Πηγή: Ρωγμή στην Ενημέρωση
21 Αυγούστου 1916: Απεργοί δολοφονούνται από τους μηχανισμούς του κράτους και της εργοδοσίας
Τόπος όπου έγραψαν ιστορία οι εργάτες
όπου έγινε ταξική ιστορική μάχη και οι εργάτες έγραψαν ιστορία.
Η Σέριφος είχε μεταλλευτική δραστηριότητα αιώνων. Το 1885 ξεκινάει μια σημαντική περίοδος εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου του νησιού (κυρίως του σιδηρομεταλλεύματος) απ’ τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν. Μαζί με την εταιρεία «Σέριφος – Σπηλιαζέζα» αναλαμβάνει εργολαβικά την εξόρυξη. Στο νησί σημειώνεται σημαντική πληθυσμιακή αύξηση, κατά κύριο λόγο εργατών.
Από 2.134 κατοίκους το 1880, το νησί φτάνει τους 4.000 το 1912. Ο Γρόμαν αναγκάζει τους ιδιοκτήτες των μικρών κλήρων να του εκχωρούν τα χωράφια τους, χωρίς να τους αποδίδει αντίτιμο, με αντάλλαγμα ένα ισχνό μεροκάματο. Αν οι ντόπιοι αρνιόταν, τότε η εκχώρηση γινόταν «απλά» με το ζόρι. Οι άθλιες συνθήκες συνεχίζονται και απ’ τον γιο του Γρόμαν, Γεώργιο, που ανέλαβε το 1906. Οι εργοδότες είχαν μαζί τους στο νησί και ομάδες πιστών τους υπαλλήλων, που λειτουργούσαν ως επιστάτες και μαγκουροφόροι.

«Οι συνθήκες για τους μεταλλωρύχους την εποχή εκείνη ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες. Δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο, με το χάραμα της ημέρας έπρεπε να βρίσκονται στην είσοδο της κάθε στοάς και με τη δύση του ηλίου να σχολάνε. Τον ήλιο τον βλέπανε μόνο κάθε Κυριακή και όλα αυτά για ένα μεροκάματο που έφτανε ίσα – ίσα για να ζουν. Η ζωή τους δε μετρούσε για τους εργοδότες». διηγείται στην εφ. Ριζοσπάστη, στις 5 Σεπτεμβρίου 2004. ο παλιός μεταλλωρύχος Γιώργος Λιβάνιος πρόεδρος του σωματείου των μεταλλωρύχων (1958-’60). «Οι μεταλλωρύχοι κατοικούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές της Σερίφου , νυχτοπερπατούσαν σαν τσακάλια δυόμισι και τρεις ώρες ποδαρόδρομο, ανεβοκατεβαίνοντας τις ράχες και τις ρεματιές, με μόνη συντροφιά τη φυλλάδα που τη χρησιμοποιούσαν για μπαστούνι. Ηταν υποχρεωμένοι με το χάραμα να βρίσκονται στοιβαγμένοι στις εισόδους της κάθε γαλαρίας για να πιάσουν δουλειά.
Εκεί πήγαινε ο κάθε μαγκουροφόρος επιστάτης, έβαζε τη μαγκούρα ανάμεσά τους και τους έλεγε: «Από δω και μπρος θα πάτε για δουλειά, οι υπόλοιποι να φύγετε γιατί αργήσατε, αύριο πάλι». Φανταστείτε μόνο την ταλαιπωρία και την απόγνωση αυτών των ανθρώπων, που γυρνούσαν στα σπίτια τους άπραγοι. Οσοι είχαν την τύχη να δουλέψουν, αν δεν ακολουθούσαν τις εντολές του επιστάτη και αρνιούνταν αν πάνε σε κάποιο επικίνδυνο σημείο της γαλαρίας, η απάντηση άμεση: «Αν δεν πας, να πας σπίτι σου». Ετσι, οι εργάτες κατέβαιναν σαν μυρμήγκια στα βάθη της γης κάθε πρωί και δε γνώριζαν αν θα βγουν ζωντανοί ή όχι». Ένας απ’ αυτούς που δεν βγήκε ζωντανός ήταν και ο παππούς του 84χρονου, που σκοτώθηκε το 1907 και ήταν μόλις 32 χρόνων. Σκοτώθηκε στα μεταλλεία στις 31 Δεκέμβρη του 1907. «Τον πήρανε πρώτο και τον πήγανε σκοτωμένο στη γιαγιά μου και τα παιδιά της για πρωτοχρονιάτικο μποναμά».

