Επτάνησα: Δικαίωση της «Μεγάλης Ιδέας»; του Σπύρου Αλεξίου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 01 Αυγούστου 2022 09:16 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(2 ψήφοι)
Επτάνησα: Δικαίωση της «Μεγάλης Ιδέας»; του Σπύρου Αλεξίου

Η επιφανειακή προσέγγιση θα σταθεί στα γεγονότα: Από το 1857, όταν παύει η κατοχή της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους, ως το 1881 στο ελληνικό κράτος θα προσαρτηθούν τα Επτάνησα (1864) και η Θεσσαλία μαζί με ένα τμήμα της νότιας Ηπείρου, την περιοχή της Άρτας (1881).  Αυτό έχει παρουσιαστεί από ορισμένους ιστορικούς ως δικαίωση της Μεγάλης Ιδέας και αποτέλεσμα των «εθνικών αγώνων». Άλλες απόψεις το εκτιμούν με διαφορετικό τρόπο, ως την απόδειξη πως ο «διπλωματικός δρόμος» και οι καλές σχέσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις είναι η ενδεδειγμένη τακτική για την υλοποίηση των «εθνικών στόχων». Υπάρχουν και οι αιρετικές απόψεις που το θεωρούν ως το «ξεροκόμματο» που οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν στην Ελλάδα ώστε να μένει σταθερά προσδεμένη στο άρμα τους αλλά και ως αποτέλεσμα των μεταξύ τους ανταγωνισμών. Λιγότεροι στέκονται στους αγώνες, εθνικούς και κοινωνικούς, που οι κάτοικοι των περιοχών αυτών έδωσαν. Για λόγους δεοντολογίας να αναφέρουμε και την άποψη που το θεωρεί ως ένδειξη του «φιλελληνισμού» των δυτικοευρωπαίων, μια άποψη που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπιζόταν ως γραφική όμως τα τελευταία χρόνια γίνεται συγκροτημένη προσπάθεια να εμφανιστεί ως η «σύγχρονη ευρωπαϊκή» οπτική. Μερίδιο αλήθειας υπάρχει, τουλάχιστονστις πρώτες προσεγγίσεις. Το κάθε μερίδιο βέβαιαδεν είναι ισοβαρές ούτε οι περιπτώσεις είναι μεταξύ τους ίδιες. Θα σταθούμε στην περίπτωση των Επτανήσων και στα πολύ χρήσιμα συμπεράσματα που μας δίνει.

 

Από κατακτητή σε κατακτητή

Στην περίπτωση των Επτανήσων υπάρχουν τρεις παράμετροι που επηρέασαν τις εξελίξεις, η πρώτη ήταν η ιδιόμορφη κοινωνική δομή σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα της αγγλικής κατοχής.

Τον 18ο αιώνα τα Επτάνησα βρίσκονταν υπό την κατοχή των Ενετών. Την περίοδο αυτή  καθιερώθηκετο μητρώο ευγενείας, η «Χρυσή Βίβλος» («Libro d’ oro»), που απέκλειε έμπορους και τον καθένα που οι πρόγονοι του είχαν ασκήσει χειρωνακτικό επάγγελμα. Η θεσμοθέτηση διακρίσεων και όσα αυτή συνεπαγόταν οδήγησε στην ύπαρξη οξύτατων κοινωνικών αντιθέσεων. Με εξαίρεση την Κεφαλονιά, όπου ποτέ δεν μπόρεσε να επιβληθεί ολοκληρωτικά, η φεουδαρχία κυριαρχούσε ως κοινωνική δομή στην περιοχή. Η μεγάλη πλειοψηφία των φεουδαρχών ήταν Έλληνες κι οι εξεγέρσεις,κυρίων των χωρικών, ήταν φαινόμενο συνηθισμένο.

Το 1797, με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, τα νησιά προσαρτήθηκαν στη Γαλλική Δημοκρατία, στην Κέρκυρα θα καεί δημόσια το librodoro και θα φυτευτεί το «δέντρο της Δημοκρατίας». Ακολουθεί το 1800 η ιδιόμορφη προστασία από μία – παράδοξη και σπάνια - συνεργασία Ρωσίας και Τουρκίας. Την περίοδο αυτή τα Επτάνησα απολαμβάνουν έναν, έστω μικρό, βαθμό ανεξαρτησίας με το όνομα Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία, με δική της σημαία και Βουλή.Θα επιστρέψουν οι Γάλλοι το 1807, με τη συνθήκη του Τιλσίτ και το 1815, μετά την ήττα του Ναπολέοντα,τα νησιά θα τεθούν υπότην «προστασία» της Αγγλίας.

Η διατύπωση στη συνθήκη που υπογράφηκε στο Παρίσι το 1814 προέβλεπε την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους με την επωνυμία «Ηνωμένες Πολιτείες των Ιονίων νήσων», υπό την προστασία της Αγγλίας. Φυσικά αυτά έμειναν στα χαρτιά, στην πράξη η Αγγλία τα αντιμετώπιζε ως αποικία, κρίκο στην αλυσίδα του εμπορικού δρόμου προς την Ινδία.Ο πρώτος ύπατος αρμοστής Τόμας Μαίτλαντ εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα.

 Χαρακτηριστικά της Αγγλικής διακυβέρνησης ήταν η βία και η τρομοκρατία απέναντι στους απείθαρχους Επτανήσιους αλλά και η αγαστή συνεργασία με την ντόπια αριστοκρατία. Το συμβολικό κάψιμο του Libro d’ oro,την περίοδο της γαλλικής προστασίας, δεν είχε εξαλείψει φυσικά τις κοινωνικές διαφορές. Εννοείται πως η αγγλική Αρμοστεία και προσωπικά ο Μαίτλαντ ακολούθησε ανοιχτά φιλοτουρκική πολιτική στα ταραγμένα χρόνια της Επανάστασης αλλά και σε κάθε ελληνοτουρκική κρίση που ακολούθησε.

 

Οι «Ριζοσπάστες»

Μια δεύτερη παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί είναι η παρουσία του κόμματος των «Ριζοσπαστών». Πρόκειται για πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1848 και θεωρείται ως το πρώτο ελληνικό πολιτικό μόρφωμα που η δομή κι η ιδεολογική του συγκρότηση δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «κόμμα». Τα μέλη του προέρχονταν κυρίως από τον χώρο των διανοούμενων και των επιστημόνων και κοινωνικά από την μεσοαστική αλλά και κάποιες φορές , από την αγροτική τάξη.

