Της είχε υποσχεθεί πως κάθε Δεκαπενταύγουστο θα κατέβαινε από την Πρωτεύουσα στο πατρικό, τι κι αν η μικρή μονοκατοικία ήταν προικώο της- συνήθισαν να το λένε το πατρικό. Θα τη γιόρταζε λοιπόν, ζωντανή και πεθαμένη. Όσο ζούσε το είχε τηρήσει γενικά, εκτός κι αν έλειπε σε κάποιο από τ’ άλλα της παιδιά, σε άλλη πόλη ή και χώρα.
Όταν πέθανε, το σπίτι το κράτησε ζωντανό, άλλη μια υπόσχεση που της είχε δώσει, άλλωστε δεν είχαν ξοφλήσει ούτε καν το δάνειο, το επισκευαστικό.
Είχε γκρινιάσει στην ανακαίνιση, δεν της άρεσαν τα πλακάκια, ήταν πολύ φωτεινά, έδειχνε η σκόνη κι οι λεκέδες με το πρώτο έλεγε και τα χρώματα στους τοίχους ομοίως, έβαλε βέτο να κρατήσουν την μπανιέρα, ένας θεός ξέρει γιατί, της έβαλαν βρύση στην αυλή που της έλειπε, με τα πολλά μπήκε μέσα, «καινούριο σπίτι κυρά – Μαρίκα» της έλεγαν, «καλορίζικο» κι εκνευριζόταν, «ναι τώρα θα πάω και για νύφη».
Προσφάτως χήρα, δεν ήξερε γιατί ήταν με όλα δυσαρεστημένη, ή καλύτερα θα την έλεγε συγκρατημένη και στα καλά και στ’ άσχημα, ίσως έτσι έμαθε, μάλλον ένας τρόπος αυτοάμυνας στα ανεβοκατεβάσματα της ζωής, μη και τη βρουν απροετοίμαστη τα δύσκολα.
Σε αντίθεση μ’ αυτήν, η μάνα της, η γιαγιά, που ο εικοστός αιώνας είχε σχεδόν περάσει όλος από τις πλάτες της, όπως τους θύμιζε για να δώσει κύρος στα λεγόμενά της και κυρίως στα αποφθέγματά της, με πολέμους και θανάτους και αρρώστιες, «τόχε ρίξει στην τρελή» έλεγε η δική της μάνα, η σοβαρή. Κει έκλαιγε, κει γέλαγε. Όλο κάτι θυμόταν από τα πολύ παλιά ή τα νεότερα, κανείς δεν μπορούσε να τα επιβεβαιώσει ούτε και να τα αμφισβητήσει.
Έλεγε για παράδειγμα, «όταν η βασίλισσα Όλγα πέρασε από το χωριό μου, εκείνη τη μέρα γεννήθηκα και μ’ ασήμωσε κιόλας με μια λίρα χρυσή. Τη φάγαμε στην κατοχή, θεός σχωρέστην, πολύ καλός άνθρωπος». Τρέχα γύρευε. Πότε πήγε η βασίλισσα, πότε γεννήθηκε η γιαγιά, όλα στο περίπου.
«Ήταν πράκτορας του τσάρου γιαγιά», την πείραζαν. «Μμμ, όλα τα ξέρετε εσείς».
Στην πόλη είχε ζέστη. Μαΐστρος που δεν δρόσιζε, η υγρασία είχε κατέβει χαμηλά κι ίδρωνε την ατμόσφαιρα.
Μια ησυχία επικρατούσε, σχεδόν σιωπή. Οι περισσότεροι γλεντζέδες, τουρίστες και ντόπιοι που είχαν έρθει για τις διακοπές τους στη γενέτειρα, ήταν από βραδύς στα γύρω χωριά με τα πανηγύρια, oι νέοι είχαν γυρίσει ξημερώματα κι ακόμα κοιμόντουσαν κι οι υπόλοιποι, αυτήν την ώρα είχαν καθίσει στο τραπέζι, σχεδόν άκουγε τα πιρούνια να χτυπούν το σμάλτο των πιάτων και τα ποτήρια ν’ αφήνουν τον γυάλινο ήχο τους καθώς τσούγκριζαν το ένα με τ’ άλλο. Ούτε φωνές, ούτε τραγούδια. Κάπου – κάπου, ακούγονταν μόνον οι διάλογοι από κάποιο παλιό σήριαλ της τηλεόρασης, σήριαλ που είχαν αντικαταστήσει τα καλοκαιρινά μεσημέρια τις παλιές ελληνικές ταινίες.
