά βέβαια την πιεστική ανάγκη για αυτογνωσία, που συνειδητοποιείται από πολλούς ανθρώπους, μέσα στην τραχιά, πεζή και γρήγορα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Στο παραπάνω πλαίσιο εντάσσεται και η ρωμαλέα παρουσία του Σπύρου Αλεξίου -αποτυπωμένη, στα λίγα τελευταία χρόνια, σε τέσσερα βιβλία και σε πλήθος δημόσιων παρεμβάσεων. Πάθος, εκτεταμένη αναφορά σε πηγές και ζωντανή, ρέουσα γραφή καθιστούν αξιανάγνωστο το έργο, που η τελευταία, για την ώρα, έκφανσή του, το Προδομένο Μεσολόγγι[1], μια έκδοση στη διακοσιοστή επέτειο του κορυφαίου και πλέον δραματικού επεισοδίου της Ελληνικής Επανάστασης, δίνει την αφορμή για τούτο το μικρό (επι)κριτικό σημείωμα.
Συνοψίζω, ευθύς εξ αρχής, τον πυρήνα της ένστασής μου. Είναι η εγκατάσταση της προδοσίας -με την κυριολεκτική σημασία της λέξης- στο κέντρο του αφηγήματος, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την τύχη της ηρωικής πόλης αλλά και σχετικά με την πορεία και την έκβαση της Επανάστασης συνολικά.
Για τον συγγραφέα, η οπτική αυτή δεν είναι καινούρια. Στο Προδομένο Μεσολόγγι επαναδιατυπώνει τη θέση που εξέφρασε στο: 21 ρωγμές στην επίσημη ιστορία του 1821 που κυκλοφόρησε πέντε χρόνια πριν, αναφερόμενο σε σημαντικά περιστατικά και μορφές της Επανάστασης. Σε ό,τι αφορά το Μεσολόγγι, η αιχμή του δόρατος στην επιχειρηματολογία του Αλεξίου εντοπίζεται στη μοιραία απουσία ουσιαστικής βοήθειας προς την πολιορκημένη πόλη, από την κεντρική Διοίκηση Κουντουριώτη, της οποίας βέβαια ιθύνων νους είναι ο σατανικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Φαναριώτης ραδιούργος πολιτικός, πρακτορεύοντας τα συμφέροντα της Αγγλίας, επιδιώκει συνειδητά τη μέγιστη δυνατή αποδυνάμωση της Επανάστασης, ώστε το ανίσχυρο κρατικό μόρφωμα που θα προκύψει από αυτήν να είναι βολικό και πειθήνιο προτεκτοράτο για την αναδυόμενη μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Με τους ίδιους σκοπούς και την ίδια δολιότητα ενήργησε ο Μαυροκορδάτος και το επόμενο έτος, στη διάρκεια της εκστρατείας του Καραϊσκάκη στην Αθήνα, δολοφονώντας πιθανότατα τον θρυλικό στρατηγό της Επανάστασης και προκαλώντας την καταστροφή, στον Ανάλατο, του ελληνικού στρατού, που οδηγείτο από τους δύο Άγγλους τυχοδιώκτες πράκτορες, τον Church και το διάσημο Cochrane[2] .
Θα ήταν άδικο και μαζί εσφαλμένο να αντιμετωπίσουμε τα παραπάνω ως μια ακόμη θεωρία συνωμοσίας, του συρμού. Δεν είναι μόνο ότι ο Αλεξίου επικαλείται πλήθος μαρτυριών και πηγών, από αγωνιστές και μεταγενεστέρους. Εκείνο που καθιστά την άποψη αυτή αξιοπρόσεκτη και σημαντική είναι ότι πρόκειται για μια διαχρονική σταθερά, ένα στερεότυπο εγγεγραμμένο στην ιστορική συνείδηση μεγάλου τμήματος της «κοινής γνώμης», μάλιστα της «αριστερής κοινής γνώμης». Ο συγγραφέας βέβαια διακαώς επιθυμεί να αντιπαρατεθεί σε ό,τι ο ίδιος ονομάζει «επίσημη ιστορία», όμως εκείνο που τελικά, κατά την ταπεινή γνώμη μου, κομίζει είναι μια αριστερή εκδοχή του κυρίαρχου ιστορικού αφηγήματος, βελτιωμένη βέβαια σε σχέση με παλαιότερες εκδοχές του, αφού σε ορισμένα σημαντικά σημεία, π.χ. στα σχετικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του αρματολισμού- λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα της σύγχρονης ιστορικής έρευνας. Δεν είναι, φυσικά, μεμπτό να κινείται κάποιος στο όριο του εθνικού ιστορικού αφηγήματος. Τι αντιπροσωπεύει όμως η συγκεκριμένη προσέγγιση ως προς την κατανόηση του θεμελιακού, για τον Νέο Ελληνισμό, ιστορικού γεγονότος και την ζητούμενη αυτογνωσία, είναι ερώτημα που δε γίνεται να παρακαμφθεί.
