Η αναγγελία της διοργάνωσης διεθνούς ημερίδας μεταξύ δικαστικών ενώσεων από την «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» (Ε.Δ.Ε.) με θέμα συζήτησης τις «ακραίες συμπεριφορές δικηγόρων κατά δικαστών» στις 10.10.2026 κλιμακώνει επικίνδυνα τον πόλεμο που έχει ξεκινήσει ο πρόεδρος της Ε.Δ.Ε. από το Νοέμβριο 2025 εναντίον των δικηγόρων. Έναν πόλεμο του αποσκοπεί στην ήδη προταθείσα από την Ε.Δ.Ε. νομοθετική μεταβολή του Κώδικα περί Δικηγόρων και τη σύνθεση των αρμοδίων Πρωτοβάθμιων πενταμελών Πειθαρχικών Συμβουλίων με αντικατάσταση των μελών τους που πάντα ως τώρα αποτελούνται αμιγώς από δικηγόρους σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 147 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, ώστε να αποτελούνται αποκλειστικά και μόνο από δικαστές. Ο πόλεμος αυτός συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της ατζέντας της προεκλογικής περιόδου του Δ.Σ.Α. εν όψει των εκλογών της 30.11.2025/1.12.2025 και Β΄ γύρος 7 και 8.12.2025, καθώς κατ ουσίαν δημιούργησε τον αντίπαλό του, αναζωπύρωσε την παλαιά βεντέτα του προέδρου της με τον Δ. Βερβεσό, προκάλεσε την αιτία και την μέγιστη συσπείρωση του κύκλου επιρροής του απελθόντος προέδρου του Δ.Σ.Α. και την εν τέλει επικράτηση του εκλεκτού του υποψήφιου. Αλλά και για τον ίδιο τον κ. Σεβαστίδη το όφελος ήταν η πολύ άνετη επικράτηση και επανεκλογή στις μετέπειτα εκλογές της Ε.Δ.Ε. τον Μάϊο 2026.
Η ατζέντα αυτή είναι εντελώς αποπροσανατολιστική, συσκοτίζει τις πραγματικές αντιθέσεις και δημιουργεί έναν άσκοπο πόλεμο με αμφίπλευρη σπατάλη δυνάμεων χωρίς τη συνδρομή των σχετικών όρων προς όφελος της κυβέρνησης και μόνο, της οποίας η πολιτική μένει στο απυρόβλητο και επιπλέον καλείται να παραστήσει τον διαιτητή.
Η συντεχνιακή μεταστροφή και η δεξιά αναδίπλωση του προέδρου της Ε.Δ.Ε. είναι πραγματικά εκπληκτική. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για την επιβεβαίωση της λαϊκής παροιμίας «Όποιος καεί στο χυλό, φυσσάει και το γιαούρτι». Η ηρωϊκή θέση του για την αποδοκιμασία της κυβερνητικής παρανομίας στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα τον Φεβρουάριο 2021 είχε πράγματι προκαλέσει σεισμό στο δικαστικό χώρο και δημιούργησε εναντίον του πάνδημη αντισυσπείρωση όλων των συντηρητικών και δεξιών δικαστών με κείμενα υπογραφών, αρθρογραφία κλπ. Ηταν αποκορύφωμα μιας πραγματικά ριζοσπαστικής έως τότε παρουσίας με διεκδικήσεις όπως η απαγόρευση διορισμού δικαστών μετά την αφυπηρέτηση σε διάφορες διοικητικές επιτροπές, αλλά και πολλές κριτικές αναφορές στο περιεχόμενο της απονεμόμενης «δικαιοσύνης» και τις οικονομικοπολιτικές συνιστώσες της, εξαιρετικές αναλύσεις νομικοπολιτικών ζητημάτων και εξωστρέφεια έως και με διοργάνωση εκδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου, συναντήσεις με σωματεία και κοινωνικούς φορείς, παρουσία του στη δίκη της Χ.Α. την ημέρα έκδοσης της απόφασης κλπ.
Αυτά και πολλά άλλα είχαν οδηγήσει μέχρι και στην προσπάθεια εκπαραθύρωσής του με απόφαση Πρωτοδικείου για διορισμό προσωρινής διοίκησης στην Ε.Δ.Ε. Πρωτεργάτης της απόπειρας ήταν ο τότε εφέτης, που είχε γίνει ίνδαλμα των κατηγορουμένων της Χ.Α. για την πρωτοφανή και μοναδική στα χρονικά θέση ότι η Χ.Α. δεν είναι εγκληματική οργάνωση διότι δεν είχε οικονομικό κίνητρο και τη μειοψηφία του στο παραπεμπτικό βούλευμα, και που μετά τη δική του αφυπηρέτηση αργότερα διορίστηκε από τον σημερινό πρωθυπουργό πρόεδρος του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.