Στο νεκροταφείο, λίγο ψηλά, στις παρυφές της πόλης, είχε δροσιά ανάμεσα στα κυπαρίσσια και θέα. Την πόλη, τη θάλασσα, τ’ απέναντι βουνά.
Τα τζιτζίκια μες την ησυχία είχαν πάρει τ’ απάνω τους. Επιβαλλόταν ο ήχος της αναπνοής τους παντού. Ένα ατέλειωτο τζιτζίκιασμα. Βαριανάσαιναν κι ακούγονταν τα τερετίσματά τους συγχορδία με κάτι λαϊκά που αντηχούσαν από μακριά, τρελαμένα κι αυτά από τη ζέστη.
Στην ανηφορίτσα, ανάμεσα σε παλιούς τάφους και ναΐσκους επωνύμων κατοίκων, έως και προσώπων ιστορικών που θάφτηκαν εκεί, συναντήθηκε με μια παρέα νέων γυναικών, αλλοδαπών – φαίνονταν από το ντύσιμο και τους κεφαλόδεσμους. Πήγαιναν όλες μαζί με λουλούδια στα χέρια. Κατευθύνονταν στο μέρος που είχε παραχωρηθεί – όχι χωρίς γκρίνιες από διάφορους της πόλης- στους ανθρώπους της θρησκείας τους.
Από μακριά άκουγε τραγούδια λαϊκά- του Μανώλη Αγγελόπουλου ήταν τελικά, κατάλαβε από τη χροιά της φωνής, όταν πλησίασε περισσότερο προς το σημείο που ήταν ο οικογενειακός τους τάφος, το μαγνητόφωνο στη διαπασών. Και «γειά σου ρε Παναγιώτη μερακλή και δώστου και πάλι», χόρευαν και έπιναν στη μνήμη του συμπατριώτη τους. Μάλλον Ρoμά.
Αγάπες μου περαστικές
Αγάπες μου χαμένες
Όμορφες σαν τις Κυριακές
Χαρές μου περασμένες
Παρατήρησε το χαμόγελο στα χείλη των γυναικών και το παραξένεμά τους στις ματιές που αντάλλαζαν. Ήταν τα ήθη και τα έθιμα τούτου του λαού με τον οποίο τους έτυχε να ζήσουν μαζί, σε τούτον τον παραθαλάσσιο τόπο που τους επέτρεψε να τους ξεβράσει η θάλασσα και κάπου να κρυφτούν. Ένας λαός που τη μια γέλαγε και την άλλη έκλαιγε, μια εξεγειρόταν, φώναζε, έλεγες να, τώρα θα τα κάψει όλα και την άλλη στιγμή μαζευόταν στα τέσσερα. Εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους για ένα πένθος, για 57 θανάτους μαζεμένους, στις θάλασσες και στα πανηγύρια την άλλη. Σήμερα για παράδειγμα γιορτάζουν «την Κοίμηση της Θεοτόκου», της Μάνας του Χριστού – Θεού τους. Τη γιόρταζαν με πανηγύρια και τραγούδια και χορούς. Ο θάνατος κι η ζωή γι’ αυτούς ήταν ένα και ήταν γλέντι.
Στο βάθος ο ορίζοντας κοκκίνιζε από μια πυρκαγιά που έκαιγε τον απέναντι λόφο και ώρες – ώρες ο αέρας έφερνε μυρωδιά καπνού και οι τάφοι γέμιζαν στάχτες και πούπουλα περιστεριών.
Ένα ελικόπτερο βουτούσε στη θάλασσα, πέρα μακριά και σηκωνόταν πάλι στον αέρα, τραβώντας για τη φωτιά. Ακουγόταν ο έλικας, συνεχής ήχος επαναλαμβανόμενος, που τάραζε τον ύπνο των πεθαμένων.
Αύγουστος, ο μήνας με τις κακές ειδήσεις. Έτσι τον έλεγε. Χωρίς την κομψότητα του Ιουλίου, του μήνα με τις προσμονές, ενός καινούργιου καιρού, μια ατέλειωτης μέρας.