———-
Το μείζον πρόβλημα για κάθε εκδοχή του κυρίαρχου, σχετικού με το Εικοσιένα, εθνικού αφηγήματος είναι η θεμελιακή ετερογένεια των παραγόντων και των καταστάσεων που συγκροτούν το Γεγονός. Πριν από εξήντα χρόνια, ο E. J. Hobsbawm σκιαγράφησε αδρά τις δύο αντιφατικές όψεις της Ελληνικής Επανάστασης:
Σε μια και μόνη περίπτωση ο μακροχρόνιος πόλεμος των ποιμενικών φύλων και των ληστών – ηρώων απέναντι σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρνηση συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης: στον ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα (1821 – 1830) […] Στον ξεσηκωμό ανδρών όπως ο πρωτοκλέφτης Κολοκοτρώνης οι εθνικιστές δυτικού τύπου πρόσφεραν την ηγεσία που προσέδωσε πανελλαδική μάλλον παρά καθαρά τοπική κλίμακα. Με τη σειρά τους αποκόμιζαν από τους επαναστάτες το μοναδικό στοιχείο που προκαλούσε και ενέπνεε δέος, τον μαζικό ξεσηκωμό ενός ένοπλου λαού[3].
Σήμερα, μετά από τόσο καιρό, η διατύπωση του Hobsbawm εξακολουθεί να οριοθετεί δυο διαφορετικές οπτικές, δύσκολα «συγκεράσιμες», ως φαίνεται. Ο εθνικισμός, ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση δεν ταιριάζουν εύκολα, ούτε για μας, με την παράδοση της τοπικής ανταρσίας, βασικού μηχανισμού επαναδιαπραγμάτευσης και ανακατανομής της εξουσίας στο πλαίσιο της οθωμανικής κοινωνίας. Ακόμη σήμερα, η αντίθεση ανάμεσα στον «αγνό» φουστανελά, με το καριοφίλι και το γιαταγάνι και τον φραγκοφορεμένο διαφωτιστή διανοούμενο εξακολουθεί να ερμηνεύεται με ηθικολογικούς όρους, εντελώς κακοποιημένη, ως προς το ιστορικό περιεχόμενό της.
Η δεύτερη παρατήρησή μου είναι ότι ο «συγκερασμός» για τον οποίο μιλά ο Hobsbawm ήταν το αποτέλεσμα ενός δραματικού εσωτερικού αγώνα, που σημαδεύει ανεξίτηλα όλους τους εμπλεκόμενους, εξελίσσεται σε όλη την επαναστατική περίοδο ως το 1832 και κορυφώνεται με τρεις ανοικτούς εμφύλιους πολέμους με πλήθος περιστατικών εξαιρετικής αγριότητας:
πάντες εξεκλίναμεν άμα
γράφει, εκ των υστέρων, ο Ι. Γκούρας στο Κ. Δεληγιάννη, εκ των πρωταγωνιστών και οι δύο[4].
Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, η παρέμβαση του «ξένου παράγοντα» και των οργάνων του είναι το κλειδί για την ερμηνεία του φαινομένου. Αυτό το στερεότυπο παρέμενε για δεκαετίες βαθιά εντυπωμένο στο λαϊκό φαντασιακό. Ίσως την αρχετυπική εικόνα κομίζει, στα απομνημονεύματά του, ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη, ο Φωτάκος:
Ερχόμενοι ο εις κατόπιν του άλλου, έγιναν πολλοί, γνωρίζοντες γράμματα και εξησκημένοι εις τα πολιτικά, συνέστησαν κόμματα και ήρχισαν να συνωμοτούν κρυφά κατά των εντοπίων […]
Η συρροή των έξωθεν ελθόντων ξένων […] η μετοχή των εις τα πολιτικά πράγματα, η διαγωγή την οποίαν ετήρησαν εις αυτά και η ολίγον κατ’ ολίγον αρχίσασα και ύστερον αυξηθήσα δύναμις αυτών, όλα ταύτα έφεραν την διαίρεσιν του έθνους, ήτις εξασθένισε το εθνικόν πνεύμα και την εθνικήν δύναμιν, έφερεν μεταβολήν όλως διόλου ασυμβίβαστον με την υπάρχουσαν κατάστασιν των πραγμάτων.[5]
Στο σημείο αυτό, λοιπόν, εισβάλλει στη σκηνή ο ετερόχθονας δαίμονας, ο δολιότατος Φαναριώτης, με τις ραδιουργίες του. Οι επαναστάτες όμως δε χρειάζονταν την αλλότρια παρέμβαση για να συγκρουστούν μεταξύ τους, αυτή -και εννοούμε κυρίως τα χρήματα των δανείων- ήταν καθοριστική για την έκβαση της σύγκρουσης, αλλά δεν την προκάλεσαν. Οι προοπτικές που άνοιγε το ίδιο το ρηξικέλευθο εγχείρημά των εξεγερμένων, με την καταστροφή μακραίωνων εξουσιαστικών δομών του οθωμανικού παρελθόντος, άνοιγε ευρύτατο πεδίο για την εκδίπλωση αξιώσεων ισχύος από τα πλέον ετερογενή συλλογικά υποκείμενα. Ο εμφύλιος ήταν γέννημα της Επανάστασης -ή σωστότερα: η Επανάσταση προχώρησε μέσω του εμφυλίου.
———-
Μια τέτοια οπτική θα όφειλε, μεταξύ άλλων, να αντικαταστήσει τη θεοσκότεινη, δαιμονογραφία που παρουσιάζει, για τον Μαυροκορδάτο, ο Αλεξίου[6] με μια άλλη εικόνα, λιγότερο δραματική αλλά ταυτόχρονα περισσότερο σύνθετη και ρεαλιστική. Ο Φαναριώτης αριστοκράτης φτάνει στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, με ένα σχέδιο για εθνικό κράτος δυτικού τύπου αλλά χωρίς χρήματα, και -το κυριότερο- χωρίς κάποια στηρίγματα στα ισχυρά τοπικά κέντρα εξουσίας. Ακόμη περισσότερο: το σχέδιο του είναι όλως διόλου ασύμβατο με τις προσδοκίες και τις βλέψεις αυτών των κέντρων. Θα μπορούσε κάποιος να στοιχηματίσει στη σύντομη εξαφάνισή του, όμως ο Μαυροκορδάτος δεν είναι ένας ονειροπαρμένος ιδεαλιστής, είναι επιδέξιος πολιτικός, παθιασμένος εραστής της εξουσίας. Σίγουρα όλη η φαναριώτικη πανουργία επιστρατεύθηκε στον αγώνα για επιβίωση και επικράτηση, όμως αυτή δε θα αρκούσε αν η σταθεροποίηση, μαζί και καθήλωση της Επανάστασης δεν πίεζε αφόρητα τους πάντες προς την κατεύθυνση που έδειχνε το σχέδιο του «απαίσιου» Μαυροκορδάτου.
Υπήρχαν βέβαια -ή διαμορφώνονταν- και άλλες δυνατότητες για την Επανάσταση. Υπήρχαν οι ρωσικοί σχεδιασμοί για υποτελείς ηγεμονίες, υπήρχε και η δυνατότητα γι’ αυτό που ο Αλεξίου ονομάζει «ελληνοαλβανική συμμαχία»[7], δηλαδή η σταθερή σύμπραξη, κατά των Οθωμανών, των «αληπασαλήδων» αρματολών. Την προοπτική αυτή αντιλαμβάνεται ο Αλεξίου ως πραγμάτωση των ιδεών του Ρήγα, όμως κάνει, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο λάθος. Το επαναστατικό κάλεσμα του Ρήγα στους λαούς της αυτοκρατορίας, χωρίς διάκριση θρησκείας, είχε βέβαια, στον πυρήνα του, την κατάκτηση της ελευθερίας, στο πρότυπο της Γαλλικής Επανάστασης, κάτι που βρισκόταν εντελώς έξω από τον ορίζοντα των πολέμαρχων, φεουδαλικών αρχόντων, όπως ήταν οι αρματολοί -ιδιότυπα εξαρτήματα του οθωμανικού εξουσιαστικού συστήματος. Μια τέτοια λοιπόν συμμαχία θα άλλαζε πιθανότατα την πορεία των πραγμάτων, η ένταξη της όμως σε οποιαδήποτε διαδικασία χειραφέτησης είναι κάτι που «σηκώνει μεγάλη συζήτηση». Υπήρξε τέλος και μια τρίτη δυνατότητα, η λάμψη της οποίας στιγμιαία τρεμόπαιξε στις πρώτες – πρώτες στιγμές της Επανάστασης, στην Ύδρα με τον Οικονόμου[8] ή στα Βέρβενα, στην Πελοπόννησο. Όμως -και ενάντια σε κάθε ουσιοκρατική αντίληψη περί λαού- τα συλλογικά επαναστατικά υποκείμενα κατασκευάζουν τα ίδια τον εαυτό τους, αν δοθεί χρόνος και συντρέξουν συνθήκες.