Για όλα αυτά, που στάθηκαν αιτία να χάσει τις εκλογές του 2022, τον είχαμε υπερασπισθεί, αλλά όπως φαίνεται όλα αυτά ανήκουν ανέκκλητα στο παρελθόν του. Η θριαμβευτική επανεκλογή του το 2024 δεν είχε την ανάλογη συνέχεια καθώς η Ε.Δ.Ε. σιώ πησε απέναντι στα πολλά και αρνητικά αξιοσημείωτα που έχουν συμβεί : Η διάλυση των Ειρηνοδικείων, η μεταφορά δικαιοδοτικών λειτουργιών σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους, η αδιάκοπη προσπάθεια επιβολής εξωδικαστικών ρυθμίσεων των ένδικων διαφορών, ο δικαστικός χάρτης, η πολυνομία, οι συνεχείς τροποποιήσεις κωδίκων και νόμων, η υπαγωγή της συντριπτικής πλειοψηφίας αστικών και ποινικών υποθέσεων σε μονομελείς συνθέσεις, ο ποινικός λαϊκισμός και η διαρκής αυστηροποίηση της ποινικής νομοθεσίας που έχει οδηγήσει σε αριθμό – ρεκόρ πάνω από 14.000 τον πληθυσμό των έγκλειστών στις φυλακές, η έλλειψη βασικών υποδομών σε εγκαταστάσεις και ανθρώπινα δυναμικό, οι απανωτές κυβερνητικές παρεμβάσεις στο έργο των δικαστών, και συχνά ο δικαστικός αυταρχισμός απέναντι σε ιδίως νέους δικηγόρους, όλα δε αυτά σε συνδυασμό με το πολύ χαμηλό επίπεδο ποιότητας της παρεχόμενης απονομής δικαιοσύνης (μάλλον αδικίας), που έχει γίνει πια ευρύτατα αντιληπτό από την κοινωνία. Τα αποτελέσματα των «δημοσκοπικών επιδόσεων» με την αρνητική γνώμη και αίσθηση από το 76% των ερωτηθέντων τον Φεβρουάριο 2025 ήταν ένα ηχηρό καμπανάκι, που μάλλον έκανε ότι δεν άκουσε.
Αλλά και όλα τα παραπάνω δεν φαίνεται να έχουν προβληματίσει έστω και για τα προσχήματα την Ε.Δ.Ε. Εως το Νοέμβριο 2025, το αποκλειστικό της σχεδόν μέλημα ήταν οι όροι ένταξης των πρώην ειρηνοδικών στην ενιαία επετηρίδα του νέου δικαστικού χάρτη. Η Ε.Δ.Ε. σιώπησε ακόμα και για θέματα για τα οποία θα περίμενε κανείς αυτονόητα την υποστήριξή της όπως η επαναθέσπιση της υποχρεωτικής καθαρογραφής των αθωωτικών αποφάσεων, την οποία εκατοντάδες μέλη της ανά την Ελλάδα στεντορείως αρνούνται, είτε από φυγοπονία, είτε από διάθεση αποφυγής έκθεσης της δικαιοδοτικής τους κρίσης, με αποτέλεσμα την προφανή βλάβη των κατηγορουμένων και την εξαφάνιση της υπερασπιστικής νομολογίας. Αντίθετα, η ιστοσελίδα της φιλοξένησε τη μοναδική αντίθετη στις καθαρογραφές άποψη που γράφτηκε. Πρόκειται για ένα μεγάλο ζήτημα, για το οποίο ο Δ.Σ.Α. πραγματοποιεί ένα μεγάλο αγώνα που εξακολουθεί ακόμα να εξελίσσεται και θα συνεχιστεί μέχρι την τελική του νομοθετική δικαίωση.
Στα δύο και πλέον χρόνια που διαρκεί η παρούσα θητεία της πλειοψηφίας της Ε.Δ.Ε. η μόνη φωτεινή ανακοίνωση που εξέδοσε, ήταν εκείνη που κατήγγειλε την παρέμβαση του State Department στην ελληνική δικαιοσύνη κατά της αποφυλάκισης Γιωτόπουλου και ουσιαστικά επέβαλε την αναίρεση της σχετικής απόφασης.
Ακόμα και για τις πρόσφατες εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη Δ.Ε.Θ. για τα 500€ ετησίως επιπλέον στους δημοσίους υπαλλήλους και στους δικαστές ετησίως, εξαγγελία την οποία η Ενωση Διοικητικών Δικαστών (η οποία αρνείται να σιωπάσει ακόμα και για τη γενοκτονία στη Γάζα και το πληρώνει, όπως και πολλά άλλα, μεταξύ άλλων με την μείωση στα χρόνια της νέας της διοίκησης των εισακτέων στην κατεύθυνση Διοικητικού Δικαίου της σχολής Δικαστών, με αποτέλεσμα την διαιώνιση των ελλείψεων και της πρωτοφανούς βραδύτητας των διοικητικών δικών) κατήγγειλε όπως και οι περισσότερες ομοσπονδίες και εργατικά συνδικάτα ως κοροϊδία, η Ε.Δ.Ε. με την ανακοίνωσή της ούτε λίγο ούτε πολύ είπε ότι το ποσό αυτό είναι καλό, αλλά λίγο. Ότι θα έλεγαν και οι συνδικαλιστές της Δ.Α.Κ.Ε. στη Γ.Σ.Ε.Ε. κ.α.