Ιδεολογικά ήταν επηρεασμένοι από τις γαλλικές επαναστάσεις του 1789, του 1830 και 1848, από τις επαναστατικές κινήσεις των Καρμπονάρων στην ιταλική χερσόνησο, τις ιδέες του Ιταλού στοχαστή του «Risorgimento» (Αναβίωση) Τζουζέπε Μαντσίνι, αλλά και από προοδευτικές πλευρές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.Αρχική βάση συσπείρωσής τους υπήρξε η αίσθηση κοινωνικής αδικίας που συνδέθηκε μετην αντίδραση στην καταπάτηση της Συνθήκης του Παρισιού του 1814, σύμφωνα με την οποία τα Επτάνησα θα γίνονταν ανεξάρτητο και όχιυποτελές στην Αγγλία κράτος.

Βασικός στόχος των Ριζοσπαστών ήταν η ένωση με την Ελλάδα, όμως δεν περιορίζονταν στην «εθνική» διάσταση. Έθεταν ως στόχο τη συγκρότηση δημοκρατικής πολιτείας, στη βάση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας. Απέναντί τους βρέθηκαν - ως πολιτικός χώρος δίχως οργανωτική δομή – οι «Προστασιανοί» ή «καταχθόνιοι», όπως υποτιμητικά αποκλήθηκαν από την πλειοψηφία της κοινωνίας οι ευγενείς που συνεργάζονταν πάντα με την αγγλική Αρμοστεία.

 Το 1848 ξεσπά στην Κεφαλονιά η «εξέγερση του Σταυρού» και το 1849 η«εξέγερσητης Σκάλας», που πήρε χαρακτηριστικά συγκροτημένης επανάστασης. Μετά την  επέμβαση του αγγλικού στρατού εξελίχθηκε σε κανονική ένοπλη σύγκρουση και έληξε με εκτελέσεις και διώξεις, κυρίως Ριζοσπαστών. Το κόμμα των Ριζοσπαστών μπήκε για πρώτη φορά στην Ιόνιο Βουλή το 1850. Στις 26 Νοέμβρη 1850 ο ριζοσπάστης βουλευτής Ιωάννης Τυπάλδος πρότεινε ψήφισμα για την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα. Το ψήφισμα υπογραφόταν από τον ίδιο και 11 ακόμα βουλευτές. ΗΒρετανία συνέλαβε τους περισσότερους και εξαπέλυσε αληθινό διωγμό κατά των Ριζοσπαστών και των οπαδών τους, απαγορεύοντας και τις περισσότερες εφημερίδες. Ο βουλευτής Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος εξορίστηκε στα Αντικύθηρα και ο συνάδερφός του Ιωσήφ  Μομφεράτος στη νησίδα Ερείκουσα.

 Η οργάνωση των Ριζοσπαστών δεν απέφυγε το διαχρονικό φαινόμενο των ριζοσπαστικών κομμάτων και ρευμάτων και διασπάστηκε.Όταν ο Ζερβός κι ο Μομφεράτος επέστρεψαν από την εξορία,συγκρούστηκαν  με τον Λομβάρδο που ηγείτο της συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος. Η σύγκρουση οξύνθηκε την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1858 με πρωταγωνιστές τον Μομφεράτο αλλά και τους Ζακυνθινούς Ριζοσπάστες Δημήτριο Καλλίνικο και Γεώργιο Βερύκιο. Για πρώτη φορά μεταξύ Ελλήνων διατυπώθηκαν, συγκεκριμένα από τον Λομβάρδο, κατηγορίες για «κομμουνισμό» και «ανατρεπτικές κοινωνικές ιδέες». Η απειλή που τις συνόδευε δεν ήταν πρωτότυπη: οι ιδέες αυτές θα εξόργιζαν τα Ανακτοβούλια της Ευρώπης και θα εμπόδιζαν την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.Ανάλογες απειλές είχαν ακουστεί και κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, απλώς τότε δεν υπήρχε ο όρος «κομμουνισμός», ο κακός δαίμονας που θα τρόμαζε υποτίθεται τα Ανακτοβούλια το 1821,ήταν ο «καρμποναρισμός». Στα 150 χρόνια που ακολούθησαν, τόσο ο όρος ως κατηγορία όσο και η απειλή χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον.

Το 1862 ο Ηλίας Ζερβός, ως πρόεδρος της Ιόνιας Βουλής, πρότεινε την προώθηση σημαντικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και τη σύνδεσή τους με το εθνικό θέμα της Ένωσης, πρόταση που δίχασε τους Ριζοσπάστες. Δημιουργήθηκαν δύο νέα κόμματα, το κόμμα των Παλιών Ριζοσπαστών (Κόμμα Αληθινών Ριζοσπαστών) που, πιστό στις αρχικές θέσεις, στόχευε όχι μόνο στην ένωση με την Ελλάδα αλλά έθετε και ζητήματαανεξαρτησίας και κοινωνικήςδικαιοσύνης. Ηγέτες ήταν ο Ηλ. Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσ. Μομφεράτος.Οι διασπαστές συγκρότησαν το Κόμμα των Ενωτικών Ριζοσπαστών (Νέοι ριζοσπάστες), ή απλά ενωτικών, που απέβλεπαν μόνο σε ένωση με την Ελλάδα χωρίςκοινωνικές προϋποθέσεις, με αρχηγό τον Κ. Λομβάρδο.

 

Η βασιλεία του Όθωνα πνέει τα λοίσθια

Η τρίτη και καθοριστική παράμετρος ήταν οι εξελίξεις στην Ελλάδα και οι παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Η δημοτικότητα που κέρδισε ο Όθωνας την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου αποδείχθηκε προσωρινή. Η «Μεγάλη ιδέα» δεν ευοδώθηκε και τα κοινωνικά προβλήματα παρέμεναν άλυτα. Η οικονομία παρέμενε καθυστερημένη ενώ το καθεστώς του Όθωνα γινόταν όλο και πιο αυταρχικό. Η προσπάθεια εκτόνωσης της κοινωνικής αντίδρασης με την εξαγορά «βαριών» ονομάτων όπως του Γενναίου Κολοκοτρώνη ή του Θανάση Μιαούλη, γιου του ναυάρχου του 1821, αποδεικνυόταν όλο και λιγότερο αποτελεσματική. Σε αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να προστεθεί και η σταθερά εχθρική στάση της Αγγλίας που, ειδικά μετά από τον Κριμαϊκό πόλεμο, επιδίωκε ανοιχτά την ανατροπή του Όθωνα. Βέβαια οι αποικιοκράτεςαρέσκονται διαχρονικά και σε τακτικούς ελιγμούς - εκπλήξεις και οι Άγγλοι ήταν μετρ σε αυτό.