Ο Μαυροκορδάτος λοιπόν ελίσσεται και ραδιουργεί. Απέναντι στον Μπακόλα, τον Βαρνακιώτη, τον Καραϊσκάκη, τους μεγαλοαρματολούς της Ρούμελης, συμμαχεί με τους Μποτσαραίους, τους Τρικούπηδες, τους Υδραίους πλοιοκτήτες. Μπαίνει στο κάδρο της εσωτερικής σύγκρουσης, βυθίζεται μέσα σ’ αυτό. Δεν είναι στις προθέσεις μου, ούτε πολύ περισσότερο στις δυνατότητές μου, να τον καταδικάσω ή να τον δικαιώσω. Περιμένω από τους ιστορικούς, επιτέλους, μια τεκμηριωμένη πολιτική βιογραφία του ανδρός, απαραίτητο τμήμα της σχετικής με την Επανάσταση ιστοριογραφίας. Νομίζω ότι μια τέτοια βιογραφία θα αναδίδει την πίκρα μιας ήττας. Η έκβαση του Αγώνα δεν ήταν βέβαια σύμφωνη με εκείνα που αυτός είχε στο μυαλό του, το κυριαρχούμενο από τις πελατειακές σχέσεις μόρφωμα απείχε παρασάγγας από το συνταγματικό δυτικό κράτος που οραματιζόταν και ο ίδιος «κέρδισε» την εχθρότητα των πάντων. Άλλοι, κυρίως ο Κωλέττης, με τη σκευή που απόκτησε στην αυλή του Αλή πασά, τα κατάφεραν πολύ καλύτερα. Ας στρέψουμε όμως τώρα το βλέμμα στο Μεσολόγγι.
———-
Γιατί δεν ανεφοδιάστηκε η πόλη, πριν ο αποκλεισμός γίνει ασφυκτικός στα μέσα Φλεβάρη του 1826; Ήταν εφικτή, στο σημείο αυτό, μια ολοκληρωτική ελληνική νίκη που πιθανότατα θα άλλαζε την πορεία της Επανάστασης συνολικά; Ο Αλεξίου έχει σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Κάποιος μη ιστορικός -όπως ο υποφαινόμενος- στέκεται αμήχανος, αναζητώντας τη συνέχεια της συζήτησης. Οι ευθύνες της διοίκησης Κουντουριώτη -μαζί ο Μαυροκορδάτος φυσικά- είναι βέβαια μεγάλες, πού όμως εντοπίζονται αυτές; Ποιες γενικότερες καταστάσεις και προβλήματα της Επανάστασης εκφράζουν;
Αρχικά, υπήρχαν τα χρήματα; Ναι, υπήρχαν άφθονα απαντά ο συνομιλητής μας. 2.800.000 λίρες είχε στη διάθεσή της η Διοίκηση Κουντουριώτη, τα δύο χρυσά βρετανικά δάνεια, τα οποία παρεμπιπτόντως δικαίως(;) καταριόμαστε. Βέβαια τα πράγματα δεν είχαν ακριβώς έτσι και το κακό είναι ότι ο ίδιος ο Αλεξίου το γνωρίζει αυτό πολύ καλά. Οι 2.800.000 λίρες αντιπροσωπεύουν την ονομαστική αξία των δανείων και βέβαια τα χρωστούμενα στις αδύναμες πλάτες του νέου κράτους. Όμως οι εγγυήσεις, οι προπληρωμές, οι παρακρατήσεις, όλοι οι κανόνες της χρηματιστικής ληστείας ροκάνισαν ανελέητα το ποσό που έλαβαν οι επαναστατημένοι Έλληνες[9]. Το υπόλοιπο παρέμενε στο Λονδίνο, όπου υπό το καθεστώς μιας εντελώς προβληματικής διαχείρισης, θα αξιοποιείτο για την αγορά πολεμικών πλοίων, από τα οποία κάποια δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα και κάποια άλλα ήρθαν «κατόπιν εορτής». Ό,τι απέμενε ερχόταν, σε δόσεις, στο Ναύπλιο, όπου βέβαια υπήρχαν πλήθος απαιτητές, κυρίως οι οπλαρχηγοί, των οποίων η νομιμοφροσύνη έπρεπε, με κάθε θυσία, να εξασφαλισθεί. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο -αν και ακατανόητο για τα δεδομένα των μεταγενέστερων εποχών- ότι η Διοίκηση δεν είχε σαφή εικόνα για το διαθέσιμο υπόλοιπο, ούτε ότι έφτασε η στιγμή, κάπου στις αρχές του 1826, που πληροφορήθηκε πως οι συναλλαγματικές, μέσω των οποίων πλήρωνε «έναντι», δε γίνονταν πλέον δεκτές στο Λονδίνο ή στα Επτάνησα. Μέσα στον πανικό που επικράτησε η Διοίκηση αρπάχτηκε από την ιδέα της εκποίησης των «εθνικών κτημάτων» -δηλαδή των εγκαταλειμμένων μουσουλμανικών περιουσιών- τεράστιο σκάνδαλο τη στιγμή που ο στρατός των επαναστατών απαρτιζόταν, στο μέγιστο μέρος του, από ακτήμονες αγρότες. Το ξεπούλημα αποφεύχθηκε τότε, αφού η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ακύρωσε υπό το βάρος της κατακραυγής τις σχετικές διαδικασίες· έχει ενδιαφέρον όμως ότι ακόμη και ο επικεφαλής της Διοίκησης Γ. Κουντουριώτης εμφανιζόταν ανάμεσα στους υποψήφιους αγοραστές!
Το 2019 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Ασίνη, η διδακτορική διατριβή του Αντώνη Διακάκη: Το Μεσολόγγι στο1821. Πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, μια εργασία που ο καθηγητής Γ. Μαργαρίτης, στο δικό του σχετικό βιβλίο[10] χαρακτήρισε θαυμάσια. Σίγουρα θα έπρεπε να προσεχθεί περισσότερο, μέσα στον ορυμαγδό των εορτασμών και των επετειακών εκδόσεων, το χαμηλόφωνο αυτό βιβλίο, στο οποίο γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο πρόβλημα του ανεφοδιασμού της πόλης[11] και στο οποίο στηρίχθηκαν όσα αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο. Θα παραθέσω ένα χωρίο που σχετικά με το ζήτημα επέχει, νομίζω, συμπερασματική θέση.
Η άλλη πλευρά, [είναι] η κυβερνητική ανικανότητα για σωστό προγραμματισμό των προτεραιοτήτων, αν όχι και η διαφθορά, όπως αποτυπώθηκε στις βλέψεις για την εκποίησή των «εθνικών κτημάτων». Καθώς η δυνατότητα προμήθειας τροφίμων από κρατικές υπηρεσίες ήταν περιορισμένη, όλη η φροντίδα επικεντρώνονταν στο τρόπο εξεύρεσης χρημάτων για την αξιοποίηση του μηχανισμού των ιδιωτών εμπόρων. Με τον ίδιο τρόπο ο ελληνικός στόλος παρέμενε εκτός κρατικού ελέγχου, ενώ η επιβίωση της επανάστασης βασιζόταν ολοένα και περισσότερο στη ναυτική δύναμη. Έτσι ο υπό διαμόρφωση κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να κινητοποιήσει τους διαρκώς μειούμενους πόρους του, την ώρα που διαχειριζόταν με εξαιρετικά επιπόλαιο τρόπο την τελευταία πηγή χρημάτων που θεωρητικά θα του έδινε κάποια ελευθερία κινήσεων, το δεύτερο αγγλικό δάνειο. Η επίτευξη ενός συλλογικού στόχου, όπως η υπεράσπιση του Μεσολογγίου, κινδύνευε να καταντήσει υποκριτικό σύνθημα, καθώς περνούσε μέσα από την ικανοποίηση συμφερόντων επιμέρους ομάδων, προκρίτων – πλοιοκτητών, ισχυρών οπλαρχηγών και εμπόρων, ομάδων που διαπλέκονταν με τους πολιτικούς παράγοντες, όταν δεν ταυτίζονταν μαζί τους.[12]