Στην υπόθεση των Τεμπών υπερασπίστηκαν τους συναδέλφους τους, εισαγγελέα και δικαστές, για τις κριτικές που δέχονταν από διαδίκους και συνηγόρους, δεν είπαν λέξη για το φιάσκο της αίθουσας, ούτε και για την κραυγαλέα και πολλαπλή επιχείρηση συγκάλυψης της υπόθεσης, ενώ εξέτρεψαν την στάση της Ε.Δ.Ε. σε μία άνευ προηγουμένου επίθεση στον Νίκο Κωνσταντόπουλο, που αποτελεί κεφάλαιο για την ελληνική ιστορία της δικηγορίας και της πολιτικής όποιες διαφωνίες και αν έχει κανείς μαζί του, αλλά και στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, που μπορεί ως δικηγόρος και πολιτικός να ξεπερνάει τα όρια της μέσης αποδεκτής μαχητικότητας, αλλά παραμένει ασυμβίβαστη και κυρίως λέει αδίστακτα τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να υποκρίνεται. Όμως η τακτική της Ε.Δ.Ε. απέναντί της δεν διαφέρει από αυτήν της Ν.Δ. : Ποινικοποιεί την κριτική της και επιδιώκει να την εκδικηθεί δικαστικά, ιδίως αν μείνει εκτός Βουλής. Και χρησιμοποιεί την δικαστική οδό, στην οποία έχει εκ των πραγμάτων προνομιακή πρόσβαση ως μέσον επιβολής των απόψεών της και καταστολής των αντίθετων. Όπως διαχρονικά δηλαδή πράττουν οι φορείς κάθε είδους εξουσίας.
Στο ν/σ για τον «Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών» δεν ενοχλούνται από τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της υπαγωγής, αντίθετα επισημαίνουν ότι ο κώδικας υιοθετεί σημαντικό μέρος των προτάσεών της, αλλά κυρίως από την υποβάθμιση της δικαστικής διαμεσολάβησης και υποβάλλουν και εκεί εποικοδομητικές προτάσεις. Και απέναντι στην υποχρεωτική παράσταση δικηγόρων που επαναθεσπίζεται (μόνο και μόνο για να μειώσει τις αμοιβές και να τις καταστήσει φορολογικά ελεγκτέες) σπεύδουν να ζητήσουν την απαλλαγή των δικαστών συμβαλλόμενων.
Η αντίθεση μεταξύ δικαστών και δικηγόρων είναι πραγματική, αλλά φυσικά δεν έχει καμία σχέση με όσα παριστούν η από τη μία η Ε.Δ.Ε. και από την άλλη οι υπέρμαχοι της ιδιότητας περί δικηγόρων – συλλειτουργών. Συνίσταται στο ότι οι δικαστές ασκούν εξουσία και εφαρμόζουν το «ισχύον δίκαιο», δηλαδή τους κανόνες με τους οποίους ασκείται γενικά η εξουσία από το κράτος σε όλο τον πληθυσμό. Οι δικαστές συνεπώς εκπροσωπούν το κράτος, ενώ αντίθετα οι δικηγόροι δεν ασκούν εξουσία, αλλά απευθύνονται στη δικαστική εξουσία και είτε εκπροσωπούν συμφέροντα, είτε υπερασπίζονται δικαιώματα, που μπορεί να αφορούν λαϊκές τάξεις, αλλά μπορεί και ανώτερα στρώματα και τάξεις. Η υπερασπιστική λειτουργία της δικηγορίας την καθιστά θεσμικά και κοινωνικά αντίπαλο κάθε εξουσίας, μηδέ και της δικαστικής εξαιρουμένης. Και βέβαια σε αντίθεση με τους δικαστές, που αποτελούν ενιαίο ταξικά στρώμα, η δικηγορία αποτυπώνει μια εκτεταμένη διαστρωμάτωση που ξεκινάει από τους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους μαχόμενους (και όχι κατ ευφημισμό «ελεύθερους επαγγελματίες») και καταλήγει στους μεγαλοδικηγόρους και πιά στις δικηγορικές εταιρίες που νέμονται πλέον του 80% της δικηγορικής ύλης. Αντίστοιχα περίπου είναι και τα συμφέροντα που εκπροσωπούνται από κάθε στρώμα δικηγορίας. Πάντως δεν ασκούν εξουσία, ώστε να βαυκαλίζονται ως συλλειτουργοί της παρά τις διατυπώσεις του κώδικα περί δικηγόρων.
