Το επεκτεινόμενο σκότος του συντηρητισμού – του Θανάση Σκαμνάκη

 

Ο Τραμπ και ο τραμπισμός δεν είναι η αιτία αλλά το αποτέλεσμα ενός διαχεόμενου και επεκτεινόμενου σκότους.

Η εποχή μας διαψεύδει τα επιχειρήματα του νεοθετικισμού (και των επηρεαζόμενων από αυτόν μαρξιστών, όπως τα διατύπωνε ο λεγόμενος ορθόδοξος μαρξισμός της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ) πως ο κόσμος μας βιώνει μια συνεχή πορεία προς την εξέλιξη και την πρόοδο. Όπως και άλλες φορές στην πορεία της ιστορίας, τις μεγάλες εξάρσεις, λαϊκές αφυπνίσεις, κοινωνικά κινήματα χειραφέτησης, επαναστάσεις, διαδέχεται ένα ρεύμα ανορθολογισμού και οπισθοδρόμησης. Ό,τι νόμιζαν οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν πως αφήσαν πίσω τους για πάντα επανέρχεται με σφοδρότητα και με επιθυμία εκδίκησης. Θρησκείες, αποστράτευση, ατομικισμός και φασιστικές θεωρίες. Ακόμη και τα σπουδαία επιτεύγματα της επιστημονικής προόδου, γίνονται τότε συχνότερα αντικείμενα χρήσης του ανορθολογισμού.

Το πνεύμα της απογοήτευσης για τις τόσες μάχες που κερδήθηκαν, αλλά και εκείνες που χάθηκαν, το «τίποτα δεν πάει χαμένο» που ωστόσο δείχνει να χάνεται, μεταδίδει ένα αίσθημα παράλυσης, ανημπόριας, ένα δεν γίνεται τίποτα. Και έτσι η καθημερινότητα κουτσοπορεύεται με μικρές φιλοδοξίες, μικρά σχέδια, «ρεαλιστικές επιδιώξεις», να ταιριάζουν με τον καιρό και να προωθούν την επιβίωση. Δυσκολεύεσαι να πετάξεις με τέτοια φτερά και χωρίς ενθουσιασμούς.

Οι ποιητές δεν είναι οικείοι πια και οι ταινίες δεν έχουν έμπνευση.

Άσε που σιγά-σιγά σα να αισθάνεσαι και εκεί την υποχώρηση. Δεν είναι μόνο οι παραγωγές της βιομηχανίας του αμερικάνικου κινηματογράφου, καθοδηγούμενης από τα μεγάλα στρατιωτικά και ιδεολογικά επιτελεία του ψυχολογικού πολέμου, είναι και η αισθητή πια διάβρωση από τα ρεύματα του συντηρητισμού και του ανορθολογισμού.

Τα τελευταία λίγα χρόνια έχουμε δει μερικές εξάρσεις σπουδαίου κινηματογράφου, θυμίζω την περσινή «Η μια μάχη μετά την άλλη», αλλά σε γενικές γραμμές έχουμε μείνει στη μετριότητα και από αισθητική και από κοινωνική άποψη. Δεν τολμώ βέβαια να μιλήσω για μοντέλα πολιτικού κινηματογράφου, όπως μας έδειξε ο Αγγελόπουλος.

Κι έτσι σαν να ακούγεται φυσιολογικό πως αυτή την εβδομάδα στο πακέτο των ταινιών που παίζονται στους θερινούς κινηματογράφους, φιγουράρουν δυο ταινίες που διαπραγματεύονται και, όπως τουλάχιστον λέει ο κριτικός, προκρίνουν και συνιστούν το ανορθόλογο και συντηρητικό. Η μια μάλιστα πήρε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ των Καννών. Εκεί που η γαλλική νουβελ βανγκ δοκίμαζε τους πειραματισμούς της και ο Γκοντάρ κήρυττε την επανάστασή του. Το γεγονός επισημαίνει και ο κριτικός της Εφημερίδας των Συντακτών Δημήτρης Παναγόπουλος κάνοντας σαφή αναφορά στη στροφή της Ευρώπης προς ένα συντηρητικό πρόσωπο.