Η προσέγγιση αυτή, κρατώντας αποστάσεις από θεωρίες προδοσίας, αγιογραφίες και δαιμονολογίες, αγγίζει τα θεμελιώδη προβλήματα, τις δομικές ανεπάρκειες της Επανάστασης, καταδεικνύοντας έμμεσα και τα όρια της. Θα μπορούσαμε μόνοι μας, επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία ο Αλεξίου, απηχώντας το βαθιά ριζωμένο εθνικό αίσθημα. Ομολογώ ότι στέκομαι αμήχανος μπροστά σ’ αυτήν την πεποίθηση. Κάθε επανάσταση θα μπορούσε να νικήσει, άξιζε να νικήσει, είναι μια θεμελιακή αφετηρία και πεποίθηση για μας. Δε νικούν όμως πάντα οι Επαναστάσεις και η ψύχραιμη εκτίμηση καταστάσεων και συσχετισμών παραμένει πάντα ένα επιτακτικό καθήκον. Κι εκείνος ο μεγάλος Αγώνας έγινε χωρίς σχηματισμένη και αναγνωρισμένη ηγεσία, στην άκρη της μακράς διαδρομής από τον τοπικισμό στον εθνικισμό, με ιδιωτικούς στρατούς και στόλους[13], με την ανυπαρξία ανεξάρτητης δράσης του λαϊκού παράγοντα. Πίσω από όλα αυτά, βρισκόταν η πραγματικότητα μιας Επανάστασης στην οποία ο ηγετικός ρόλος ανήκε, στο μέγιστο βαθμό, στις επιχώριες ηγετικές ελίτ του οθωμανικού εξουσιαστικού συστήματος, οι οποίες μάλιστα μπήκαν στον χορό αποβλέποντας πρωτίστως στη διατήρηση και εδραίωση της κυρίαρχης θέσης τους.
Οι αντιφάσεις και τα όρια αναδείχθηκαν με δραματικό τρόπο, όταν η βραδυπορούσα Υψηλή Πύλη αποφάσισε να κινητοποιήσει τους πόρους της και το δίδυμο Ιμπραήμ – Κιουταχή άρχισε να σφίγγει τη θανάσιμη λαβίδα του. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η θυσία, η ήττα και ο θανάσιμος κίνδυνος επιτάχυναν απότομα τις διαδικασίες της εθνογένεσης. Αυτή στάθηκε η ανεκτίμητη προσφορά των ελεύθερων πολιορκημένων.
———-
Υποστήριξα στην αρχή αυτού του σημειώματος ότι ο Αλεξίου, σε αντίθεση με τις προθέσεις του, προσφέρει μια βελτιωμένη αριστερή εκδοχή του, σχετικού με το Εικοσιένα, κυρίαρχου εθνικού αφηγήματος. Θα κλείσω με κάποιες πρόχειρες σκέψεις σχετικές με την έννοια αυτή, το περιεχόμενο και την καταγωγή της.
Η νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε…
Ο τίτλος που διάλεξε, για το σπουδαίο έργο του, ο Θανάσης Χατζής πέρα από την έκφραση των συναισθημάτων του γραμματέα του ΕΑΜ, σκιαγραφεί ταυτόχρονα τη φόρμα, το καλούπι που διαμόρφωσε η μαχόμενη Αριστερά για την υποδοχή μιας ζώσας και καυτής ιστορικής εμπειρίας. Μορφοποιημένη στο σχήμα αυτό, η εμπειρία παγιώθηκε στην ιστορική συνείδηση και ενσωματώθηκε στη συλλογική αριστερή κοσμοεικόνα.
Κάθε κοσμοεικόνα, μέσα στην αέναη κοινωνική σύγκρουση, υπηρετεί πρωταρχικά σκοπούς πολεμικής, οφείλει επομένως να διαθέτει καθαρότητα, απλότητα και σαφήνεια. Ποιος είναι ο εχθρός; Ποιος φταίει; Ποιος ο προδότης, αφού ο αιώνια προδομένος λαός είναι αυταπόδεικτη πραγματικότητα και αμετακίνητη σταθερά; Δεν επιδέχονται ασάφειες και πολυπλοκότητες οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Πολύ περισσότερο, όταν το αριστερό ιστορικό αφήγημα δε συγκροτείται στη βιβλιοθήκη και στο γραφείο.