Καταλύτης για το ξέσπασμα της λαϊκής οργής ήταν η συγκλονιστική, όσο και αποσιωπημένη, εξέγερση τον Φλεβάρη του 1862 που έμεινε στην ιστορία ως «η επανάσταση του Ναυπλίου», αφού η πρώην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους ήταν το επίκεντρό της. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι περισσότεροι αντιοθωνικοί. Ηγετικές μορφές ήταν οι αντισυνταγματάρχες Κορωναίος και Μίχος, ο ταγματάρχης Ζυμβαράκης, ο υπολοχαγός Δ. Γρίβας (γιός του καπετάνιου του 1821 Θοδωράκη Γρίβα), οι νομικοί Μαυρομιχάλης, Πετμεζάς και Πετσάλης, ο υποπρόξενος του Βελγίου Ζαβιτσάνος.

Πάνω από όλους ξεχώριζε η μορφή μιας σπουδαίας γυναίκας, της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, που οι σύγχρονοί της την παρομοίαζαν με τη Γαλλίδαεπαναστάτρια Ιωάννα Ρολάν, την ψυχή της γαλλικής επαναστατικής λέσχης των Γιρονδίνων. Γεννημένη το 1805 στην Πάτρα, κόρη του Αντρέα Καλαμογδάρτη μορφώθηκε – σπάνιο για νέα εκείνης της εποχής -  στην Ανκόνα με ιδιαίτερη έφεση στις ξένες γλώσσες και στην ιστορία.Πρόσφερε σε ηλικία 19 ετών όλη την κινητή περιουσία της στην Επανάσταση, συγκρούστηκε με τον αυταρχισμό του Καποδίστρια και το σπίτι της τον χειμώνα του 1862 ήταν το κέντρο του επαναστατικού αναβρασμού.

Η αντίδραση του Όθωνα στην Επανάσταση ήταν οι μαζικές συλλήψεις επιφανών αντιφρονούντων και η συγκρότηση μισθοφορικού στρατού καθώς δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στον τακτικό στρατό. Όπως γράφει ο Δ. Φωτιάδης οι μισθοφόροι αυτοί ήταν «καθάρματα που ήταν έτοιμα να πουλήσουν κρέας στον εμφύλιο πόλεμο. Τους έδιναν ένα κατοστάρικο στο χέρι, ποσό σημαντικό για εκείνη την εποχή και το λεύτερο να πλιατσικολογήσουν τον τόπο ωσάν να τον είχαν κατακτήσει. Σύναξαν έτσι πάνω από 1500 αποβράσματα της κοινωνίας»[1]. Ούτε σε Έλληνα διοικητή είχαν εμπιστοσύνη και ανέθεσαν τηδιοίκηση των μισθοφόρων αυτών στον Ελβετό στρατηγό Αμαντέους Χαν.

Ακολούθησαν δύο μήνες αληθινού εμφύλιου πολέμου καθώς η εξέγερση, με επίκεντρο πάντα το Ναύπλιο επεκτάθηκε σε όλο σχεδόν το ελληνικό κράτος. Κορυφαία στιγμή ήταν η τραγωδία της Κύθνου. Το νησί, την περίοδο εκείνη, ήταν τόπος εξορίας. Επαναστάτες, με επικεφαλής τον Λεωτσακο και τον Μωραιτίνη επιχείρησαν να τους ελευθερώσουν. Δέχθηκαν επίθεση από τη ναυαρχίδα του στόλου, τη φρεγάδα «Αμαλία», που μετέφερε λόχο στρατού και μεγάλο αριθμό χωροφυλάκων. Οι κυβερνητικοί δολοφόνησαν τους Λεωτσάκο και Μωραιτίνη καθώς και τον εξόριστο υπολοχαγό Σκαρβέλη. Το γεγονός προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, οι εικόνες των δολοφονημένων κυκλοφορούσαν σε χιλιάδες αντίτυπα σαν μορφές αγίων. Τελικά τον Απρίλη τα κυβερνητικά στρατεύματα θα καταστείλουν την επανάσταση στο Ναύπλιο όμως πια η πορεία είναι μη αναστρέψιμη. Η οργή της κοινωνίας είχε πάρει πάνδημες διαστάσεις.

 

Ο Γκαριμπάλντι και οι καϊκτσήδες της Κωνσταντινούπολης

Ηύστατη απόπειρα διάσωσης του θρόνου του Όθωνα ήταν η καταφυγή στη «Μεγάλη ιδέα». Όπως γράφει ο Τρύφων Ευαγγελίδης:

«Προς αποτροπήν δε της κοινής γνώμης από της ελεεινής ταύτης καταστάσεως στο εσωτερικόν η νέα κυβέρνησής ήρξατο να αναμοχλεύη και αύθις την Μεγάλην Ιδέαν»[2]

Επιδίωξαν συνεννοήσεις με τους Σέρβους και, κυρίως, τους Ιταλούς. Ο Δ. Πετρακάκος αναφέρει:

«όπως δοθεί άλλη διεύθυνσις εις τα πνεύματά και ελπίς μεγάλου μέλλοντος καταστήση ανεκτοτέρας τας προσκαίρους ελεεινότητας η βασιλεία ενήργησε συνεννόησιν  τινά μετά των εν Ιταλία φιλελευθέρων και ιδίως του Γαριβάλδη  και μυστικών επελήφθη διαπραγματευσεων μετά των αδερφών των ηγεμόνων  της Σερβίας και του Μοντενέγρου»[3].

Οι Ιταλοί είχαν λόγους να παίξουν σε αυτήν την κωμωδία. Την περίοδο αυτή αγωνίζονταν για την ένωση της Ιταλίας. Είχαν ως στόχο να αποσπάσουν τη Ρώμη από τον έλεγχο της Γαλλίας και τις περιοχές της Βενετίας, του Τρεντίνου, της Δαλματίας και της Τεργέστης από τους Αυστριακούς. Επιδίωξαν έναν αντιπερισπασμό στα νότια σύνορα της Αυστρίας στα Βαλκάνια. Διέδιδαν λοιπόν πως στράτευμα 15.000 ανδρών με επικεφαλής τον Γκαριμπάλντι θα αποβιβαζόταν στην Αμφιλοχία, οι 5.000 θα ήταν Ούγγροι υπό τον στρατηγό Τουρ, και θα έφταναν ως τη Σερβία ελευθερώνοντας τα Βαλκάνια. Ο στρατηγός Νίνο Βίξι διακήρυττε στην ιταλική Βουλή πως «Στη Ρώμη θα πάμε εμείς και στην Κωσταντινούπολη οι Έλληνες, έχετέ το για βέβαιο»[4].