Οι φορείς της δικαστικής εξουσίας, οι δικαστές, δεν εκλέγονται, δεν ανακαλούνται, δεν ελέγχονται και δεν λογοδοτούν σε κανένα ευρύτερο κοινωνικό σώμα παρά μόνο στα υπηρεσιακά και πειθαρχικά τους όργανα. Ακόμα και μόνο του αυτό συνιστά εγγενή αιτία ροπής τους προς την αυθαιρεσία, η οποία ενδυναμώνεται από κάθε μέτρο αποδυνάμωσης των φορέων που αντιτίθενται στην εξουσία της. Και βέβαια η αποτροπή της δεν θα αποκατασταθεί ούτε με τη συνταγματική τροποποίηση και την αυτοδιοίκητη εκλογή της ηγεσίας τους, διότι και αυτή θα ενδυναμώσει την ισχύ τους και την αυθαιρεσία τους και θα τους απεξαρτήσει τυπικά τουλάχιστον από την κυβερνητική εξουσία που τουλάχιστον τυπικά νομιμοποιείται με την εκλογή.
Η αντίθεση λοιπόν μεταξύ εκείνων που υπερασπίζονται δικαιώματα και αυτών που ασκούν εξουσία είναι και με κοινωνικούς και με νομικούς όρους πραγματική. Δεν υφίσταται ενιαία ιδιότητα συλλειτουργών της δικαιοσύνης όπως αποπροσανατολιστικά αρκετοί αρθρογραφούν. Το ότι η δίκη είναι έχει τη διαλεκτική της, που τις αντιθέσεις συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης κατηγορίας και εισαγγελέα ο δικαστής οφείλει να τις συνθέσει επιλέγοντας την κατεύθυνση που θα το κάνει, δεν μεταβάλει την παραπάνω συνθήκη. Και η αντίθεση αυτή δεν ιδρύεται από τον γράφοντα, αλλά από το νομοθέτη της ποινικής δικονομίας, ο οποίος έχει εγκαταστήσει θεσμικά τους συνηγόρους στην ποινική διαδικασία με όσα δικαιώματα τους παρέχει. Είναι περιττό να επαναληφθεί ότι ο συνήγορος αποτελεί μία κατάκτηση του νομικού πολιτισμού όχι θεόσταλτη, αλλά κατοχυρωμένη μετά από αγώνες χιλιετιών και όπως μία σειρά άλλες από άλλες αρχές του δικαίου (π.χ. τεκμήριο αθωότητας, ερμηνεία αμφιβολίας υπέρ του κατηγορουμένου, δικαίωμα οι οποίες και μη αυτοενοχοποίησης, απαγόρευση ενοχοποίησης μόνο από δηλώσεις συγκατηγορουμένου κ.α.) που αποτελούν βασικές κατακτήσεις – πυλώνες ασφαλείας δικαίου στην ποινική διαδικασία.
Η λαϊκή κυριαρχία στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης δεν εξασφαλίζεται, αλλά υπηρετείται με τη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην απονομή της, δηλαδή με τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και επίσης με τη υποχρέωση δημοσιότητας της δίκης και την αιτιολόγηση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και τα τρία πάσχουν σοβαρά από τις νομοθετικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων : Τα μεν μεικτά ορκωτά δικαστήρια διαρκώς αποψιλώνονται από ύλη, αφού τα κακουργήματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκδικάζονται από αμιγή Εφετεία Κακουργημάτων και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια (και παρά την τόση πολυνομία και ευθύνη) Μονομελή, αλλά και από αρμοδιότητες, αφού τα περισσότερα ζητήματα των σχετικών δικών έχουν περιέλθει στην αρμοδιότητα μόνο των τακτικών δικαστών. Η δημοσιότητα της δίκης αφήνει εκτός τους φωτογράφους, τα μικρόφωνα και τις κάμερες των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, ενώ απειλεί με πρόσφατη νομοθετική τροποποίηση και τα παρατηρητήρια τα οποία μεταδίδουν το περιεχόμενο της δίκης. Η δε αιτιολόγηση των αποφάσεων εκτός του ότι όλο και μεγαλώνει η αναιρετική ανοχή στις ελλείψεις της και περιορίζεται νομοθετικά με τη συνοπτικότητα και έχει πληγεί πολύ σοβαρά από την επί πενταετία πανελλαδική κατ ουσίαν απαγόρευση καθαρογραφής των αθωωτικών αποφάσεων, που έχει εξαφανίσει κυριολεκτικά την υπερασπιστικά επιτυχή νομολογία των δικαστηρίων.