Ο Κωνσταντίνος Σπέρας
Mε την ίδρυση του σωματείου και την επικύρωση του Καταστατικού του, ο Kώστας Σπέρας προέβη σε διάβημα προς το Υπουργείο Eθνικής Oικονομίας για τις άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης και για το εξοντωτικό ωράριο εργασίας, προειδοποιώντας ότι θα κηρυχθεί γενική απεργία στο νησί αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματα αυτά.
Οι μνήμες στον παλαίμαχο μεταλορείχο είναι τόσο έντονες, που θυμάται μια συγκλονιστική ιστορία, που έζησε μόλις στα 6 του χρόνια. Την «κατέθεσε» και στην ομιλία του στην εκδήλωση τιμής και μνήμης, που γίνεται για τους 4 νεκρούς της απεργίας: «Ερχόμαστε από του Κύκλωπα τη σπηλιά με έναν παλιό μεταλλωρύχο. Οταν φθάσαμε στο ρήγμα των βουλλημέντων στο Μισοβούνι, ο γέρος έβγαλε από το δισάκι του ένα κρίθινο ψωμί, έκοψε μια φέτα και συγκινημένος την έριξε μέσα στο ρήγμα λέγοντας: “Ελα βρε Αόστρια, πάρε αυτό το ψωμί και μοιραστείτε με τους άλλους…”. Τα δάκρυα στα μάτια του έτρεχαν ποτάμι». Ηταν ένας απ’ τους πολλούς νεκρούς που εγκλωβίστηκαν κάτω απ’ το βουνό και πέθαναν μέρες μετά αβοήθητοι…. «Έθαβαν εργάτες ζωντανούς για να αποκομίζουν με ληστρική εκμετάλλευση περισσότερα κέρδη. Οι εργάτες βρίσκονταν νεκροί καταπλακωμένοι στις στοές και οι οικογένειές τους ανησυχούσαν αφού δεν είχαν νέα τους. Ερχόταν κάποιος δικός τους άνθρωπος να ρωτήσει και του λέγανε πως ο νεκρός είχε φύγει απ’ τη δουλειά!»…
«Ολη αυτή η κατάσταση», ανάγκασε τους μεταλλωρύχους να εξεγερθούν, να κάνουν την απεργία, να σπάσουνε τα δεσμά του κατεστημένου».
Στις 24 Ιούλη είχε δημιουργηθεί το σωματείο «εργατών μεταλλευτών» Σερίφου , με αιτήματα την καθιέρωση του 8ωρου, την αύξηση των ημερομισθίων και τη λήψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων.
Το σωματείο διαπίστωσε ότι το Υπουργείο, η γαλλική εταιρία και ο Γ. Γρώμμαν συνέπλεαν και συνεργάζονταν.
Οι μεταλλωρύχοι αρνούνται να φορτώσουν το ανδριώτικο πλοίο «Μανούσι», που ήρθε να παραλάβει σιδηρομετάλλευμα. Η πρώτη οργανωμένη δράση οδήγησε στην απεργία.
Στις 7 Αυγούστου του 1916 ξέσπασε γενική απεργία στη Σέριφο.