Τη βεβαιότητά του ο στρατηγός τη στήριζε σε …ρεαλιστικά σχέδια, όπως αυτό που αποκαλύπτει ο Ν. Δραγούμης:

«Δύο Ούγγροι ή Πολωνοί, υπηρετούντες εν τω ναυστάθμω της Κωνασταντινουπόλεως ήσαν έτοιμοι να παραδώσουν εις το πυρ τα νεώρια και τον στόλον και τούτου γινομενου, δύο ή τρεις χιλιάδες ανδρών ήρκουν να κατακτήσωσι την πόλιν του Κωνσταντίνου τη συμπράξει των καιχτσήδων, των σιμιτζίδων και των κασάπιδων»[5]

Τέτοιας σοβαρότητας θέματα συζητούνταν δημόσια, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό της Ελλάδας. Τελικά ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Ράσελ με νότα προς την Ελλάδα ανέφερε:

«ειδοποιήσατε εντόνως τον βασιλέα της Ελλάδος ότι ο πόλεμος κατά της Τουρκίας θέλει φέρει εντός βραχυτάτου χρόνου την εκθρόνισιν και την καθαίρεσίν αυτού»[6].

Μετά από αυτήν την τόσο διακριτική παρέμβαση της Αγγλίας κάθε επαφή σταμάτησε και μάταια περίμεναν οι καϊκτσήδες κι οι χασάπηδες της Κωνσταντινούπολης να εξεγερθούν!

Τελικά στις 2 Οκτώβρη 1862 ο Όθωνας και η Αμαλία επιβιβάζονται στη φρεγάδα «Αμαλία» και ξεκινούν περιοδεία με στόχο να ξανακερδίσουν την «αγάπη του λαού». Δε θα ξαναπατήσουν ποτέ στην Αττική. Στις 4 Οκτώβρη στη Βόνιτσα ο Θεοδωράκης Γρίβας ξεκινά πρώτος την Επανάσταση. Ακολουθούν η μία μετά την άλλη οι πόλεις και το ξημέρωμα της 11 Οκτώβρη η Αθήνα. Χωρίς να συναντήσουν ουσιαστικά αντίσταση οι επαναστάτες συγκεντρώνονται στον στρατώνα του πυροβολικού και στις 3 τα χαράματα, πάνω στην κάνη ενός πυροβόλου ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης συντάσσει το ψήφισμα που κηρύσσει έκπτωτο τον Όθωνα και συγκροτείται προσωρινή κυβέρνηση από τους Δ. Βούλγαρη, Κ. Κανάρη και Μ. Ρούφο.

 

Το διπλωματικό παιχνίδι

Ο θρόνος της Ελλάδας μένει κενός και το διπλωματικό πόκερ ξεκινά. Τα φύλλα τα μοιράζει, ως συνήθως, η Αγγλία και ανάμεσα στα άλλα χαρτιά που θα ρίξει στο τραπέζι θα είναι και τα Επτάνησα.

Οι Άγγλοι, έχοντας προδιαγράψει και επιδιώξει την εκθρόνιση του Όθωνα είχαν ξεκινήσει την προσπάθεια να ανεβάσουν στον θρόνο της Ελλάδας τον Αλφρέδο, γιο της βασίλισσας Βικτωρίας. Το όνομά του,στα τέλη της δεκαετίας του 1850, είχε  ακουστεί ως πρόταση για ηγεμόνα μιας «Επτανησιακής Ηγεμονίας», σχέδιο που προωθούσαν οι άνθρωποι της Αγγλίας στα Επτάνησα. Η γηραιά Αλβιόνα ήθελε στην πραγματικότητα να ξεφορτωθεί τα «προβληματικά» Επτάνησα, να ελέγχει όμως το μέλλον τους. Ταυτόχρονα άφηναν να διαδίδονται φήμες και για ευνοϊκή θέση της Αγγλίας για Θεσσαλία και Ήπειρο. Όταν φάνηκε πως ήταν θέμα χρόνου η εκθρόνιση του Όθωνα, οι άνθρωποι των Άγγλων «ξέχασαν» το σχέδιο τους μιας και ο Αλφρέδος προοριζόταν πια για βασιλιάς της Ελλάδας.

 Όπως γράφει ο Επ. Κυριακίδης:

«η αγγλική διπλωματία από δεκαετίας ειργάσθη υπέρ της υποψηφιότητας του Αλφρέδου, ωμίλει δε περί τούτου εν Αθήναις δια του Άγγλου πρεσβευτού κατά τρόπον δυνάμενον  να παράσχη πολλάς ελπίδας περί μεγεθύνσεως της Ελλάδος εν περιπτώση εκλογής αυτού. Ούτως εν τη ελευθέρα και δούλη Ελλάδι το όνομα του Αλφρέδου εγένετο δημοφιλέστατον, εικόνες αυτού κυκλοφορούν ανά πάσας τας πόλεις και διαδηλώσεις εγένοντο υπέρ αυτού εν Αθήναις».[7]

Στο παιχνίδι έπαιζαν φυσικά και οι άλλες δυνάμεις. Η Ρωσία προωθούσε για βασιλιά τον Γαλλορώσο πρίγκηπα Λαίχτεμπεργκ, εγγονό του τσάρου Νικόλαου, υποψηφιότητα που στήριζε και η Γαλλία. Η Αγγλία για να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή επικαλέστηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, σύμφωνα με το οποίο δεν μπορούσε ο βασιλιάς να προέρχεται από τους οίκους των τριών προστάτιδων Δυνάμεων. Ταυτόχρονα βέβαια ακύρωνε και την υποψηφιότητα του Αλφρέδου και όλη την πολιτική επένδυση που είχε κάνει και που είχε φέρει αποτελέσματα.

Αξίζει να αναφέρουμε πως το 1862, μαζί με τις εκλογές στην Ελλάδα, έγινε και ενδεικτικό δημοψήφισμα για επιλογή βασιλιά. Ο Αλφρέδος έλαβε 230.016 ψήφους, ο Λάιχτεμπεργκ 2.400 ενώ ο Γέωργιος – Γουλιέλμος, αυτός τον οποίον έφεραν τελικά για βασιλιά…μόλις 6! Προς τιμήν τους, 93 πολίτες ψήφισαν «ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ», αν και δεν είχε μπει θέμα πολιτεύματος.Τυπικά η Αγγλία εμφανιζόταν χαμένη, πρακτικά συνέβαινε το αντίθετο. Ο Π. Καρολίδης σχολιάζει:

«Αι εις τον Αλφρέδονδοθ είσαι ψήφοι εκήρυττον εμφαντικώτατα εις άπαντα τον κόσμον ουχί απλώς την εμπέδωσιν της Αγγλικής εν Ελλάδι πολιτικής ροπής, αλλά την παμβασιλείαν της Αγγλικής εν τω κράτει τούτω»[8].