Αλλά και από όλα αυτά τίποτα δεν απασχολεί σήμερα το συντεχνιακό μόρφωμα που ονομάζεται «Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων», αφού όπως φαίνεται κύριος στόχος του είναι η θέση στο απυρόβλητο της κριτικής κατά κάθε συναδέλφου τους αυθαιρετούντος η μη και η αποδυνάμωση της θεσμικής ανεξαρτησίας και της υπερασπιστικής πληρότητας των συνηγόρων υπεράσπισης. Και κατά τα λοιπά φέρεται ως εποικοδομητικός κατ άρθρον συνομιλητής της κυβέρνησης και όχι ως διεκδικητικός φορέας μιας αντίθετης αντίληψης για τη δικαιοσύνη, όπως την περίοδο 2020 – 2022.
Αν έως τώρα αναπτύξαμε κάποιες πλευρές πολιτικών αντιθέσεων με την τρέχουσα ρητορική της Ε.Δ.Ε., είναι η ώρα να φτάσουμε στην αποκάλυψη της υποκρισίας της ως προς το θέμα της ημερίδας που διοργανώνει.
Κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η υπερασπιστική ελευθερία περιλαμβάνει η νομιμοποιεί την αγένεια, τις προσωπικές επιθέσεις, τη λεκτική βία η τις συκοφαντίες, την κατάχρηση της διαδικασίας και τις «ακραίες» συμπεριφορές. Οποιος γνωρίζει νομικά και στοιχειωδώς σκέπτεται και πολιτικά όπου χρειάζεται, δεν τις έχει ανάγκη.
Αλλά βέβαια ως φορείς δημόσιας εξουσίας οι δικαστές δεν θα μπορούσαν να είναι και δεν είναι και απροστάτευτοι. Που ακούστηκε το αντίθετο ; Αν οι διάδικοι που αδικούνται από δικαστές έχουν ως μόνο καταφύγιο την – εξάμηνης παραγραφής – αγωγή κακοδικίας, που σπανιότατα ευδοκιμεί ακόμα και για όσους διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να την υποστηρίξουν, αντίθετα οι δικαστές είναι υπερεξοπλισμένοι από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με όλες εκείνες τις αρμοδιότητες που τους επιτρέπουν να καταστέλλουν κάθε περιστατικό διατάραξης της συνεδρίασης του δικαστηρίου και προσωπικής προσβολής τους από οποιονδήποτε και με δυνατότητα άμεσης επιβολής κυρώσεων και μέτρων : Είτε στους παράγοντες της δίκης (άρθρο 334), είτε στο ακροατήριο (άρθρο 336 παρ. 1), είτε στους κατηγορουμένους (άρθρο 347) είτε στους συνηγόρους (άρθρο 336 παρ. 2). Ειδικά απέναντι στους συνηγόρους (μόνο απέναντι σε αυτούς) διαθέτουν και άμεση πειθαρχική εξουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 336 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. όπως διαμορφώθηκε – με την προσθήκη του δεύτερου εδαφίου της- με τα άρθρα 98 και 138 παρ.1 Ν.5090/2024 με έναρξη ισχύος από την 1η.5.2024 (δώρο Γ. Φλωρίδη στους δικαστές για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά 4-5 θορυβούντες δικηγόρους όπως έλεγε)
- Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κατά του συνηγόρου που δημιουργεί θόρυβο ή δείχνει ανυπακοή σε μέτρα που αποφασίστηκαν μόνο τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στις περ. α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 142 του Κώδικα Δικηγόρων [ν. 4194/2013, (Α’ 208)]. Σε περίπτωση σοβαρής διατάραξης της συνεδρίασης ή βαριάς και επανειλημμένης προσβλητικής συμπεριφοράς κατά του δικαστηρίου ή μέλους του το δικαστήριο, πέραν της υποχρέωσης ανακοίνωσης αξιόποινης πράξης του άρθρου 38, υποχρεούται να υποβάλλει πειθαρχική αναφορά ενώπιον του Προέδρου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, διαβιβάζοντας αντίγραφα των πρακτικών της δίκης για την κίνηση της διαδικασίας των άρθρων 152 έως 159 περί πειθαρχικής διαδικασίας του Κώδικα Δικηγόρων. Αν απαγγελθεί πειθαρχική κατηγορία κατά του συνηγόρου, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, γίνεται αμέσως σύντομη διακοπή της συνεδρίασης, για να ετοιμάσει την υπεράσπισή του.»
Οι πειθαρχικές ποινές στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή, είναι σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 1 περ α και β του Κώδικα Δικηγόρων η σύσταση και η επίπληξη.
Άρθρο 142
Πειθαρχικές ποινές
«1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι: α) η σύσταση, β) η επίπληξη, γ) το πρόστιμο από πεντακόσια (500) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, δ) η προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δώδεκα (12) μήνες και ε) η οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα. Οι ποινές της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.».
Για τις υπόλοιπες (γ – ε) το δικαστήριο υποχρεούται να επιβάλλει πειθαρχική αναφορά.