Σίγουρα ο Μαυροκορδάτος και το «αγγλικό κόμμα» αποτελούσαν τον ιδανικό στόχο του αριστερού εθνικού αφηγήματος. Κάθε ματιά στο παρελθόν εμπνέεται και καθοδηγείται από τις ανάγκες και τις μέριμνες του παρόντος και το αριστερό ιστορικό αφήγημα συγκροτήθηκε στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια. Ήδη το 1946, ενώ στην Αθήνα τα κανόνια του Σκόμπυ κάπνιζαν ακόμη και σ’ όλη τη χώρα οργίαζε η αντεπαναστατική λευκή τρομοκρατία, ο Γ. Βαλέτας έγραφε το Προδομένο Εικοσιένα. Ας σταθούμε όμως για λίγο σε ένα περισσότερο επιδραστικό αγωνιστή στοχαστή, τον Δημήτρη Φωτιάδη, μακρονησιώτη και ΕΔΑίτη, που γράφει για την Επανάσταση στη δεκαετία του ’50. Γράφει για το Εικοσιένα έχοντας, νομίζω, στο μυαλό του την άλλη, τη νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε γιατί προδόθηκε -πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει;- και υμνεί τον Καραϊσκάκη έχοντας μπροστά του την εικόνα του άλλου πρωτοκαπετάνιου, που κι’ αυτός χάθηκε με ευθύνη «φίλων». Έχει, βέβαια, ξεκάθαρη άποψη για τους τότε και αιώνιους «προδότες»:
Ο πιο διαβολεμένος απ’ όλους τους Φαναριώτες που ήρθανε στην Ελλάδα στάθηκε ο Μαυροκορδάτος. Το τι κακό έκανε αυτός ο άνθρωπος σε τούτον τον τόπο δε λέγεται. Και δεν το πλέρωσε μονάχα η γενιά του Εικοσιένα. Ίσαμε τώρα το δικό του πνεύμα μας κυβερνάει και δε μας αφήνει να προκόψουμε […] Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα κι εμπνευστές της σατανικιάς δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος[14]
Δε στέκει βέβαια καμιά πολεμική ενάντια στον Φωτιάδη, τον Γ. Λαμπρινό τον Σταματόπουλο, τον Βουρνά, ακόμη τον Σκαρίμπα, όλους αυτούς που «δεν παραδέχθηκαν την ήττα» και πολέμησαν, σε σκοτεινούς καιρούς, με τα μέσα που διέθεταν. Είναι δάσκαλοί μας, επομένως το καθήκον το δικό μας είναι να μην τους αντιγράψουμε αλλά να τους ξεπεράσουμε. Σήμερα διαθέτουμε πολλά από όσα εκείνοι στερούνταν, όχι τόσο τον πλούτο των απομνημονευμάτων των αγωνιστών -όλων εμπλεκόμενων στην εσωτερική σύγκρουση- αλλά, κυρίως, πολύ διαυγέστερη γνώση για την οθωμανική πραγματικότητα, τη λεγόμενη «τουρκοκρατία» και επομένως για τη φύση, τα χαρακτηριστικά, κυρίως τα όρια της Ελληνικής Επανάστασης.
Οι γραμμές αυτές δε γράφτηκαν ως επίθεση ενάντια σε έναν σύντροφο, του οποίου το έργο και την αγωνιστική παρουσία αναγνωρίζω και σέβομαι, ούτε βέβαια για την «αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας» -αν υπάρχει τέτοια- για την οποία δεν είμαι αρμόδιος. Έγνοια μου είναι η κοινή μας μέριμνα για την ιστορική συνείδηση της Αριστεράς, που αντιμετωπίζει σε χαλεπούς καιρούς ποικιλώνυμες προκλήσεις. Γιατί, αν η Ιστορία είναι ένα πεδίο μάχης, τότε η κατοχή και η υπεράσπιση μιας υπονομευμένης θέσης είναι ένα σφάλμα που, αργά ή γρήγορα, θα πληρωθεί.