Ουσιαστικά δηλαδή η Αγγλία αναζητούσε «να πέψη εις Αθήνας αρμοστήν μεριμνώντα περί των αγγλικών και ουχί βασιλέα εργαζόμενον περί ελληνικών συμφερόντων»[9]. Και ποια ήταν η αιχμή αυτών των συμφερόντων; Όπως αποκάλυψε ο Δούκας Ερνέστος του Σαξ Κομπουργκ, αρνήθηκε το στέμμα που του πρότεινε η Αγγλία γιατί «δεν ηθέλησε να υποσχεθή τη Αγγλία ότι ουδέποτε ως βασιλεύς της Ελλάδος θα περιέλθη εις πόλεμον προς την Τουρκίαν»[10]. Στα «Απομνημονεύματά» του ο Ερνέστος σημειώνει, μετά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό της Αγγλίας Πάλμερστον:

«ο λόρδος Πάλμερστον εφρόνει ότι δια την Ελλάδα η συντήρησις στρατού και στόλου απέβαινε επιζήμιος και επιβλαβής διότι θα ενέβαλε το κράτος εις περιπλοκάς. Η Η Ελλάς έχρηζε μόνον λυσιτελούς χωροφυλακής».[11] Ο Ερνέστος αναφέρει ακόμη πως ανάμεσα σε αυτούς που η Αγγλία πρόσφερε το στέμμα ήταν κι ο Φερδινάρδος της Πορτογαλίας αλλά κι αυτός το αρνήθηκε καθώς «η αγγλική κυβέρνησις επεθύμει να εγκαταστήσει εντός ολίγων εβδομάδων νέον εν Αθήναις βασιλέα, ως συνέβαινε με τους τοπάρχας της Βεγγάλης ότε αναχωρούντος του ενός επέμπετο ευθύς έτερος»[12]

Επειδή στην εποχή μας από διάφορες πλευρές εκφράζεται η άποψη πως δεν υπήρξε εξαρτημένο κράτος η Ελλάδα, είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα του Επ. Κυριακίδη:

«το ελληνικό στέμμα περιεφέρετο ανά την Ευρώπην  εκπληστηριαζόμενον υπό της αγγλικής κυβερνήσεως, κατά την φράσιν του Άγγλου βουλευτού Φιτζέραλντ, προτεινόμενον εις τους άρρενες βλαστούς πάσης γερμανικής αυλής και απορριπτόμενον παρά των πειναλέων τούτων πριγκήπων, κατά την φράσιν ετέρου Άγγλου βουλευτού του Σμόλετ.»[13].

Με απλά λόγια, η Αγγλία έλεγχε απόλυτα το μέλλον της Ελλάδας και επιδίωκε έναν τοποτηρητή της στον θρόνο της. Κόκκινη γραμμή ήταν η εξασφάλιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για αυτό και ήταν διατεθειμένη να δώσει ως αντάλλαγμα ασήμαντες πια για αυτές κτήσεις που, εκτός των άλλων, αποτελούσαν και μπελά λόγω των εξεγέρσεων των «ποπολάρων».

 

Ο Γεώργιος Γλιξμπουργκ

Αφού οι Γερμανοί πρίγκηπες Λεινίγκεν και Χοενλόε καθώς και ο Φερδινάρδος της Βαϊμάρης αρνήθηκαν ο Πάλμερστον κατέληξε στον Γουλιέλμο Γέωργιο της Αγγλίας, ανιψιό του βασιλιά Φρειδερίκου της Δανίας. Ήταν 18 ετών και υπηρετούσε ως δόκιμος στο ναυτικό. Στην υποψηφιότητά του συμφώνησαν και η Ρωσία με τη Δανία. Ανακοινώθηκε στην ελληνική κυβέρνηση (πάλι καλά…) κι ο πρωθυπουργός Σ. Βάλβης το ανακοίνωσε στη Βουλή όπου «δι ανατάσεως των βουλευτών» αναγορεύτηκε συνταγματικός βασιλέας των Ελλήνων ο Γεώργιος. Η όλη μεθόδευση δεν θύμιζε και πολύ διαδικασία εκλογής βασιλέα σε ανεξάρτητο κράτος, ειδικά αν  θυμηθούμε πως στο ενδεικτικό «δημοψήφισμα» η υποψηφιότητα του Γεώργιου είχε λάβει τον εντυπωσιακό αριθμό των …6 ψήφων! Αυτά ήταν βέβαια λεπτομέρειες για την Αγγλία αλλά και την ελληνική πολιτική ηγεσία, μην τους ξεχνάμε κι αυτούς, δεν ήταν ανεύθυνοι…

Η Βουλή εξέλεξε τριμελή επιτροπή από τους Κ. Κανάρη, Θρ. Ζαΐμη και Δ. Γρίβα για να μεταβεί στην Κοπεγχάγη και να προσφέρει το στέμμα. Λύθηκε πρώτα το οικονομικό, οι Δανοί ήταν σοβαροί επαγγελματίες του είδους, τα παζάρια κράτησαν 42 ημέρες: Εκτός της επιχορήγησης, ύψους 1.125.000 δραχμών εκείνης της εποχής, από το ελληνικό κράτος ο Γεώργιος θα λάμβανε επιπλέον και 12.000 χρυσές λίρες τον χρόνο. Όχι βέβαια από τις Δυνάμεις αλλά από τα τοκοχρεωλύσια του δάνειου που η Ελλάδα είχε πάρει από τις Δυνάμεις για να πληρώνει τον…Όθωνα! Και εφαπαξ ένα μεγάλο ποσό ως προικοδότηση. Στην – υποτιθέμενη – «Ψωρωκώσταινα» όπως φαίνεται πλούτος πάντα παραγόταν. Ποιος τον καρπώνονταν ήταν  πάντα το ερώτημα.

Τελικά στις 25 Μάη 1863 ο Φρειδερίκος της Δανίας, ως κηδεμόνας του ανήλικου Γεώργιου, αποδέχθηκε το στέμμα σε επίσημη τελετή και η Ελλάδα απέκτησε βασιλιά. Κι όχι μόνο αυτό αλλά πήρε και δώρο τα Επτάνησα, ήταν η πρώτη διεύρυνση μετά το 1830. Ήταν μια «διπλωματική νίκη» ή «απόδειξη του φιλελληνισμού των Άγγλων»; Όχι ακριβώς ή, καλύτερα, καμία σχέση. Ας το δούμε…

 

Το κρυφό διπλωματικό παιχνίδι

Είδαμε τις επιδιώξεις της αγγλικής διπλωματίας σχετικά με τον θρόνο της Ελλάδας. Πριν ανακοινώσει η αγγλική κυβέρνηση στην ελληνική ποιος θα ήταν ο νέος βασιλιάς του …ανεξάρτητου ελληνικού κράτους είχε θέσει στον Φρειδερίκο της Δανίας τον ίδιον όρο που είχε θέσει και στους άλλους υποψηφίους, οι οποίοι τον είχαν αρνηθεί. Ο Φρειδερίκος τον δέχτηκε και υπογράφηκε μυστική συμφωνία με την οποία η Αγγλία «προίκιζε» τον Γεώργιο με τα Επτάνησα αλλά με τον σαφή όρο πως ο Γεώργιος «ήθελε απόσχει στασιαστικών κινημάτων κατά της Τουρκίας». Ταυτόχρονα ο Γεώργιος, δηλαδή το ελληνικό κράτος θα αναλάμβανε τις οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο Άγγλος αρμοστής απέναντι στην εταιρεία Loyd, την Ιόνιο τράπεζα, την εταιρεία υγραερίου της Μάλτας και άλλους δικαιούχους.

