H Ειρήνη του Αριστοφάνη σε σύλληψη και σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, διασκευή και τραγούδια Φοίβου Δεληβοριά σε συνεργασία με τον Άγγελο Τριανταφύλλου
Ποιος θα ζει το καλοκαίρι
Και ποιος αύριο;
Ούτε ο χρόνος δεν το ξέρει
Πόσο μάλλον το αστέρι
Το Επιδαύριο
Πέφτουνε ξανά τα Έθνη
Στα πατώματα
Τη γλυκειά πενιά μου άκου
Απ’ την άκρη αυτού του λάκκου
Με τα πτώματα
Πες μια ευχή για την Ειρήνη
Μις Υφήλιος
Γιατί ο κάθε πόλεμός μου
Είμ’ εγώ κι ο εαυτός μου
Ειν’ Εμφύλιος
Όλοι οι πόλεμοι δεν είναι παρά «Εμφύλιοι πόλεμοι». Συγκλονιστική διατύπωση. Προς σκέψη.
Βρεθήκαμε με πολύ μεγάλη χαρά (όπως κάθε χρόνο σ’ αυτό το Ελληνικό θεατρικό γλέντι) στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 24 Ιουλίου, κατακαλόκαιρο, ημέρα Παρασκευή, στην πρεμιέρα της «Ειρήνης» του Αριστοφάνη, σε μια σύμπραξη του Φοίβου Δεληβοριά και του Νίκου Καραθάνου. Οι καλλιτέχνες μας είχαν καλέσει για μια «επίσκεψη» (ούτε διασκευή, ούτε αναπαράσταση) στο έργο του Αρχαίου Ποιητή της Κωμωδίας.
Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν και η τρυφερότητα του τραγουδοποιού συναντούσε πράγματι την «μελαγχολία» του σκηνοθέτη – μελαγχολία, το υπόβαθρο της πραγματικής κωμωδίας. Πόσο μάλλον όταν αυτή συναντάται με τη μεγάλη ποίηση.
Κι εκεί που αρχίζει ο συγκλονιστικός μονόλογος του Γιλμάζ Χουσμέν «να ξυπνήσω ένα πρωί και να μην ψάχνω εχθρό, να μη μετράω τις μέρες με τα πτώματα», «με πήρατε ένα αγροτάκι και με στείλατε να σκοτώσω», «είτε ζήσω είτε πεθάνω μου καταστρέψατε την ψυχή», «ξέχασα να είμαι νέος μαμά» και η συγκίνηση κάλυψε το κοίλον, άρχισαν τα πρώτα δάκρυα στα μάγουλα. Όχι αναγκαστικά από τα μάτια αλλά από τον ουρανό. Μέσα σε τρία λεπτά, η βροχή έγινε καταρρακτώδης.
«Παίζουμε μέχρι να φύγουν οι θεατές» φώναζε η Χατζηπασχάλη και οι πολύχρωμες ομπρέλες δεν κατάφεραν να εμποδίσουν το «μοιραίο». Όχι δεν πρόλαβε να απελευθερωθεί η «Ειρήνη» που την κρατούσε σκλαβωμένη ο Πόλεμος, αρχίσαμε την κάθοδο, με όση προσοχή μας αναλογούσε για να μην γίνει κανένα ατύχημα έως ότου αδειάσουν οι αρχαίες πέτρες. Οι οποίες πλέον είχαν μετατραπεί σε γλιστερές παγίδες.
Ό,τι που είχαμε αρχίσει να μπαίνουμε στο κλίμα των δημιουργών αυτού του όμορφου σκηνικού παραμυθιού, άρχισε η κάθοδος των… «μυρίων».
Εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε η ιδιωτική παραγωγή να δώσει το δικαίωμα στους θεατές είτε να πάρουν πίσω το αντίτιμο του εισιτηρίου (ακριβού σημειωτέον, μεγάλη η φετινή καλλιτεχνική ακρίβεια), είτε να διαλέξουν κάποια άλλη μέρα να παρακολουθήσουν την παράσταση κατά την περιοδεία της ανά την επικράτεια.
