Η ήττα και η Αριστερά των απάτητων διαδρομών– του Θανάση Σκαμνάκη

 

Η Αριστερά, οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, με όλα τα επί πλέον πρόσημα, έχουν, σε μεγάλο βαθμό και σε μεγάλο αριθμό, ενσωματώσει την ήττα. Την οποία επαναλαμβάνουν σε όλες τις πτώσεις και με κάθε ευκαιρία (ή και χωρίς ευκαιρία), ως απόδειξη ρεαλισμού και κατανόησης της πραγματικότητας. Και αφού την ομολογήσουν, την πουν και την ξαναπούν, είτε κάνουν γενναίες αποδράσεις από την τρέχουσα πραγματικότητα προς ένα μέλλον που αναμένεται και ευαγγελίζονται, είτε «σκύβουν» στην καθημερινότητα και τις λύσεις στα άμεσα προβλήματα με έναν τρόπο, όπως λένε, ρεαλιστικό. Όλοι; Όχι. Αλλά…

Ανάμεσα στον παράδεισο μιας δευτέρας παρουσίας και στην φιλανθρωπία μιας τρεχούμενης, υπάρχει όχι μόνο κοινή αφετηρία και κοινή σκέψη αλλά και κοινή κατάληξη: η απογοήτευση και η (ουσιαστική) παραίτηση, ακόμη κι αν συνοδεύεται από εντατική δράση. Και η αδυναμία να εγγράψουν σε ένα σχέδιο και πρόγραμμα ουσιαστικής αναζήτησης και ανατροπής τις όποιες πρωταρχικές, ασαφείς, αβέβαιες και αινιγματικές αμφισβητήσεις που ανακύπτουν στα πιο προωθημένα και ανήσυχα ή στα πιο ρημαγμένα και στερημένα τμήματα της κοινωνίας, σε ανήσυχους διανοούμενους και προβληματιζόμενους νέους. Κάτι που θα έδινε πραγματική υπόσταση και στα όνειρα μιας σοσιαλιστικής Εδέμ και στις ανάγκες για καθημερινές διεκδικήσεις και βελτιώσεις.

Μετά τις ήττες των προηγούμενων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων οι παρόντες απολογητές, αλλά και οι επίσης παρόντες αρνητές τους, ταυτόχρονα αν και από διαφορετική σκοπιά, οδηγούν ο καθένας το δικό του όχημα, πολλοί φορείς πολλά οχήματα έτσι που να δημιουργείται η εντύπωση της μεγάλης κίνησης, σε μια κοινή καθημαγμένη λεωφόρο, όπου ένθεν κακείθεν χάσκουν τα ερείπια των παλιών οικοδομών και τα χορτάρια της τρέχουσας πραγματικότητας μεγεθύνονται και πολλαπλασιάζονται θολώνοντας το τοπίο και τον ορίζοντα, που καταλήγει στο ίδιο αδιέξοδο.

Κι έτσι τροφοδοτείται απλώς η επιβίωση στο παρόν, αλλά χωρίς καύσιμα, χωρίς ενθουσιασμό, μέσα σε εκλογικές αναμετρήσεις όπου μετριούνται οι απογοητευμένοι, οι παραμένοντες από συνήθεια, από κεκτημένη ταχύτητα ή από «δεν ξέρω τι άλλο να κάνω», αλλά όχι οι (συνεχώς συρρικνούμενες) δυναμικές αμφισβήτησης, προθέσεις ανατροπής ή στρατεύσεις.

Εντός αυτής της αμηχανίας βγαίνουν στην επιφάνεια τα πιο παλιά υλικά, φθαρμένα, ακυρωμένα, από το χρόνο, ως σύγχρονα. Είτε αυτό αφορά ξαναζεσταμένες θεωρίες άκαμπτου και παραποιημένου μαρξισμού, είτε εγκαταλελειμμένα υλικά πολιτικών και οικονομικών οικοδομών, όπως προκύπτουν από τα προγράμματα των υποτιθέμενων ρεαλιστών αριστερών (υποτιθέμενων και ως ρεαλιστών αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις και ως αριστερών.