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1862, ο λόρδος Ράσελ, διαμήνυσε στον επιτετραμμένο της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο Χαρίλαο Τρικούπη πως η βασίλισσα δεν θα είχε αντίρρηση να δοθούν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, αν ο νέος βασιλιάς ήταν αρεστός στους Βρετανούς. Αντίστοιχο μήνυμα, τον ίδιο μήνα,  μετέφερε στην ελληνική κυβέρνηση απεσταλμένος της Αγγλίας.

Και αφού όλα συμφωνήθηκαν, έπρεπε να νομιμοποιηθούν και τυπικά. Έτσι, στις 13 Ιουλίου του 1863, μια διεθνής συνθήκη έδινε στα Επτάνησα το δικαίωμα να ενωθούν με την Ελλάδα, «εφόσον αυτό επιθυμούσε ο λαός τους». Ο Ύπατος Αρμοστής Στορξ διέλυσε το κοινοβούλιο της Επτανησιακής πολιτείας και προκήρυξε εκλογές για τις 19 Σεπτεμβρίου, θέτοντας ο ίδιος το ερώτημα αν επιθυμούν οι εκλογείς την Ένωση με την Ελλάδα. Η νέα  Βουλή με το 1ο ψήφισμά της, στις 23 Σεπτέμβρη δηλώνει:

«Αι νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του βασιλείου της Ελλάδος, όπως εσαεί αποτελώσιν αναπόσπαστον αυτού μέρος εν μιά και αδιαιρέτω πολιτεία, υπό το συνταγματικόν σκήπτρον της Αυτού Μεγαλειότητος του βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’ και των διαδόχων αυτού».

Τελικά στις 14 Νοεμβρίου του 1863 με την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου τα Επτάνησα «παραχωρήθηκαν» στην Ελλάδα, ακόμη και για το ρήμα υπήρξε αντιπαράθεση, «παραχωρήθηκαν» λόγω της αγγλικής μεγαλοψυχίας ή «ενώθηκαν» λόγω της θέλησης και των αγώνων του λαού τους;. Στις 16 Νοέμβρη ο Γεώργιος ορκιζόταν βασιλιάς των Ελλήνων. Στις 16 Μάη 1864 ο Θρασύβουλος Ζαίμης, εκ μέρους του Ελληνικού κράτους, θα παραλάβει από τον ύπατο αρμοστή Στορξτα κατεστραμμένα οχυρά της Κέρκυρας και στις 21 Μάη και τυπικά τα Επτάνησα ενώνονται με την Ελλάδα.

 

Κι όμως, κάποιοι έλειπαν από τη γιορτή

Από τη 13η Ιόνιο Βουλή, την τελευταία που κύρωσε και την Ένωση με την Ελλάδα, απουσίαζαν ο πρόεδρος κι ο αντιπρόεδρος της προηγούμενης, της 12ης, Ηλίας Ζερβός – Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφεράτος. Είναι εντυπωσιακό πως τη στιγμή της δικαίωσης των αγώνων τους, τη στιγμή που όλοι στα Επτάνησα δήλωναν πια «Ριζοσπάστες», είτε ειλικρινά είτε υποκριτικά, αυτοί απουσίαζαν συνειδητά διαφωνώντας με τη μορφή που η Ένωση πήρε και τις διαδικασίες που οδήγησαν σε αυτήν.

Συνέδεαν από την αρχή την Ένωση με την Ελλάδα με κοινωνικά αιτήματα, στο «Δημοτικό Κατάστημα Αργοστολίου» για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου του 1849 αναρτήθηκαν πανό με συνθήματα: «Εθνική ανεξαρτησία — Ζήτω η απελευθέρωσις των λαών» και «Ελευθερία — Ισότης — Αδελφότης. — Ζήτω η Παγκόσμιος Δημοκρατία». Την αποκοπή της διαδικασίας της Ένωσης από τα αιτήματα αυτά τη θεωρούσαν μονομερή και αντιπατριωτική, εκτιμούσαν πως ικανοποιούσε μόνο την αγγλική εξωτερική πολιτική. «Η παύσις της «προστασίας», η Ένωση της Επτανήσου μετά της Ελλάδος και με ανέγερση δημοκρατικής πολιτείας, είναι αρχαί, αίτινες πραγματοποιούμεναι ουδέν κενόν αφήνουν».[14]

Ας σημειώσουμε πάντως πως οι πρώτες ενέργειες μετά την Ένωση δικαίωναν τις αντιρρήσεις των Ριζοσπαστών. Το φεουδαρχικό σύστημα στην πραγματικότητα έμεινε άθικτο, οι χωρικοί έμειναν δεμένοι με τον αφέντη.Η κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας, ενός προοδευτικού εκπαιδευτικού ιδρύματος ήταν το συμβολικό αλλά και ουσιαστικό μήνυμα από τη μεριά του ελληνικού κράτους προς την κοινωνία των Επτανήσων με τις έντονες προοδευτικές αναζητήσεις. Ο νόμος ΡΗ΄1865 χαρακτηρίστηκε ως Νόμος σκοταδισμού. Το 1ο άρθρο του νόμου:

"Γεώργιος Α’ Βασιλεύς των Ελλήνων. Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της βουλής απεφασίσαμεν και διατάσσομεν:

Περί οργανώσεως της εκπαιδεύσεως κατά την Επτάνησον.

Άρθρον1 – Καταργούνται α) Το αρχοντείον της Παιδείας εν Επτανήσω. β) η Ιόνιος Ακαδημία. γ) το εν Κερκύρα Ιεροσπουδαστήριον, δ) το εν Κερκύρα Γυμνάσιον, ε) τα Λύκεια Κερκύρας, Παξών, Λευκάδος, Ιθάκης, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Κυθήρων…»

 

 

Τελικά δικαιώθηκε η«Μεγάλη Ιδέα»;

Ας ξαναγυρίσουμε στο αρχικό ερώτημα. Η συναρπαστική ιστορία των Επτανήσωνδίνει την ευκαιρία για χρήσιμα συμπεράσματα.

