Ηχηρό χαστούκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήρθε από την Ισλανδία με αφορμή το δημοψήφισμα που διεξήχθη για την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 53% των ψηφοφόρων ψήφισε «Όχι» («Nei») και μόνο το 47% απάντησε «Ναι», ενώ η συμμετοχή έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ, ξεπερνώντας το 82%, όταν η συμμετοχή στις πρόσφατες εθνικές εκλογές έφτασε το 80%.
Η απάντηση των Ισλανδών ήταν σοβαρό πλήγμα για τις Βρυξέλλες, παρά το μικρό μέγεθος της χώρας, για τρεις κυρίως λόγους:
Πρώτο, επειδή το ερώτημα του δημοψηφίσματος αφορούσε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις κι όχι την ένταξη στην ΕΕ. Καθόλου τυχαία, οι εκπρόσωποι του «Ναι» στην προεκλογική περίοδο δεν διαφήμιζαν την ΕΕ αλλά τις διαπραγματεύσεις και τα σημαντικά περιθώρια επίτευξης μιας ικανοποιητικής συμφωνίας ένταξης. Υπόσχονταν μάλιστα νέο δημοψήφισμα για την ένταξη. Επομένως, οι κάλπες έβγαλαν ότι οι Ισλανδοί δεν θέλουν ούτε καν να συζητήσουν την προοπτική ένταξης, απορρίπτοντας εξ αρχής κάθε προοπτική συμμετοχής.
Δεύτερο, επειδή οι Βρυξέλλες ειδικά μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία έχουν επιταχύνει τις διαδικασίες ένταξης στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, θέτοντας στο επίκεντρο των προσπαθειών τους την Ουκρανία και την Μολδαβία, καθώς και την Αλβανία και το Μαυροβούνιο, αντίστοιχα. Το χαρακτηριστικό και των τεσσάρων αυτών χωρών είναι το πολύ χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους: 5.147 δολ., 9.350 δολ., 12.490 δολ. και 16.380 δολ, αντίστοιχα, όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ ανέρχεται σε 51.047 δολ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ισλανδίας είναι ωστόσο 98.323 δολ., σχεδόν διπλάσιο ακόμη και από της ΕΕ! Οι Ισλανδοί επομένως έγκαιρα κατάλαβαν ότι αν κάτι ήθελαν οι Βρυξέλλες ήταν να δείξουν πώς δεν αποτελούν δεξαμενή επιδοτήσεων και καταφύγιο των φτωχών και διεφθαρμένων ελίτ κι απλώς αρνήθηκαν να τους κάνουν την χάρη και να χρηματοδοτήσουν την διεύρυνση της ΕΕ.
Τρίτο, επειδή η ΕΕ απέτυχε να εμφανιστεί ως αποτελεσματική άμυνα απέναντι στις αμερικανικές απειλές. Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα των οπαδών της ΕΕ ήταν ότι οι Βρυξέλλες θα ενισχύσουν την γεωστρατηγική θέση της Ισλανδίας απέναντι στις ΗΠΑ κι έτσι η χώρα τους δεν θα βρεθεί ποτέ στην θέση της Γροιλανδίας. Ωστόσο, η Ισλανδία, που συμμετέχει στο ΝΑΤΟ ακόμη και στην «συμμαχία των προθύμων» οι οποίοι εξοπλίζουν την Ουκρανία, δεν πείσθηκε, αποδεικνύοντας ότι η ΕΕ δεν αποτελεί εμπόδιο ούτε καν αντίβαρο στα αμερικανικά επεκτατικά σχέδια. Οι Βρυξέλλες έτσι πλήρωσαν την απελπιστική συρρίκνωση της θέσης τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, από τη στιγμή που απαρνήθηκαν της αυτοτέλειάς τους κι έγιναν όργανα των ΗΠΑ.