Όμως όχι. Επέλεξε να τηρήσει δήθεν τα ειωθότα και εφόσον παρακολουθήσαμε τη …μισή παράσταση, δεν δικαιούμασταν επιστροφή χρημάτων (λέει).
Αποχωρήσαμε μούσκεμα, ενώ η βροχή εν τω μεταξύ σταμάτησε κι ένα σύμπαν από αστέρια κάλυψε τον επιδαύριο ουρανό. Αλλά ήταν πλέον αργά.
Όμως δεν ήταν δυνατόν να μείνω με τη χαρά στη μέση.
Έτσι επέστρεψα το αποκαλόκαιρο του Σεπτέμβρη και στους Βράχους του Βύρωνα, για να ολοκληρώσω τη θέαση.
Τέλος πάντων πριν αναφερθούμε στον τρόπο των καλλιτεχνών, να θυμηθούμε το μύθο του Αριστοφάνη.
Η κωμωδία του Αριστοφάνη γεννήθηκε το 421 πχ, και πήρε το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια του ίδιου έτους, μέσα στη συμφορά του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μέσα στην πείνα, το θάνατο, τον αποκλεισμό.
Γράφτηκε όμως και σε μια αισιόδοξη στιγμή που ήλπιζαν ότι πλησιάζει το τέλος του, ήτοι λίγο πριν τη Νικίειο ειρήνη και το θάνατο των στρατηγών του πολέμου, ήτοι του Αθηναίου Κίμωνα και του Σπαρτιάτη Βρασίδα στη μάχη της Αμφίπολης.
Και είναι ένας φτωχός αγρότης ο Τρυγαίος από το Μαρούσι, που επωμίζεται την εκπροσώπηση του φτωχού λαού που πέφτει θύμα των ισχυρών συμφερόντων και πληρώνει με το αίμα του τον πόλεμό τους.
Είναι η πιο αισιόδοξη και συμφιλιωτική από τις κωμωδίες του, άκρως πολιτική, η οποία φωτίζει εξαιρετικά και με τρόπο που ισχύει ως σήμερα, το μηχανισμό της παραγωγής και διαιώνισης του πολέμου.
Ο Τρυγαίος λοιπόν αναλαμβάνει να πάει στον Όλυμπο να ζητήσει το λόγο από τους Θεούς.
Και όταν τελικά καταφέρνει να σταματήσει ο πόλεμος, το έργο ολοκληρώνεται με την απελευθέρωση της Ειρήνης και μια μεγάλη γιορτή. Ένα μεγάλο λαϊκό πανηγύρι.
Αυτή η ουτοπική αισιόδοξη κατάληξη εκφράζει τη διαχρονική επιθυμία των ανθρώπων για συμφιλίωση και ειρηνική συνύπαρξη.
Για τον Καραθάνο όμως το «happy end» δεν ταιριάζει στην εποχή μας. Εποχή του τέλους της αθωότητας.
Βιώνουμε μια διεθνή «πολεμική τρέλα» με έθνη να στριμώχνονται σε μια λωρίδα γης, με εθνοκαθάρσεις που δεν ομολογούνται, ανίερες συμμαχίες και οι ισχυροί του κόσμου δείχνουν να έχουν καταργήσει τους όποιους μεταπολεμικούς διεθνείς κανόνες συμβίωσης των λαών.
Έτσι ο Καραθάνος, αλλά και ο Δεληβοριάς, καταπιάνονται με την «Ειρήνη» στη σημερινή παγκόσμια συγκυρία.
Σε έναν κόσμο που «πέφτουν ξανά τα έθνη στα πατώματα», ο σκηνοθέτης αναζητά τη λύτρωση μέσα από μια «απάντηση στην τρέλα με την τρέλα».
Η Ειρήνη του δεν είναι δεδομένη, ούτε μεταφυσική έννοια. Είναι πολιτική επιλογή. Δύσκολη, Έωλη.
Πρέπει να παλεύεις διαρκώς γι’ αυτήν.
Δεν υπάρχει τέλος του πολέμου και γιορτή, αλλά συνειδητότητα και εγρήγορση.