Kαταργήθηκαν οι τοπικές αρχές και οι εργάτες πήραν στα χέρια τους την καθημερινή τους ζωή, μέσω ενός άμεσα ανακλητού εργατικού συμβουλίου που συντόνιζε όλες τις ασχολίες.
Το κράτος δεν ανέχθηκε για πολύ αυτή την κατάσταση και έστειλε ένα σώμα χωροφυλακής για να καταστείλει τους εργάτες..Στις 21 Αυγούστου έφτασαν 10 χωροφύλακες, με επικεφαλής τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου, στο νησί, με σαφή εντολή: Να καταπνίξουν την απεργία.
O επικεφαλής του σώματος μοίραρχος Xρυσάνθου, νόμιζε ότι θα είχε να κάνει με μια εύκολη υπόθεση. Όταν το σώμα της χωροφυλακής αποβιβάστηκε στο λιμάνι του νησιού, κατευθύνθηκε προς το Mεγάλο Λιβάδι όπου βρίσκονταν οι απεργοί. Στη διαδρομή ο Χρυσάνθου τρομοκρατούσε τους πάντες. Mόλις έφτασε στο Mεγάλο Λιβάδι, συνεννοήθηκε με κάποιους υπαλλήλους και μπράβους του Γ. Γρώμμαν -ο ίδιος ο Γρώμμαν απουσίαζε τότε από το νησί- και στη συνέχεια κάλεσε τον K. Σπέρα και το Δ.Σ. του Σωματείου για διαπραγματεύσεις.
Aντί όμως γι’ αυτό, τους συνέλαβε και τους κλείδωσε σε ένα δωμάτιο. Στη συνέχεια, παρέταξε τους χωροφύλακες σε θέση μάχης απέναντι τους συγκεντρωμένους μεταλλωρύχους, δίνοντάς τους προθεσμία πέντε λεπτών να διαλυθούν. Tαυτόχρονα, με το πιστόλι του σκότωσε εν ψυχρώ το μεταλλωρύχο, Θεμιστοκλή Kουζούπη.
Ο Θεμιστοκλής Κουζούπης
Η συμπλοκή συνεχίστηκε με τους ανθρώπους της εργοδοσίας και τους χωροφύλακες να πυροβολούν σε ό,τι εκινείτο. Έτσι, στην εξέλιξη των συγκρούσεων σκοτώθηκαν τρεις ακόμα εργάτες, οι Mιχάλης Zωΐλης, Mιχάλης Mητροφάνης και Γιάννης Πρωτόπαπας. Οι απεργοί όμως έφτασαν μέχρι τα γραφεία της μεταλλευτικής εταιρίας και απελευθέρωσαν τον Σπέρα και τους άλλους συναδέλφους τους που είχαν συλληφθεί και κρατούνταν.
Οι μεταλλωρύχοι αμέσως φυσικά αντιδρούν και γενικεύεται η σύρραξη, στην οποία συμμετέχουν και γυναίκες και παιδιά. Οι χωροφύλακες τραυματίζονται. Ο Χρυσάνθου λιθοβολείται μέχρι θανάτου, ενώ ο αστυνόμος Σερίφου , Τριανταφύλλου, γκρεμίζεται από τη γέφυρα φόρτωσης στη θάλασσα.
Ο Γ. Λιβάνιος, αναφέρει στον “Ριζοσπάστη” πως εκτός των 4 νεκρών, από όσο ο ίδιος γνωρίζει, υπήρχαν και άλλοι δυο. Ο ένας πέθανε μετά από λίγες μέρες, ενώ ο δεύτερος πέθανε στη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Επίσης, σύμφωνα με τους ντόπιους, αφού έληξε η μάχη, οι εργάτες πήραν τα όπλα και πήγανε στα γραφεία της εταιρίας. «Εκεί τους σταμάτησε ένα παπάς και τους είπε, “ειρήνη υμίν, όχι άλλο αίμα, ρε παιδιά”.
Ο τελικός απολογισμός των συγκρούσεων ήταν τέσσερις απεργοί και τρεις χωροφύλακες νεκροί και σχεδόν οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στην απεργία τραυματίες. Η απεργία έληξε με μερική ικανοποίηση των αιτημάτων των μεταλλωρύχων, ήταν μια νίκη της εργατικής τάξης». Το σωματείο πέτυχε την αύξηση των ημερομισθίων, την καθιέρωση οκταώρου για τις υπόγειες εργασίες και τον έλεγχο του υποτυπώδους ασφαλιστικού ταμείου αυτοβοηθείας.
Ήταν μια ταξική σύγκρουση που καταγράφεται ανάμεσα στις σημαντικότερες του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα

.

Τα επόμενα χρόνια της εκμετάλλευσης
Μπορεί οι εργάτες να κατάφεραν με τον αγώνα τους να αποκτήσουν κάποια στοιχειώδη δικαιώματα. Μπορεί να σταμάτησαν να δουλεύουν «από ήλιο σε ήλιο», η εκμετάλλευση όμως συνεχίστηκε,
Πολλοί μεταλλωρύχοι έχασαν τη ζωή τους μέσα στις στοές, από την άγρια εκμετάλλευση και τις απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς.
Οταν οι κληρονόμοι του Γρόμαν βρήκαν πλουσιότερες φλέβες μεταλλεύματος στη Νότια Αφρική, τα εγκατέλειψαν τα μεταλλεία της Σερίφου. Το 1963 τα μεταλλεία κλείνουν. Και το νησί ερημώνει.
Στη Σέριφο, μαζί με τη θλίψη για τα θύματα, υπάρχει η περηφάνια για την ιστορική απεργία του 1916, αλλά και τους αγώνες που ακολούθησαν μέχρι και το 1963, όταν τερματίστηκε και η λειτουργία των μεταλλείων.
Το μνημείο για τους τέσσερις νεκρούς ήρωες εργάτες, αλλά και όσους αγωνίστηκαν μαζί τους
Επιμέλεια: Π.Χ.