Όπως μου επισήμανε μια φίλη με την οποία συζητούσα τα θέμα, τα τελευταία χρόνια τα πιο πολλά βραβεία, κινηματογραφικά, λογοτεχνικά και παρόμοια, δίνονται σε έργα που είτε είναι αντικομμουνιστικά, είτε φιλοουκρανικά, είτε θρησκοσυντηρητικά.

Δεν είδα τις ταινίες, αλλά μένω στα σχόλια του κριτικού.

Η πρώτη ταινία που βραβεύτηκε στις Κάννες είναι το «Φιόρδ» του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κρίστιαν Μουνγκίου, και αφορά μια πραγματική ιστορία που συνέβη στη Νορβηγία και δίχασε τη χώρα το 2015.

Ένα βαθιά θρησκευόμενο ρουμανο-νορβηγικό ζευγάρι, εγκαθίστανται σε ένα απομακρυσμένο χωριό στα φιόρδ της Νορβηγίας. Όταν η έφηβη κόρη τους εμφανίζεται στο σχολείο με μελανιές, η κοινότητα αρχίζει να αμφισβητεί την αυστηρή ανατροφή που δέχεται από τους γονείς της.

Ο σκηνοθέτης εκθέτοντας τα συμβάντα λέει ότι θέλει να κρατήσει αποστάσεις και να παρατηρήσει απλώς τις αντιθέσεις που προκαλούνται σε μια κοινωνία, αλλά στην πραγματικότητα, παριστάνοντας πως δεν παίρνει θέση, οδηγεί σε μια σαφή αποδομηση του προοδευτικού λόγου, με μια αντίστοιχη υποστήριξη του συντηρητισμού.

Όπως αναφέρεται στην κριτική: «Ο Μουνγκίου τα στοιβάζει όλα μαζί από τη θρησκεία, την ελευθερία της έκφρασης, τον φονταμενταλισμό, το σύστημα δικαιοσύνης, την κρατική παρεμβατικότητα, το χάσμα της γλώσσας και την αφομοίωση των μεταναστών και τα ανακατεύει περίτεχνα ώστε να φαίνεται ότι προσπαθεί να εξερευνήσει αυτές τις πτυχές αλλά ουσιαστικά δεν τολμά ποτέ να το κάνει, γιατί ουσιαστικά δεν θέλει να ανοίξει συζήτηση αλλά να καθοδηγήσει τον θεατή στο δικό του αποτέλεσμα…

»Ο Μουνγκίου κατασκευάζει μια ηθικοπλαστική ταινία που δεν κρύβει ποτέ τον διδακτισμό της, αλλά και την ανάγκη να στηλιτεύσει τον προοδευτισμό…

»Τελικά το πρόβλημα με το «Φιόρδ» δεν είναι ότι παίρνει θέση, αλλά ότι προσποιείται ότι δεν παίρνει και δεν συμπάσχει με κάποια πλευρά. Κάτω από τον μανδύα της αντίφασης και της πολυπλοκότητας των θεματικών που καταπιάνεται προσπαθεί με έξυπνο τρόπο να περάσει την λογική των δυο άκρων, επικρίνοντας όμως ξεκάθαρα την μια πλευρά».

Η δεύτερη έχει τίτλο: «Για μια νύχτα μόνο» και είναι σκηνοθετημένη από τον αμερικανό Τζέικομπ Τσέις

Η υπόθεση είναι πως σε ένα κοντινό μέλλον έχει απαγορευτεί το σεξ εκτός γάμου, και πάνω εκεί πλέκει την περιπλάνηση του πρωταγωνιστικού ζευγαριού. Όπως σημειώνει ο κριτικός:

«Πατάει πάνω σε μια δήθεν ακραία ιδέα, καταλήγοντας τελικά να είναι απόλυτα συντηρητική και ηθικολογική… με ένα επικίνδυνο μήνυμα, που τελικά μοιάζει να δικαιώνει εμμέσως την απόφαση μιας κυβέρνησης να απαγορεύσει το σεξ εκτός γάμου και να έχει τον έλεγχο πάνω στα σώματα των πολιτών της. Το κερασάκι στην τούρτα, η φράση που ακούγεται: “Ίσως οι φασίστες να είχαν δίκιο σε αυτό”».

Ίσως εμείς χρειάζεται να κάνουμε πολύ περισσότερα για να ανατρέψουμε τα έρποντα ίσως του συντηρητισμού.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