Κι αν κάτι μας συνδέει με τον αρχαίο κόσμο είναι αυτό που ταυτόχρονα μας χωρίζει. Γι’ αυτό στο έργο κυριαρχεί μια νοσταλγία όχι για κάποια χαμένη «Ειρήνη» αλλά έναν χαμένο παλιό καιρό, δηλαδή μια αθώα αγροτική εποχή, μια εποχή που ο άνθρωπος ήταν δεμένος με τη γη.
«Η τέχνη δεν είναι ψυχαγωγία. Είναι η εξίσωση των ανθρώπων. Καταρχάς, ακούς τη λέξη ειρήνη και το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό είναι οι καλλιστείες, όταν όλοι λένε «θέλω παγκόσμια ειρήνη». Είναι τόσο κενός λόγος, τόσο κενή λέξη, που δεν έχω ξανακούσει. Δεν σημαίνει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Είναι μια κούφια ευχή. Οι άνθρωποι τα δικαιώματά τους τα απέκτησαν με αίμα. Με αγώνες. Αν δεν σκοτώνονταν κάποιοι, δε θα δουλεύαμε σήμερα οκτάωρο. Δυστυχώς, κάθε δικαίωμά μας το αποκτήσαμε πολεμώντας», λέει ο Νίκος Καραθάνος στη συνέντευξή του στο CNN Greece, πριν την παράσταση της «Ειρήνης» του.
Η «επίσκεψη» λοιπόν στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, περιλαμβάνει:
Την αλλαγή του «Τρυγαίου» σε «Τρυγαία» και μία συνομιλία της, τηλεφωνική μάλιστα με την «Λυσιστράτη», τιμή στη γυναίκα «μάνα γη» που γεννάει τη ζωή, έναν πραγματικό Γορίλα, φουσκωτό ως πόλεμο ο οποίος κρατάει φυλακισμένη την Ειρήνη (κάτι σαν Κινγκ Κονγκ που κρατά στα χέρια του την Ναόμι Γουότς), την «Αθηνά» στη θέση του «Ερμή» και μία Ειρήνη, ως άλλη «Μις Υφήλιος» η οποία δηλώνει ως εκπρόσωπος της ομορφιάς στους δημοσιογράφους, «κυρίως είμαι υπέρ της Παγκόσμιας Ειρήνης».
Ο Καραθάνος τελικά θέλει να μας ξυπνήσει, θέλει να ταράξει λίγο τον ύπνο του δικαίου.
Έτσι πριν την επιστροφή από τον Όλυμπο στη γη, περνούν όλοι από τον Κάτω Κόσμο. Για να συνομιλήσουν μ’ αυτούς που έφυγαν, για να συμφιλιωθούν με την απώλεια. Ποιος είπε πως η Ειρήνη είναι εύκολη υπόθεση, όταν ο πόλεμος ήδη κατοικεί μέσα σου, σα θάνατος.
Απρόσμενη η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου ζητά από το θάνατο τη χάρη να επιστρέψει μια μέρα στη ζωή να δει πώς είναι τα πράγματα ενώ αυτός δεν υπάρχει.
Και ο Καραθάνος ως ευφάνταστη Ζηνοδώρα – μητέρα του Αριστοφάνη- μας κοίταξε στα ίσα, κατά πρόσωπο κι αφού γκρίνιαξε με το γιο της ως σημερινή μεσοαστή μητέρα, κατέληξε να μας απευθυνθεί με τα λόγια «Είναι γιορτή να σε μισούν, αυτοί που δεν τους μοιάζεις».
Η Τρυγαία, μια γυναίκα της εποχής μας, αντιμετωπίζει όλα τα σύγχρονα προβλήματα, όπως και τα δύο «διαταραγμένα» παιδιά της. Ως χήρα δέχεται πρόταση γάμου σε αντιστοιχία με το γάμο του Αριστοφανικού Τρυγαίου με την Οπώρα.
Αυτή είναι χοντρικά η τρυφερή Επίσκεψή μας στον κόσμο του ποιητή, μέσα από την μουσική ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο Φοίβος Δεληβοριάς όπου διακρίναμε όλα τα οικεία μοτίβα: ροκ-φολκ-βαλκάνιο και πανηγυριώτικο.