Αύγουστος, με τις μέρες να τσαλακώνονται λίγο – λίγο, όπως τα όνειρα που μίκραιναν τα βράδια μαζί με τη μέρα, με τον ήλιο να καίει άγαρμπα, προμηνύοντας ένα τέλος. Τέλος σε τί;
Γινόταν άδικη με τον Αύγουστο ώρες – ώρες και τόξερε.
Σα να ξόρκιζε τις αναμνήσεις μιας νεότητας ανώφελης πια, μιας νεότητας με με κυκλαδίτικες βραδιές, χορούς και γλέντια ξημερώνοντας στην Αστυπαλιά και στη Χώρα τη Φολεγανδρινή, ξόρκι στις μεθυσμένες τυρόπιττες και τα ξενυχτισμένα φιλιά στις αμμουδιές της Αιγιάλης. Σε νοικιασμένα δωμάτια παλιών σπιτιών, σε σκηνές πάνω στα πλυμένα χαλίκια τ’ αλμυρά, κάτω από αρμυρίκια, με σκεπασμένους έρωτες από χιλιάδες αστέρια, κοντινά, οικεία με όμορφα ονόματα και τα διπλά φεγγάρια τ’ Αυγούστου που σβήνουν τα μικρότερα κι αφήνουν τον Δία, τον Κρόνο και την Αφροδίτη μόνο να διακρίνονται δίπλα τους.
Δεν την ήθελε αυτήν την παλιομοδίτικη νοσταλγία, προτιμούσε να τη βυθίσει σε μια μπαγιάτικη ντοματοσαλάτα, βρώμικα πλοία της άγονης γραμμής και rooms to let.
Καλύτερα προσγειωμένη στο παρόν.
Πριν μια βδομάδα, «του Σωτήρος», ο παπάς στην εκκλησία της γειτονιάς μοίραζε ρόγες από σταφύλια μαζί με το αντίδωρο στους πιστούς αλλά και περαστικούς από την πλατεία. Ετσι έλεγαν τις μπουκίτσες από βλογημένο ψωμί, φτιαγμένο στο χέρι- το σώμα του Χριστού – Θεού τους, όπως έμαθαν οι ξένες κι έβαζαν κι αυτές στο στόμα τους από μία ρόγα, σα να κοινωνούσαν μαζί με τις ντόπιες, το γλυκό χυμό. Το ‘καναν και κάτι παλιές στις γειτονιές, να πάει καλά η σοδιά του τρύγου. Τι κι αν στην μικρή κωμόπολη επιζούσαν μόνο κάτι κληματαριές που σήκωναν κρεβατίνες, στις τελευταίες αυλές που επιβίωναν στις παρυφές της.
Τ’ αμπέλια, για όσους διέθεταν τέτοια, βρίσκονταν πιο μακριά και τα κατείχαν πια λίγοι. Καθόλου σίγουρη ήταν πως αυτοί θα μοίραζαν ρόγες από σταφύλι του Σωτήρος.
Αλλά οι μύθοι επιβίωναν περισσότερο από τα ίδια τα γεγονότα από τα οποία γεννήθηκαν.
Έφτασε στο δικό τους τάφο. Ακούμπησε τις σακούλες στο πεζούλι. Άνοιξε τη βρύση δίπλα στο μονοπατάκι και πήρε το λάστιχο που κάποια άλλη νοικοκυρά είχε τοποθετήσει εκεί για να κάνει το πλύσιμο πιο εύκολο.
Πράγματι μια χαρά ήταν, τέτοια ώρα, με ζέστη, μεσημεριάτικα. Έριξε νερό παντού, σκούπισε, άναψε τα κεράκια, το λιβανιστήρι, το καντηλάκι, έβαλε τα λουλούδια στα βάζα, συγύρισε τη μάνα της, αναγκαστικά και τους συγκατοίκους, τον πατέρα και κάτι θείους, κοίταξε τριγύρω για κάνα παπά να κάνει ένα τρισάγιο, είδε κάτι μαύρα ράσα να στρίβουν πιο κάτω, φώναξε, της έκανε νόημα πως την είδε. Έφτασε λίγο αργότερα κι αυτή ως τότε άναψε τσιγάρο, παρότι τόχε κόψει, χώρια που εκνεύριζε τη μάνα της και παρακολουθούσε από ψηλά τα κορίτσια με τα κεφαλομάντηλα να κάνουν σχεδόν τα ίδια με κείνη.