Το θέμα που κυριάρχησε στις αντιπαραθέσεις πριν στηθούν οι κάλπες ήταν τα δικαιώματα αλιείας. Η αλιευτική βιομηχανία της Ισλανδίας, που είναι για τη χώρα ότι είναι η αυτοκινητοβιομηχανία για την Γερμανία, εκμεταλλεύεται μια τεράστια αποκλειστική οικονομική ζώνη στον βόρειο Ατλαντικό, παράγει το 8% του ΑΕΠ και το 40% των εξαγωγών της χώρας. Η προστασία αυτών ακριβώς των αλιευτικών δικαιωμάτων οδήγησε την Ισλανδία από το 1958 ως το 1976 στους λεγόμενους “πολέμους του μπακαλιάρου” με την Αγγλία, που ως αποτέλεσμα είχαν την νίκη του Ρέικιαβικ έναντι του Λονδίνου. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ θα υπονόμευε σε βαθμό ακύρωσης τα αλιευτικά δικαιώματα της Ισλανδίας στον Ατλαντικό.
Δεν ήταν όμως μόνο ο μπακαλιάρος και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, που έχουν πάψει να γίνονται σεβαστά εδώ και δεκαετίες από το ευρωπαϊκό ιερατείο.
Οι κάτοικοι της Ισλανδίας αν συνεχίζουν σήμερα να απολαμβάνουν μια τέτοια ευημερία είναι επειδή το 2008, όταν η χώρα χρεοκόπησε, ακολούθησαν τον μόνο σωστό δρόμο: εθνικοποίησαν τις τράπεζες, αρνήθηκαν να αποζημιώσουν τους κερδοσκόπους και έκλεισαν στη φυλακή του απατεώνες τραπεζίτες. Το εντελώς αντίθετο δηλαδή απ’ ότι έκαναν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες που με την καθοδήγηση της ΕΕ φτώχυναν τους λαούς, αποζημίωσαν τους κερδοσκόπους και άφησαν αλώβητη την τραπεζοκρατία να κυβερνά τις χώρες της και να απολαμβάνει τα προνόμια του παρελθόντος. Ενώ οι λαοί βρίσκονται σε πολύ χειρότερη θέση. Η Ελλάδα είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Αν η Ισλανδία ήταν τότε μέλος της ΕΕ, σήμερα θα ήταν σαν την Ελλάδα…
Η ίδια η Ισλανδία επίσης στάθηκε στο πλευρό της Νότιας Αφρικής όταν προσέφυγε κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Η στάση του Ρέικιαβικ ήρθε να ευθυγραμμιστεί με τη στάση της κοινωνίας που επί χρόνια συμπαραστέκεται στον λαό της Παλαιστίνης και ζητάει να επιβληθούν κυρώσεις, αποεπένδυση και να διακοπούν οι διπλωματικές σχέσεις με το κράτος των γενοκτόνων. Η ΕΕ αντίθετα χρηματοδοτεί και στηρίζει πολιτικά και διπλωματικά το ισραηλινό απαρτχάιντ διατηρώντας μια ειδική σχέση προς όφελος του Ισραήλ, παρά την αντίθεση που έχουν εκφράσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ευρωβουλευτές.
Παρόλα αυτά, η σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της χώρας Κριστρούν Φροσταντότιρ, οπαδός του «Ναι», αν και δήλωσε ότι θα σεβαστεί το «Όχι» που πλειοψήφησε, τόνισε επίσης ότι η ετυμηγορία των ψηφοφόρων σήμανε ότι επιλέγουν να συνεχιστεί η σημερινή ειδική σχέση όπως απορρέει από την συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ζώνη. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι αυτή η σχέση θα συνεχιστεί και θα ενταθεί, σε εμφανή αντίθεση με τα αποτελέσματα της κάλπης, αποδεικνύοντας ότι παντού υπάρχει ένας Αλέξης…
Κυρίως όμως αποδεικνύει το οριστικό διαζύγιο των οπαδών της ΕΕ με την δημοκρατία!

