Όταν η Καλών Τεχνών έπιασε το οδόφραγμα: Η άγνωστη μάχη των φοιτητών της ΑΣΚΤ στη Χούντα, της Τέας Βασιλειάδου

Με αφορμή το βιβλίο του Ευγένιου Δ. Ματθιόπουλου, ανασυνθέτουμε τις μέρες που οι φοιτητές γκρέμισαν το κατεστημένο των καθηγητών-αυθεντιών και πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα για την ελευθερία.

Τι συμβαίνει όταν η ορμή της νεολαίας συγκρούεται με τη σιωπή ενός δικτατορικού καθεστώτος; Το βιβλίο του Ευγένιου Δ. Ματθιόπουλου «Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι» (Εκδόσεις Ποταμός) καταφέρνει κάτι σπάνιο: μέσα από την ιστορία της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) της περιόδου 1967-1975, δεν γράφει απλώς ένα χρονικό, αλλά αποτυπώνει τη γέννηση μιας ολόκληρης γενιάς. Είναι μια βαθιά βουτιά στα χρόνια που η τέχνη άφησε για λίγο το πινέλο και έπιασε το οδόφραγμα.

Αυτή τη βουτιά στο παρελθόν δεν την επιχειρεί ένας τυχαίος μελετητής, αλλά ένας άνθρωπος που περπάτησε στα ίδια εργαστήρια λίγα χρόνια αργότερα. Ο Ευγένιος Ματθιόπουλος, φοιτητής ζωγραφικής στην ΑΣΚΤ από το 1977 έως το 1983, ανήκει στην αμέσως επόμενη γενιά—εκείνη της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Μπαίνοντας στη Σχολή, έζησε τις μέρες που οι «θρύλοι» της εξέγερσης ήταν ακόμα νωποί και οι φοιτητές πάλευαν να γκρεμίσουν τα απομεινάρια του παλαιού καθεστώτος. Έχοντας ο ίδιος αυτή τη βιωματική σχέση με τον χώρο, αλλά και τη μετέπειτα ματιά του καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης, λειτουργεί ως ένας ψύχραιμος «συλλέκτης μνήμης». Δεν γράφει ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά ως ένας ερευνητής που νιώθει το βάρος ενός χρέους: να δώσει φωνή στις προφορικές μαρτυρίες των παλαιότερων σπουδαστών και να ανασυνθέσει το κλίμα που εκείνοι αντίκρισαν.

Η Σχολή των «Δασκάλων» και η σιωπή

Η ιστορία ξεκινά στα σκοτεινά χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών. Μέσα στα εργαστήρια της Καλών Τεχνών επικρατούσε ένας παλαιός, συντηρητικός κόσμος. Οι καθηγητές, οχυρωμένοι πίσω από το κύρος τους και ένα μοντέλο «απόλυτης αυθεντίας», είχαν επιλέξει στην πλειονότητά τους τον δρόμο του συμβιβασμού ή της ασφαλούς σιωπής. Αυτό ακριβώς το μοντέλο του απρόσιτου «Δασκάλου» ήταν που κλήθηκε να αντιμετωπίσει και η γενιά του ίδιου του συγγραφέα στα χρόνια των δικών του σπουδών. Τότε όμως, στα χρόνια της δικτατορίας, η Σχολή ήταν αποκομμένη από οτιδήποτε ζωντανό και ανατρεπτικό συνέβαινε εκείνη την εποχή

στην Ευρώπη. Οι φοιτητές πιέζονταν να αναπαράγουν παλιά, ξεπερασμένα πρότυπα, σε ένα περιβάλλον όπου ο φόβος και ο έλεγχος του καθεστώτος ήταν καθημερινότητα.

Η μεγάλη αφύπνιση

Όμως, από το 1972, κάτι άρχισε να αλλάζει. Οι σπουδαστές της Καλών Τεχνών άρχισαν να ξυπνούν, να οργανώνονται και να μετατρέπουν τα καθημερινά τους προβλήματα σε μια ευρύτερη πολιτική διεκδίκηση. Η κορύφωση ήρθε τον Νοέμβριο του 1973. Η έρευνα του Ματθιόπουλου φέρνει στο φως μια αλήθεια που συχνά ξεχνάμε: οι φοιτητές της ΑΣΚΤ δεν ήταν απλοί θεατές ή «συμπαραστάτες» στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήταν εκείνοι που πρωτοστάτησαν στην απόφαση να γίνει η κατάληψη. Με τη δική τους φαντασία και πρακτικότητα στήθηκε ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός, οργανώθηκε το ιατρείο και γεμίσαν οι τοίχοι με τα συνθήματα που έμειναν στην ιστορία. Το δωρικό περιστύλιο της Σχολής μετατράπηκε στην καρδιά της εξέγερσης.