Το πρώτο συμπέρασμα αφορά τη «Μεγάλη Ιδέα». Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ερώτημα, η ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας «εθνικής εξόρμησης» του ελληνικού κράτους για την απελευθέρωση αλύτρωτων αδερφών. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος ήταν αμέτοχο κάθε εξέλιξης, απλώς ενημερωνόταν για τις αποφάσεις των Δυνάμεων. Οι όποιες κινήσεις του, όπως το σχέδιο κοινής δράσης με Ιταλούς και Σέρβους, μόνο αίσθημα ιλαρότητας γέννησαν. Αντίστοιχο αίσθημα γεννούν και οι θεωρίες περί «φιλελληνισμού» της Αγγλίας και προσωπικά της βασίλισσας Βικτωρίας, δεν αξίζουν καν σχολιασμό.

Γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: Ο όρος «ήθελε απόσχει στασιαστικών κινημάτων κατά της Τουρκίας»,που η Αγγλία επέβαλε στον Γεώργιο, ήταν απαράδεκτος; Θα επικροτούσαμε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς; Η απάντηση είναι καταφατική, ο όρος ήταν απαράδεκτος χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να δηλώνει συμφωνία με τυχοδιωκτισμούς.Πρώτα από όλα  τί σημαίνει η έκφραση «στασιαστικά κινήματα», οι αποικιοκράτες πάντα έτσι χαρακτήριζαν τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Φυσικά υπάρχει και κάτι εξίσου σημαντικό: Ποιο ηθικό ή νομικό δικαίωμα έχει μία χώρα να επιβάλει σε μία άλλη την εξωτερική πολιτική; Πολύ περισσότερο όταν βρισκόμαστε σε εποχή ανακατατάξεων σε όλη την Ευρώπη και η χώρα που επιβάλλει τον όρο είναι αυτή που παρεμβαίνει παντού, έχει αποικία τον μισό πλανήτη;Η ίδια η διαδικασία επιβολής κάνει τον όρο απαράδεκτο. Το ελληνικό κράτος τελικά απεμπόλησε το στοιχειώδες δικαίωμά του να ασκεί την πολιτική που το ίδιο επιλέγει.

Ποιος ήταν λοιπόν ο καθοριστικός παράγοντας για την ένωση; Τα συμφέροντα και η στρατηγική της Αγγλίας ή οι αγώνες των Επτανήσιων; Εύκολα κάποιος θα απαντούσε το πρώτο: Η Αγγλία πλέον δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο συμφέρον να κρατά τα Επτάνησα. Αποτελούσαν βαρίδι οικονομικό αλλά και πολιτικό. Οι συνεχείς εξεγέρσεις και η βίαιη καταστολή τους απασχολούσαν δυνάμεις, απαιτούσαν πόρους και κυρίως μείωναν το κύρος της Αγγλίας τόσο ως πανίσχυρης κοσμοκράτειρας όσο και ως δημοκρατίας. Μετέτρεψε λοιπόν το πρόβλημα σε πλεονέκτημα, παραχωρώντας ταΕπτάνησα με αντάλλαγμα την εγκατάσταση στον ελληνικό θρόνο ενός τοποτηρητή της. Ο ηγέτης των Ριζοσπαστών Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος έγραφε πως «με την Ένωση ολόκληρη πια η Ελλάδα κατέστη δορυφόρος της Αγγλίας … Επτάνησον αγγλικής προστατευομένης και αφανώς διοικουμένης».[15] Ο Ρόκκος Χοΐδάς, ο πρωτοπόρος κοινωνικός αγωνιστής δήλωνε στη Βουλή πως «δεν ενώθηκε η Επτάνησος με την Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα με την Επτάνησο… ο Άγγλος αρμοστής μετέθεσε την έδρα του εκ της Κερκύρας εις τας Αθήνας υπό το ειρηνικόν όνομα Γεώργιος Χριστιανός Α’, βασιλεύς των Ελλήνων».[16]

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η εκτίμηση των Ριζοσπαστών είναι κοντά στην αλήθεια. Υπάρχει όμως μια πλευρά που διαφεύγει στην ανάλυσή τους: Ποιος ήταν ο κύριος λόγος που η κατοχή των Επτανήσων ήταν πλέον ασύμφορη για την Αγγλία; Τί την υποχρέωνε να συντηρεί στρατιωτικές δυνάμεις, να χρηματοδοτεί δομές και πολιτικούς «φίλους», να βλέπει κάθε τόσο το κύρος της να διασύρεται κατηγορούμενη για βαρβαρότητες; Μα οι αγώνες των Επτανήσιων, η ασταμάτητη κοινωνική αναταραχή που κορυφώθηκε όταν στην εξίσωση μπήκαν οι Ριζοσπάστες.Αυτό σε συνδυασμό φυσικά με το διεθνές κλίμα, βρισκόμαστε στην καρδιά της επαναστατικής πλημμυρίδας που γέννησε το 1848. Οι αγώνες αυτοί ήταν η δύναμη που έγειρε την πλάστιγγα στο ζύγισμα της αξίας των Επτανήσων. Φυσικά και δεν δικαιώθηκαν πλήρως, φυσικά και η κοσμοκράτειρα Αγγλία μετέτρεψε το πρόβλημα σε πλεονέκτημα, αυτό όμως δεν μειώνει την αξία και το αποτέλεσμα των αγώνων αυτών.

Και τελικά, γιατί αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα: Η εξέλιξη αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί αρνητική ή θετική; Σίγουρα διπλωματικά κερδισμένη βγήκε η Αγγλία. Ας αναρωτηθούμε όμως από την πλευρά της Ελλάδας και της Επτανήσου, τελικά πού έγειρε η πλάστιγγα; Υποστηρίζουμε πως ήταν μία θετική εξέλιξη για τα Επτάνησα, πριν από όλα γιατί αυτή ήταν η θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων τους. Η αυτοδιάθεση είναι πάντα το πρώτο κριτήριο, ακόμη κι αν η Ένωση δεν είχε τη μορφή που οι πρωτοπόροι αγωνιστές της είχαν οραματιστεί. Ακόμη κι αν σταθμίσουμε τις δυνατότητες ανάπτυξης των κοινωνικών αγώνων, σίγουρα ήταν μεγαλύτερες στο ελληνικό κράτος παρά κάτω από τις ξιφολόγχες του Αγγλικού στρατού. Όπως σωστά επισημαίνει ο Γ. Καββαδίας «Ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός επηρέασε την πολιτική ζωή της Ελλάδας (Σύνταγμα 1864) μεταφέροντας την εμπειρία από αγώνες εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα βήματα του Κοινωνισμού (σοσιαλισμού) στην Ελλάδα συνδέονται με ονόματα Επτανησίων, όπως: του Π. Πανά, του ΡόκουΧοϊδά, του Δρακούλη, του Μαρίνου Αντύπα.»[17]