Παρατηρώντας την παραπάνω διάταξη (142 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) διαπιστώνουμε ότι αυτοί προστατεύει μόνο το δικαστήριο και τα μέλη του από την προσβλητική ή διαταρακτική συμπεριφορά του δικηγόρου και όχι άλλους παράγοντες της δίκης. Η λεκτική βία και το μπούλιγκ που συχνά υφίστανται οι εξεταζόμενοι μάρτυρες η οι δικηγόροι της αντίδικης πλευράς συναντούν την αδιαφορία του νομοθέτη, πολλών δυστυχώς προεδρευόντων σε δίκες και βεβαίως και της Ε.Δ.Ε.
Εν τούτοις έστω και μόνο όταν προσβάλλεται δικαστής, έστω και μόνο από δικηγόρο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει δικαίωμα αφενός να λειτουργήσει κατά περίπτωση είτε ως αυτόφωρο πειθαρχικό όργανο και να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές σύστασης και επίπληξης κατά του δικηγόρου, ή να υποβάλει πειθαρχική αναφορά για πειθαρχικά αδικήματα επισύροντα υψηλότερες ποινές, καθώς και να υποβάλει μηνυτήρια αναφορά κατ άρθρο 38.
Εξυπακούεται δε ότι όταν ο δικαστής θεωρεί ότι προσβάλλεται από συμπεριφορές δικηγόρων εκτός των διαδικαστικών ορίων της δίκης (π.χ. με προκλητική αρθρογραφία συνηγόρου με αφορμή την κριτική σε κάποια δικαστική απόφαση που συνέπραξε) έχει εναντίον εκείνου που θεωρεί ότι τον προσβάλλει όλα τα δικαιώματα που το παρέχει η αστική ποινική αλλά και πειθαρχική νομοθεσία. Εκτός βέβαια από το δικαίωμα απαγόρευσης της άσκησης κριτικής, αν και πολύ θα το ήθελε.
Εφαρμόζονται αυτές οι διατάξεις ; Ασκούνται αυτές οι εξουσίες από τους προέδρους των δικαστηρίων ώστε να συζητάμε την ανάγκη κλιμάκωσης των προβλεπόμενων μέτρων ; Και τι κάνει η Ε.Δ.Ε. για αυτό ;
Θα έχει ενδιαφέρον να μας παραθέσει η Ε.Δ.Ε. τα στοιχεία της για να δούμε πώς δικαιολογεί τις μεγαλεπήβολες πρωτοβουλίες της, αφού η πρώτη διεθνής συνάντηση δικαστικών ενώσεων που διοργανώνει έχει αυτό ως θέμα.
Ο πόλεμος του έχει κηρύξει ο πρόεδρος της Ε.Δ.Ε. από το Νοέμβριο 2025 εναντίον των δικηγόρων συλλήβδην δεν έχει διευκρινίσει ποτέ αν αφορά περιπτώσεις καταγγελθεισών προσβλητικών συμπεριφορών δικηγόρων που έχουν τύχει της αντιμετώπισης των παραπάνω δικονομικών διατάξεων ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση το κήρυγμα του πολέμου συνιστά και παρέμβαση σε εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων των δικηγορικών συλλόγων και ίσως και ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελιών. Στη δεύτερη περίπτωση θα όφειλε να εκθέσει για ποιό λόγο οι υποστάντες τις προσβολές αυτές δικαστές στις διαδικασίες κατά την οποία αυτές εκδηλώθηκαν δεν εφάρμοσαν τα προβλεπόμενα από το νόμο. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος που έχει κηρύξει η Ε.Δ.Ε. συνιστά απαράδεκτη γενίκευση και προπαγάνδα περί συλλογικής θεσμικής και πειθαρχικής ευθύνης, αντίληψη η οποία όχι μόνο δεν συμβαδίζει με οποιαδήποτε δικονομική και δημοκρατική τάξη, αλλά όπως είναι γνωστό αποτελεί αρχή και μέθοδο άλλου είδους φιλοσοφιών και καθεστώτων. Και την υλοποιεί με την επιδίωξη αποκλειστικής υπαγωγής των πειθαρχικών παραπτωμάτων δικηγόρων στους δικαστές ακόμα και στον πρώτο βαθμό και τώρα με τη διεθνή συκοφάντηση των Ελλήνων δικηγόρων.