Το τίμημα και η θυσία του Γιάννη Καΐλη

Η απάντηση του καθεστώτος μετά το Πολυτεχνείο ήταν άγρια. Στη νέα, ακόμα πιο σκληρή δικτατορία που ακολούθησε, οι φοιτητές της Καλών Τεχνών βρέθηκαν στο στόχαστρο. Ακολούθησαν συλλήψεις, άγριες ανακρίσεις και βασανιστήρια. Το πιο βαρύ τίμημα αυτής της περιόδου ήταν η δολοφονία του σπουδαστή Γιάννη Καΐλη τον Φεβρουάριο του 1974. Ο θάνατός του από τα όργανα της Χούντας, που παρουσιάστηκε τότε ως «ανεξήγητος», έμεινε στην ιστορία της Σχολής ως μια ανοιχτή πληγή, ένα σύμβολο θυσίας που δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Αυτή την πληγή τη βρήκε ανοιχτή ο Ευγένιος Ματθιόπουλος όταν πέρασε το κατώφλι της ΑΣΚΤ το 1977. Η απουσία του Καΐλη και η σιωπή που προσπάθησαν να επιβάλουν οι ένοχοι ήταν ακόμα αισθητές στα εργαστήρια. Για τον συγγραφέα, η έρευνα γύρω από τον θάνατο του συμφοιτητή του δεν ήταν απλό ακαδημαϊκό καθήκον, αλλά μια ανάγκη να απαντηθούν τα ερωτήματα που ψιθυρίζονταν στους διαδρόμους της Σχολής κατά τα φοιτητικά του χρόνια.

Η Μεταπολίτευση και η κατάρρευση των ειδώλων

Όταν η δικτατορία έπεσε, το ποτάμι δεν γύριζε πίσω. Το βιβλίο περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη μεγάλη σύγκρουση που ξέσπασε αμέσως μετά, το 1974-1975. Οι φοιτητές, επιστρέφοντας στα θρανία με την αύρα των νικητών, αρνήθηκαν να ξανακάτσουν φρόνιμα. Ήρθαν σε μετωπική ρήξη με το παλιό κατεστημένο των καθηγητών. Το είδωλο του «Δασκάλου-αυθεντίας» γκρεμίστηκε οριστικά. Οι νέοι καλλιτέχνες απαίτησαν —και πέτυχαν— να έχουν λόγο στις σπουδές τους, να ανοίξει η Σχολή στα νέα ρεύματα και να μπει τέλος στον συντηρητισμό. Αυτή η σύγκρουση άλλαξε για πάντα το πρόσωπο της ΑΣΚΤ, οδηγώντας τη στη σύγχρονη εποχή. Αυτό το νέο, ανανεωμένο πρόσωπο της Σχολής ήταν που υποδέχτηκε και τον ίδιο τον Ματθιόπουλο ως πρωτοετή φοιτητή το 1977. Η δική του γενιά σπουδαστών πάτησε πάνω στους αγώνες των προηγούμενων για να εδραιώσει τον εκδημοκρατισμό των εργαστηρίων, βιώνοντας στην πράξη τους καρπούς εκείνης της μεγάλης ανατροπής.

Η ουσία της «Μάχης»

Η δύναμη του έργου του Ματθιόπουλου κρύβεται στις φωνές των ίδιων των πρωταγωνιστών, καθώς το βιβλίο στηρίζεται σε δεκάδες αληθινές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα. Αυτές τις μαρτυρίες ο συγγραφέας δεν τις αντιμετώπισε απλώς ως ψυχρό αρχειακό υλικό· ήταν οι ιστορίες των παλαιότερων συναδέλφων του, οι συζητήσεις που άκουγε στους διαδρόμους όταν άφησε το πινέλο της ζωγραφικής για να αφοσιωθεί στην Ιστορία της Τέχνης.

Ο τίτλος του βιβλίου τα λέει όλα: «Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι». Η συμμετοχή σε εκείνον τον κοινό αγώνα άλλαξε για πάντα αυτούς τους νέους. Μπήκαν στις σχολές τους ως απλοί σπουδαστές που μάθαιναν να σχεδιάζουν και βγήκαν μέσα από τη φωτιά των γεγονότων ως ώριμοι, συνειδητοποιημένοι καλλιτέχνες και πολίτες. Αυτό το βιβλίο δεν είναι μια στεγνή καταγραφή του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση του πώς η τέχνη και η ελευθερία βαδίζουν πάντα χέρι-χέρι.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