[1] Σπύρος Αλεξίου, Προδομένο Μεσολόγγι, Τόπος, Αθήνα, 2026
[2] Σπύρος Αλεξίου: 21 ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821, Τόπος, Αθήνα, 2021, σελ. 207 – 233
[3] E. J. Hobsbawm: Η εποχή των Επαναστάσεων 1789 – 1848, ΜΙΕΤ, Αθήνα,1990 σελ. 188-90
[4] Ν. Ροτζώκος: Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος στο Εικοσιένα, Ηρόδοτος, Αθήνα, 2016 σελ. 222
[5] Ν. Ροτζώκος ό,π. σελ. 30-1
[6] Κατηγορήθηκε ως πράκτορας των Άγγλων, πως παραγκώνισε τον Υψηλάντη, συμμάχησε με τους κοτσαμπάσηδες, εξώθησε σε προδοσία το Γώγο Μπακόλα και το Γεώργιο Βαρνακιώτη, καταδίωξε τον Καραϊσκάκη, συνέργησε στη δολοφονία του Ανδρούτσου, είχε την ιδέα για την Πράξη Υποτέλειας στην Αγγλία, σφετεριζόταν τον τίτλο του πρίγκηπα, καθιέρωσε ανεφάρμοστο πολίτευμα, άνοιξε στον Ιμπραήμ τις πύλες της Πελοποννήσου, δολοφόνησε τον Καραϊσκάκη, έπεισε τον Μιαούλη να κάψει τον ελληνικό στόλο, συνέργησε στη δολοφονία του Καποδίστρια, ήθελε να αλλάξει τη θρησκεία του έθνους, ήταν «τζιράκι της Κωνσταντινουπόλεως», υπήρξε εχθρός των λαϊκών μαζών, ήταν ο «μαύρος άνθρωπος» της Επανάστασης, παραπλάνησε τους Τρικούπη, Μπότσαρη, Πολυζωίδη, Πραΐδη, Δραγούμη, Μιαούλη, Κουντουριώτηδες, Κάλβο, Shelley, Byron και όποιον άλλον ήλθε σε επαφή μαζί του.
Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο υπάρχει μικρή ή μεγάλη δόση αλήθειας σ’ όλες αυτές τις κατηγορίες, όπως δόση αλήθειας υπάρχει και στις προσπάθειες αποκατάστασής του, που εκδηλώνεται τις τελευταίες δεκαετίες από το αστικό αναθεωρητικό ρεύμα.
Σπ. Αλεξίου: Προδομένο Μεσολόγγι, Τόπος, Αθήνα, 2026, σελ. 39
[7] Αλεξίου, ό.π. σελ. 52 – 58
[8] Ο Αλεξίου δίνει μια ωραία περιγραφή του Οικονόμου και της στάσης των «μαρινάρων», στο πρώτο του βιβλίο
Σπ. Αλεξίου: 21 ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821, Τόπος, Αθήνα, 2021, σελ. 125 – 137
[9] Από τις 800.000 λίρες του πρώτου δανείου στην Ελλάδα έφτασαν 374.000, Γ. Μαργαρίτης: 1825 – 1827. Η υπεράσπιση της Ελεύθερης Ελλάδας. Οι κρίσιμες αναμετρήσεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, Διόπτρα, Αθήνα, 2021, σελ. 55
Από τα 2.000.000 του δεύτερου δανείου στην Ελλάδα έφτασαν μόλις 250.000.
Γ. Γιαννουλόπουλος στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Ελληνικά Γράμματα, τομ. 3ος, 2003, σελ. 105
[10] Γ. Μαργαρίτης: ό.π. σελ. 161
[11] Αντώνης Διακάκης: Το Μεσολόγγι στο1821. Πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, Ασίνη, Αθήνα, 2019, σελ. 288 – 299
[12] Α. Διακάκης: ό.π. σελ. 298-9
[13] Η Ελληνική Επανάσταση, μοναδική περίπτωση, διέτρεξε όλη τη διαδρομή της με μισθοφορικά στρατιωτικά σώματα, χωρίς επιστρατευμένους πολίτες. Η ύπαρξη ενός τέτοιου επαναστατικού στρατού θα απαιτούσε βέβαια την αμφισβήτηση της κυρίαρχης θέσης των φεουδαλικών πολέμαρχων, των ισχυρών οπλαρχηγών καθώς και των πλοιοκτητών, θα απαιτούσε πριν απ’ όλα, την απόδοση των «εθνικών κτημάτων» στους ακτήμονες πολεμιστές. Αντί γι’ αυτό, για τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης απέμενε μόνο η διεκδίκηση πραγματικών ή εικονικών μισθών και προστασίας.
Δε θα χρειαζόταν λοιπόν κάποια «προδοσία» ώστε οι νικηφόροι «μαρινάροι» της Ύδρας να προτιμούν, την έσχατη στιγμή, να σαλπάρουν για το Λίβανο, σε μια καθαρά ληστρική επιχείρηση, αντί να σπεύσουν στο αποκλεισμένο, αλλά όρθιο ακόμη Μεσολόγγι:
«Εμείς δε θα πάμε να σκοτοθώμεν δια 60 και 80 γρόσια το μήνα και εις το κούρσος να κερδίζωμεν ακόπως 400 και 500 τάλιρα». Διακάκης, ό.π. σελ. 342
[14] Στο: Χρήστος Λούκος: Οι τύχες του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στη νεοελληνική συνείδηση, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών & Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Σειρά: Με τα μάτια των άλλων, Αθήνα, 2012