Σαν οι δικοί τους να απαιτούσαν έστω και πεθαμένοι να νιώθουν αποδεκτοί και όχι ξεχωριστοί από τους ντόπιους. Άλλωστε ποιος ξέρει, στο τέλος μπορεί όλοι οι νεκροί να μοιάζουν, να μιλούν την ίδια γλώσσα και να χορεύουν τα ίδια τραγούδια εφόσον στο ίδιο χώμα κατοικούν.
Ήρθε ο παπάς κι έψαλε τσάτρα – πάτρα το τρισάγιο… «Ευλογητός ο Θεός ημών… Κύριε ελέησον… Δόξα Πατρί… Πάτερ ημών… Η μόνη αγνή και άχραντος Παρθένος… Ελέησον ημάς ο θεός κλπ. κλπ. Δι’ ευχών των αγίων… Αμήν…» έκαναν το σταυρό τους, ο παπάς θυμιάτισε το χώρο, βάρυνε η ατμόσφαιρα, λίγο το λιβάνι, λίγο η ζέστη κι η άπνοια της στιγμής, της ήρθε λιγοθυμία, ακούμπησε στο πεζουλάκι, του έδωσε πέντε ευρώ, την κοίταξε κάπως άγρια ο ιερωμένος ή έτσι της φάνηκε, τα εξαφάνισε σε μια μαύρη καταβόθρα, «ζωή σε σας» είπε, κι έφυγε.
Μετά από λίγο τον διέκρινε να ψέλνει πέρα, στα μνήματα των αλλοδαπών. Κι είδε τις γυναίκες με τα κεφαλομάντηλα να βγάζουν κόλλυβα και να τα σταυρώνει ο παπάς και να ρίχνουν λίγα πάνω στους χωμάτινους τάφους και να μοιράζουν τα υπόλοιπα σε μερικά τσιγγανάκια που έτρεχαν τριγύρω.
Γύρισε το μάτι της στη φωτογραφία της μάνας της και τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο που σιγόκαιγε ανάμεσα στα δάχτυλά της.
«Τι να σου πω κι εσένα. ΄Έφυγες με τις βεβαιότητές σου αλώβητες, με τις συνήθειες σου τις ιερές, μ’ αυτές που έλεγχες το χρόνο, με τη σειρά που ήθελες στα πράγματα, νοικοκυρεμένα κι ατόφια».
Κάθε Δεκαπενταύγουστο, μετά τη νηστεία, μετά την εκκλησία, μουσακάς και παστίτσιο και από την προηγουμένη έτοιμο το γλυκό του ψυγείου. Στρώσεις μπισκοτάκια πτι μπερ, βουτηγμένα στο κονιάκ και το γάλα, μετά σαντιγί morfat χτυπημένη με κακάο σε στρώσεις, έως το τέλος που η επιφάνεια καλυπτόταν με σοκολάτα σκουληκάκι.
Αυτά είχε φέρει κι αυτή σε τάπερ αντί για κόλλυβα ή σπερνά, όπως συνήθιζαν να τα λένε στο σπίτι της και κατέβηκε με το πόδι ως το μέρος των ξένων νεκρών και δίπλα στων Ρομά κι έβγαλε πλαστικά πιατάκια και τα μοίραζε στις γυναίκες με τα μαντήλια και στα παιδιά που τραγούδαγαν Μανώλη Αγγελόπουλο και «μπαλαμό και άει μπαλαμό» χτυπώντας ένα ντέφι και τους εξηγούσε «στη μνήμη της μάνας μου, φάτε στη μνήμη της μάνας μου που γιορτάζει».
Και τα τζιτζίκια συνέχιζαν τρελαμένα το τερέτισμα σαν να αυτοκτονούσαν βαριανασαίνοντας, πέφτοντας από τους κορμούς των δέντρων πάνω στα μάρμαρα, τα βαμμένα πράσινα απ’ τα κυπαρισσόμηλα.