Μηχανή της παράστασης η αεικίνητη Γαλήνη Χατζηπασχάλη ως Τρυγαία, ως δαιμονικό όν, ως η γυναίκα που θέλει ν’ αλλάξει τη μοίρα όχι μόνο τη δικιά της αλλά του κόσμου της όλου.
Δυνατό δίδυμο ο Θανάσης Αλευράς με το Γιάννη Κότσιφα (Δούλοι).
Έπαιξε θαυμάσια το ρόλο του μοντέλου «Ειρήνη – Μις Υφήλιος» η Ζέτα Μακρυπούλια. Ακομπλεξάριστη, χαριτωμένα κωμική και ως άλλη Ναόμι Γουότς.
Ανθρώπινη η θεά Αθηνά της Έμιλυ Κολιανδρή και όλος ο Χορός εξαιρετικός. Νομίζω ότι αποτέλεσε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή.
Η συνεισφορά του Φοίβου Δεληβοριά (και στις συνθέσεις που συνυπέγραψε με τον Άγγελο Τριανταφύλλου) και ως μουσική δημιουργία δική του αλλά και ως παρουσία επί σκηνής (μια θυμόταν τους Αχαρνείς του Σαββόπουλου, μια τη δική του Ταράτσα) άπλωσε ένα τρυφερό δίχτυ πάνω απ’ όλους μας και ευρισκόμενους στη σκηνή και σε εμάς τους καθήμενους στο κοίλον και εν πολλοίς καθόρισε το ύφος της παράστασης, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα τη δυναμική της ζωντανής μουσικής ορχήστρας .
Γενικά ο Καραθάνος δεν ξεπέφτει στην εύκολη επιθεωρησιακή επικαιροποίηση και όποτε σκοντάψαμε πάνω σε σημερινά μοτίβα και ευκολίες, ήξερε να τα επαναφέρει στη σουρεάλ πραγματικότητα του ποιητή, στην ένθεη τρέλα.
Η Κρήτη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η λεσβία στη Λέσβο, η Τρυγαία και ο τσακωμός της με τη Λυσιστράτη και μερικά ακόμα events, (το αεροπλάνο που φέρνει την Ειρήνη θυμίζει τον τρόπο του Ανδρέα Παπανδρέου και το νεύμα στη Λιάνη, ενώ από κάπου ήρθε κι ένα χαστούκι αλά Αθήνη – πού τα θυμήθηκε όλα αυτά, ένας Ολύμπιος θεός ξέρει) πρόσφεραν το σχετικό γέλιο και τις ανάσες, χωρίς να θαμπώνουν όμως το συνολικό εγχείρημα. Μάλλον μερικά συμβάντα μάκραιναν το χρόνο της παράστασης χωρίς ιδιαίτερο λόγο κι αυτό ήταν ένα μείον της παράστασης, παρά το φτύναιναν.
Δεν ξέρω γιατί αντί μιας ξέφρενης, διονυσιακής λαϊκής γιορτής, ως φινάλε, επιλέχτηκε ο θίασος να πάει σινεμά και να παρακολουθήσει ένα ταινιάκι με προϊστορικά πτηνά και ανθρώπους. Για να υποδείξει ότι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα μας οδηγήσει πίσω στην προϊστορική εποχή;
Ίσως.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σύλληψη & Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή, Πρωτότυπο Κείμενο & Τραγούδια: Φοίβος Δεληβοριάς
Συνεργασία στη Σκηνοθεσία & Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Δραματουργία: Έρι Κύργια
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Διανομή
Έμιλυ Κολιανδρή
Γιάννης Κότσιφας
Πάνος Παπαδόπουλος
Ζέτα Μακρυπούλια
Βάσω Καβαλιεράτου
Φοίβος Δεληβοριάς
Νίκος Καραθάνος
Άγγελος Τριανταφύλλου
Γιλμάζ Χουσμέν
Άλκης Μπακογιάννης
Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος
Κωνσταντίνος Ζωγράφος
Γιάννης Σαμψαλάκης
Βασίλης Παπαδόπουλος
Σπύρος Μπόσγας
Αντώνης Χρήστου