Στη δίκη της Χ.Α κορυφαία στιγμή διατάραξης της λειτουργίας του δικαστηρίου στη δίκη ενώπιον του δεύτερου βαθμού της Χ.Α. υπήρξε η παρουσία του Κωνσταντίνου Πλεύρη ως συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου Ιωάννη Λαγού. Ο Κ. Πλεύρης, πέρα από τη γενική παρουσία του και προκλητικότητά του ύψωσε τρείς φορές προκλητικά ναζιστικό χαιρετισμό, εκ των οποίων τις δύο σε ώρα συνεδρίασης του δικαστηρίου, χωρίς να τύχει της οποιασδήποτε πειθαρχικής αντιμετώπισης και μηνυτήριας αναφοράς από την πρόεδρο. Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχει παύσει να αποτελεί μέλος του Δ.Σ.Α. και μάλιστα αμετακλήτως οφείλεται σε αυτεπάγγελτη πειθαρχική επέμβαση του Δ.Σ.Α. και του τότε προέδρου του Δημήτρη Βερβεσού, ο οποίος χωρίς να έχει προηγηθεί η επιβαλλόμενη κατά νόμο διαδικασία του άρθρου 336 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. έκανε το καθήκον του και τον παρέπεμψε στα πειθαρχικό συμβούλιο, που τον διέγραψε. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κρίση του Ανώτατου Πειθαρχικού, που απέρριψε την έφεσή του. Ο Δ.Σ.Α. δηλαδή έκανε αυτό που δεν έκανε ως όφειλε η πρόεδρος της έδρας, η συνάδελφος του κ. Σεβαστίδη. Αλλά δεν θυμάμαι να της ασκήθηκε κριτική. Και για τις ίδιες πράξεις ο Κ. Πλεύρης διώκεται ποινικά για την αυτεπάγγελτα διωκόμενη πράξη της παράβασης του αντιρατσιστικού νόμου (ν. 927/1979), όχι διότι η πρόεδρος του δικαστηρίου εφάρμοσε το άρθρο 38 Κ.Ποιν.Δ ως όφειλε, αλλά διότι ένας ιδιώτης υπέβαλε σχετική μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία προκάλεσε την αυτεπάγγελτη δίωξή του. Ωστόσο η πρόεδρος της ίδιας δίκης υπήρξε ιδιαιτέρως πρόθυμη όταν ένας συνήγορος υπεράσπισης των ναζιστών κατηγορουμένων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κάποιο παρατηρητήριο παρίστατο στη δίκη μετέδιδε το περιεχόμενό της και δέχθηκε το αίτημά του για υποβολή μηνυτήριας αναφοράς.
Αλλά για όλα αυτά η φωνή της Ε.Δ.Ε. δεν ακούστηκε ποτέ.
Ετσι λοιπόν, η ανάθεση συλλογικής ευθύνης και η κήρυξη πολέμου δεν συνιστά μόνο άδικη και αποπροσανατολιστική επίθεση κατά της – επικηρυγμένης άλλωστε από άπειρους παράγοντες – μαχόμενης υπερασπιστικής δικηγορίας, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει κορυφαία μεγέθη συνδικαλιστικής υποκρισίας : Ενώ οι υπάρχουσες διατάξεις επαρκούν, αλλά δεν εφαρμόζονται από τους δικαστές για την προστασία τους, εκείνοι ζητούν τη γενικευμένη και συλλογική ευθύνη των δικηγόρων. Διότι εκείνο που ενοχλεί την Ε.Δ.Ε. στην πραγματικότητα δεν είναι οι ακραίες συμπεριφορές δικηγόρων εναντίον δικαστών, αλλά αυτό καθαυτό το δικαίωμα της άσκησης κριτικής στις αποφάσεις της δικαιοσύνης. Το δικαίωμα αυτό, που μετά το κίνημα των Τεμπών έχει κατακτήσει ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, οι φορείς της δικαστικής εξουσίας προσπαθούν να το απαγορεύσουν περικλείοντας το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων με ψεύτικες συσκευασίες, όπως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η υποχρέωση σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων, που διόλου δεν νομιμοποιούν την απαγόρευση κριτικής. Και αν η κριτική στις πράξεις μιας εξουσίας που εκλέγεται, όπως π.χ η κυβέρνηση, αυτοδιοίκηση είναι θεμιτή και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, πως μπορεί να αποκλείεται το δικαίωμα κριτικής στις πράξεις μιας εξουσίας που δεν εκλέγεται ;
Ο αποκλεισμός των δικηγόρων από την άσκηση κριτικής ουσιαστικά αποκλείει τον ίδιο τον λαό γιατί οι δικηγόροι είναι η φωνή της θεσμικής και κοινωνικής του έκφρασης, εκείνοι που μπορούν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο να ασκήσουν τεκμηριωμένη κριτική και να αναδείξουν τις κρατικές και δικαστικές αυθαιρεσίες.
Για όποιον έχει την παραμικρή αμφισβήτηση για τις προθέσεις της Ε.Δ.Ε. και του προέδρου της αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι ενοχλήθηκε από πρόσφατη απόφαση του νέου Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. για τη σύσταση «Παρατηρητηρίου Καθυστερήσεων και Κακοδικίας», προτού καν αυτό λειτουργήσει, χωρίς να πείσει κανέναν για ποιόν λόγο το θεωρεί απειλή.