Αν ανατρέξεις λοιπόν στο παρελθόν θα αναγνώσεις πολλές ιδέες που ακούγονται σήμερα στα πολιτικά προγράμματα και προβάλλονται ως μοντέρνες και αποτελεσματικές. Φυσικά συνοδεύονται από κορδέλες και στρας, που κάνουν τη συσκευασία σύγχρονη, αλλά το περιεχόμενο είναι το ίδιο παλιό υλικό. Κορυφαίος αρχαιοδίφης της οικονομικής θεωρίας είναι βέβαια ο Αλέξης Τσίπρας – ο οποίος ονομάζει τον εαυτό του και το προσωπικό του κόμμα Αριστερά, ενώ εκείνο που θέλει είναι να δημιουργήσει μια απομίμηση του αμερικάνικου Δημοκρατικού Κόμματος (όπου εκεί ο πρόεδρος εκλέγεται, κατά κάποιον τρόπο, από τα μέλη, ενώ  εδώ τα μέλη, κατά κυριολεξία, εκλέγονται από τον πρόεδρο). Έχω στο νου μου, μεταξύ πολλών άλλων, τον νέο πατριωτισμό που λανσάρει, ο οποίος θα λύσει το οικονομικό μας πρόβλημα καλώντας τους πατριώτες της οικονομικής ολιγαρχίας να συνεισφέρουν με γενναιότητα.

Η μνήμη μου και οι αναγνώσεις μου ανέσυραν τη θεωρία από τα πολύ παλιά ξέφτια της αστικής σκέψης:

«Ο πλούσιος θα συνεργαζόταν περισσότερο με το Κράτος, ακόμα πιο έντονα από ό,τι το κάνει τώρα, στο να απαλύνει τη δυστυχία σε αυτούς που είναι αδύναμοι και αντιμετωπίζουν πρόβλημα χωρίς δική τους ευθύνη, και από αυτούς που ένα σελίνι μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερο όφελος από ό,τι πολλές περισσότερες λίρες… Υπό αυτές τις συνθήκες, οι άνθρωποι γενικά θα ήταν τόσο καλά διαπαιδαγωγημένοι και τόσο καλά εκπαιδευμένοι, που ο τόπος θα ήταν αξιοβίωτος. Τα ωρομίσθια θα ήταν υψηλά αλλά η εργασία δεν θα ήταν πανάκριβη. Το κεφάλαιο επομένως δεν θα ήθελε να φύγει από αυτόν, ακόμα κι αν φορολογούνταν βαριά για δημόσιους σκοπούς: οι πλούσιοι  θα λάτρευαν να μένουν σε αυτόν· και επομένως ο αληθινός Σοσιαλισμός, βασισμένος στον ιπποτισμό, θα ξεπερνούσε τον φόβο ότι καμία χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει γρηγορότερα από τις άλλες, μη τυχόν και στερέψει από κεφάλαιο. Ο Εθνικός Σοσιαλισμός αυτού του είδους θα ήταν γεμάτος ατομικότητα και ελαστικότητα. Δεν θα υπήρχε ανάγκη για αυτά τα σιδερένια δεσμά μηχανικής συμμετρίας, που ο Μαρξ θεώρησε αναγκαία για τα “διεθνή” εγχειρήματα» (΄Αλφρεντ Μάρσαλ, Κοινωνικές δυνατότητες της οικονομικής ιπποσύνης, 1907).

Κι αν διαπιστώνετε στη γλώσσα μια παλαιικότητα και μια τραχύτητα δεν χρειάζεται να μείνετε σ’ αυτό. Οι σημερινές διατυπώσεις έχουν πάρει γλωσσικούς τύπους σύγχρονους, πιο ευέλικτους, χωρίς όμως να αλλάζουν στο ελάχιστο τη θεωρητική και πραγματική επανάληψη-ταύτιση.

Τίποτα νέο δεν μπορούν να προσφέρουν. Ούτε οι μεν, ούτε οι δε. Το νέο παράγεται σε εκείνες τις αναζητήσεις που γίνονται στα κράσπεδα. Οι οποίες δεν υποτάσσονται ούτε στο παρελθόν ούτε σε επιταγές του λεγόμενου ρεαλισμού. Που είναι μειοψηφικές, έως αόρατες και (ίσως και γι’ αυτό) δεν ντρέπονται, ούτε δεσμεύονται να θέσουν υπό ριζική αμφισβήτηση τις παγωμένες αλήθειες. Με ό,τι ρίσκο έχει αυτό. Αλλά και με μοναδική συμβολή!

Δεν θέλω προφανώς να γίνω απολογητής μιας ηθελημένης περιθωριοποίησης και να αναγάγω σε ηρωισμό την αδυναμία. Όχι να επιβραβεύσω την αναζήτηση της «καθαρότητας», στον κόσμο των μικρών μας ομάδων, που ορκίζονται στο όνομα της εργατικής τάξης, αλλά βρίσκονται πολύ μακριά της.

Αλλά να αποτυπώσω την ανάγκη μιας αναζήτησης εντός της σημερινής πραγματικότητας, δηλ. γνήσια ρεαλιστικής, που χρειάζεται να μείνει πιστή στα όνειρα αλλά και ταυτόχρονα βέβηλη, ριζοσπαστική και άθρησκη. Που θα διανύει τις απάτητες διαδρομές. Με όλους τους κινδύνους και όλες τις ομορφιές τους.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