Μια σημαντική παρατήρηση ακόμη, που σχετίζεται με τη «Μεγάλη Ιδέα» και τους τυχοδιωκτισμούς, πρακτικούς και λεκτικούς που ενέπνευσε: στα Επτάνησα είχαμε συγκεντρωμένο ομοεθνή πληθυσμό που αποτελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία,  πληθυσμό με διαμορφωμένη εθνική αυτογνωσία, κοινή θρησκεία και παιδεία, οργανώσεις και κοινωνικές συλλογικότητες. Τις προϋποθέσεις δηλαδή για την ανάπτυξη εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος  με ρίζες στην κοινωνία. Καμία σχέση με τα «κίβδηλα κινήματα», όπως σωστά τα είχε χαρακτηρίσει ο Σ. Πήλικας, στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου. Ο 19ος αιώνας και το πρώτο μισό  του 20ου, με την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, απέδειξαν πως κανείς δεν μπορεί να επιβληθεί σε έναν λαό στον τόπο του για μεγάλο χρονικό διάστημα με τη βία. Μπορεί βέβαια, όπως βιώνουμε σήμερα, να τον ελέγχει οικονομικά και ιδεολογικά.

Κλείνοντας το κεφάλαιο με τα συμπεράσματα, μην υποτιμήσουμε το θέμα της παιδείας. Το υψηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο ήταν καθοριστική παράμετρος για να υπάρξουν όσα προαναφέρθηκαν. Και αυτό είχε συνέχεια: «Επηρέασαν βαθύτατα και συνέβαλαν στην ανανέωση της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής (Σπ. Ζαμπέλιος, Πέτρος Βράιλας Αρμένης, Παύλος Καλλιγάς κ.α.). φέρνοντας μια λαμπρή ποιητική κληρονομιά με κορυφαίο τον Δ.  Σολωμό. Η επτανησιακή σχολή επηρέασε και μεταμόρφωσε την αθηναϊκή. Συνέβαλαν, τέλος, στην προβολή και διεκδίκηση του αιτήματος για αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας. Για πρώτη φορά σε ακαδημαϊκή εκδήλωση θα χρησιμοποιηθεί δημοτική γλώσσα από τον  Αρ. Βαλαωρίτη στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου.»[18]

 

 Επίλογος

Στον τάφο του Ηλία Ζερβού – Ιακωβάτου στο Δράπανο είναι γραμμένη αυτή η φράση

«Μόχθους πολλούς και πλείστας θυσίας υποστάς υπέρ πατρίδος συνενεγκών. Αντί των οποίων, μόνον τας αδικίας και τας πικρίας του κόσμου συλλέξας κείμαι ενταύθα».

Το 1890 ο Ρόκκος Χοΐδας πεθαίνει στη φυλακή για «εξύβριση του βασιλέως Γεωργίου. Ουσιαστικά δολοφονείται καθώς, αν και βαριά άρρωστος δεν αποφυλακίστηκε, αρνούμενος να ζητήσει δημόσια συγγνώμη. Το 1896, στο ξενοδοχείο των Ξένων στον Πειραιά αυτοκτονεί ο ποιητής και δημοσιογράφος Παναγιώτης Πανάς, άρρωστος και πάμφτωχος. Το 1907 στη Θεσσαλία δολοφονείται από μπράβο των τσιφλικάδων ο Μαρίνος Αντύπας.

Δεν αποτελεί πρωτοτυπία οι πρωτοπόροι αγωνιστές των σημαντικών κινημάτων και των κοινωνικών αλλαγών να έχουν αυτό το τέλος. Συνήθως οι αγώνες τους φτάνουν στη μέση, άλλοι είναι αυτοί που γιορτάζουν σε κοσμικές δεξιώσεις στις επετείους των μεγάλων στιγμών για τις οποίες οι αγωνιστές θυσιάστηκαν. Οι ίδιοι φεύγουν απογοητευμένοικαι με το αίσθημα της ήττας. Μην έχοντας την πολυτέλεια της χρονικής απόστασης δεν μπορούν να κατανοήσουν πως αυτοί αλλάζουν τον – μικρό ή μεγάλο – κόσμο. Μακάρι να υπήρχε τρόπος να το μάθουν…

 

[1]Δημήτρη Φωτιάδη «Όθωνας, η έξωση», Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 553

[2]Τρύφωνα Ευαγγελίδη,Ιστορία του Όθωνος Βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862), εκδ. Γαλανός, Αθήνα 1894 https://anemi.lib.uoc.gr/metadata (14/7/22)

[3]Δημήτρη Πετρακάκου, «Κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδος», Αθήνα 1935, τόμος β΄, σελ. 245, https://anemi.lib.uoc.gr (22/6/22)

[4]Δημήτρη Φωτιάδη «Όθωνας, η έξωση», Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 628

[5]Νικολάου Δραγούμη, «Ιστορικαί αναναμνήσεις», Αθήνα 1879, τόμος β΄, σελ. 206, https://anemi.lib.uoc.gr (14/7/22)

 

[6]Δημήτρη Φωτιάδη «Όθωνας, η έξωση», Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 630

 

[7]Επαμεινώνδας Κυριακίδης, Ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού 1832-1892, εκδ. Ιγγλέση, Αθήνα 1892,τομ. Β΄,  σελ. 204 https://anemi.lib.uoc.gr/metadata (21/7/22)

 

[8][8]Παύλου Καρολίδη, «Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921»,τομοςστ΄, σελ. 10, https://anemi.lib.uoc.gr (12/7/22)

 

[9]Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου, «Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897)», Αθήνα 1897, εκδ.  Κουσουλίνου, σελ. 149, https://anemi.lib.uoc.gr/metadata(22/7/22)

[10]Επ. Κυριακίδης, ο.π., τομ. Β΄, σελ. 216

[11]Γ. Φιλαρέτου, ο.π., σελ. 152, 158

[12]Γ. Φιλάρετου, ο.π.

[13]Επ. Κυριακίδη, ο.π., σελ. 233

[14]εφημερίδα “φιλελεύθερος”, φύλλο 8 της 22/7/1850

[15]Σ. Λουκάτος, περ. «Κυμοθόη», τεύχ. 1, Αργοστόλι, Δεκ. 1991, σ. 5-15

[16]Ο.π.

[17]Γ. Καββαδία, «Το ριζοσπαστικό κίνημα στα Επτάνησα και η ένωση»https://www.alfavita.gr/koinonia/288797_rizospastiko-kinima-sta-eptanisa-kai-i-enosi, (25/7/22)

[18]Γ. Καββαδίας, ο.π.

Αναγνώστηκε 5700 φορές
ΣΠΥΡΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.