Εδώ και πολλά χρόνια η μαχόμενη υπερασπιστική δικηγορία που αποτελεί τον βασικό πυλώνα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων και την έκφρασης των συμφερόντων των ευρύτερων χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων δέχεται μία ολομέτωπη και πολλαπλή επίθεση όσον αφορά τους οικονομικούς, αλλά και θεσμικούς όρους της επιβίωσής της : Συρρίκνωση τη δικηγορικής ύλης, κατάργηση αναλογικής αμοιβής και αντικατάσταση με χαρτζιλίκια, εξώθηση σε διαχειριστικούς ρόλους ακόμα και σε άσκηση δικαιοδοτικών λειτουργιών, τεράστια εκτόξευση του φορολογικού, ασφαλιστικού και στεγαστικού κόστους και καθώς και των αναγκαίων υποδομών, ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης των καθημερινών τροποποιήσεων κάθε είδους νομοθετημάτων, μεγιστοποίηση της ευθύνης χειρισμού των υποθέσεων, προθεσμίες επί προθεσμιών, δυσχέρανση καθημερινής ζωής εξαιτίας της υπολειτουργίας των γραμματειών και την υποκατάστασή τους με μια ελλιπή, προβληματική και αργή ψηφιοποίηση. Η εξώθηση στην προλεταριοποίηση και τη μισθωτή απασχόληση, δηλαδή την απώλεια της υπεραστικής ανεξαρτησίας είναι αναμφισβήτητη. Σε όλα αυτά προστίθεται και η συκοφάντησή της και με άλλη μία προσπάθεια θεσμικής της υποβάθμισης.
Θα την αντιμετωπίσουμε με τη σοβαρότητα που της αξίζει. Ούτε θα συνταχθούμε με το μέτωπο της κλάψας, εκλιπαρώντας ότι είμαστε συλλειτουργοί της δικαιοσύνης, ούτε θα πάρουμε το λιβανιστήρι για να δεηθούμε «ειρήνη ημίν», ούτε θα συμπορευτούμε με τους μεγαλοδικηγόρους που ενδεχομένως προκαλούν (ήμασταν οι μόνοι που έχουμε καταγγείλει επώνυμα την υπαρκτή δικηγορική αλητεία), αυτοί άλλωστε έχουν πάντα περισσότερους φίλους από εχθρούς στο δικαστικό χώρο, ούτε φυσικά με τους συνηγόρους των ναζιστών, που σπεύδουν να παραστήσουν τους αδικημένους από τον πόλεμο της Ε.Δ.Ε.
Αυτοί που μας απασχολούν είναι εκείνοι οι δικηγόροι που θα υποστούν τις συνέπειες αυτής της λαϊκιστικής επίθεσης και του αυταρχισμού που θα προκαλέσει εναντίον τους αυτή η συκοφαντική εκστρατεία, δηλαδή οι μαχητές της καθημερινής δικηγορίας και υπερασπιστές των δικαιωμάτων των πολιτών. Γιατί αυτούς τελικά πυροβολούν αν όχι και σημαδεύουν τα όπλα του πολέμου της Ε.Δ.Ε. Και αυτοί είναι που θα δεχθούν τις ακραίες συμπεριφορές δικαστών και άλλων.
Αλλά αρκετά πιά κ. Σεβαστίδη. Κατ άλλη διατύπωση : Ως εδώ !
Με απόλυτη προσήλωση στο θεσμικό και κοινωνικό ρόλο των συνηγόρων και του Δ.Σ.Α. θα υπερασπιστούμε τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών μέσα και έξω από τα δικαστήρια και ενάντια σε κάθε είδους φορείς εξουσίας, κυβερνητικής η δικαστικής.
Και φυσικά δεν θα διεκδικήσουμε καμία πρόσκληση για να παραστούμε στην ημερίδα τους. Ακόμα και ο εκλεκτός της κυβέρνησης πρόεδρος του Α.Π. αρνήθηκε να πάει. Θα τους αφήσουμε να ακούνε μόνοι ή ίσως και με μοναδικό συνομιλητή τον Υπουργό Δικαιοσύνης που θα έχει κάθε λόγο να τους σφίξει εγκάρδια το χέρι, τον αντίλαλό τους, που μέχρι στιγμής δεν απασχολεί κανέναν εκτός από αυτούς που προκαλούν.
Η κοινωνία έχει άλλου είδους αγωνίες για την απονομή δικαιοσύνης, αυτές που αναπτύξαμε παραπάνω, καθώς και για την απειλή των υλικών όρων επιβίωσής της. Και αγωνιστούμε μαζί της ενάντια σε όποιον τις καταπατά και τις παραχαράσσει και της στερεί ή προσπαθεί να ακρωτηριάσει τον φυσικό της υπερασπιστή !
O Κώστας Παπαδάκης είναι δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

