Θυμάστε τον περασμένο Δεκέμβριο που ο Υπουργός Υγείας, Α. Γεωργιάδης, ταξίδεψε στην Αμερική, «για να μελετήσει το αμερικανικό σύστημα υγεία»; Η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να παρουσιάσει την επίσκεψη του Υπουργού Υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια «μελέτη του αμερικανικού συστήματος υγείας» με σκοπό να αναβαθμίσει το δημόσιο σύστημα στην Ελλάδα αποκρύπτει έναν βαθύτερο ιδεολογικό μετασχηματισμό που επιχειρείται στον χώρο της υγείας. Το αμερικανικό σύστημα είναι δομικά αγοραίο, με χρηματοδότηση κυρίως μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών συμβολαίων και με υψηλό κόστος για τον χρήστη των υπηρεσιών, και δεν είναι ένα καθολικό, δημόσιο σύστημα με πλήρη κάλυψη για όλους. Η επιλογή του ως πρότυπο δείχνει, για μια ακόμα φορά, μια ιδεολογική ταύτιση με την Αγορά, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη συρρίκνωση της συλλογικής, δημόσιας ευθύνης για την υγεία — μια επιλογή που αγνοεί τα τεκμηριωμένα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΕΣΥ στην Ελλάδα, όπως η υπό-χρηματοδότηση, οι ελλείψεις προσωπικού και οι ανισότητες πρόσβασης.
Ταυτόχρονα, προβάλλεται, από την ΝΔ, το «δίκαιο επιχείρημα» ότι οι εμπειρίες και οι πρακτικές άλλων (καπιταλιστικών) χωρών πρέπει να μελετώνται. Όμως η παράκαμψη του γεγονότος ότι η πρόσβαση στην περίθαλψη στις ΗΠΑ καθορίζεται από την οικονομική δυνατότητα αποτελεί συνειδητή αποσιώπηση των κοινωνικών συνεπειών ενός τέτοιου μοντέλου. Το γεγονός ότι ο Υπουργός εμφανίζεται «υπερήφανος» για την προώθηση ενός συστήματος ΣΔΙΤ και συνεργασιών με ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στο ΕΣΥ δείχνει ότι η εξέλιξη αυτή δεν είναι τεχνοκρατική, αλλά πολιτική, υπονομεύοντας την καθολική, δημόσια πρόσβαση ως θεμελιώδη αξία.
Τι σημαίνει, όμως, μια ΣΔΙΤ στην δημόσια υγεία; Μια Σύμπραξη Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) σε νοσοκομείο του ΕΣΥ συνιστά μια μορφή λειτουργίας όπου η χρηματοδότηση, η κατασκευή, η συντήρηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η παροχή ορισμένων υπηρεσιών ανατίθεται σε ιδιωτικά κεφάλαια και εταιρείες, ενώ το δημόσιο παραμένει υπεύθυνο για την κατεύθυνση του στρατηγικού σχεδιασμού και την επίβλεψη. Συγκεκριμένα, οι ιδιωτικοί επενδυτές αναλαμβάνουν την αρχική δαπάνη για την κατασκευή ή τον εκσυγχρονισμό των κτιριακών υποδομών, τη συντήρηση εξοπλισμού και την παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών, με αντάλλαγμα μακροχρόνιες συμβατικές πληρωμές από το κράτος, οι οποίες συνδέονται συνήθως με την τήρηση προδιαγεγραμμένων ποιοτικών και λειτουργικών δεικτών.
Το δημόσιο διατηρεί την ευθύνη για τον ιατρικό πυρήνα των υπηρεσιών, την πρόσβαση των πολιτών και την τήρηση των αρχών καθολικότητας και ισότητας, αλλά στην πράξη συχνά περιορίζεται η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στη διαχείριση των υποδομών. Αυτό δημιουργεί έναν μηχανισμό στον οποίο οι δημόσιοι πόροι συντηρούν και επιδοτούν ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ η στρατηγική κατεύθυνση της υγείας ενδέχεται να υποτάσσεται σε οικονομικά κριτήρια κερδοφορίας, με κίνδυνο περιορισμού της καθολικής πρόσβασης, αύξησης των ανισοτήτων και ενίσχυσης της εμπορευματοποίησης της δημόσιας περίθαλψης.
Ακριβώς αυτό είναι το επίκεντρο της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας όπου, η έννοια των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), τις οποίες η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «εργαλείο εκσυγχρονισμού» των υποδομών και υπηρεσιών υγείας στη χώρα. Ένα εμβληματικό παράδειγμα είναι το Νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, ένα έργο προϋπολογισμού περίπου 350,55 εκατ. ευρώ που προωθείται μέσω ΣΔΙΤ, με διεθνή διαγωνιστική διαδικασία και σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον από μεγάλες εταιρείες, όπως ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ΑΒΑΞ, ΑΚΤΩΡ-Metlen, ΕΚΤΕΡ και ο διεθνής όμιλος Plenary Europe. Το έργο, το πρώτο τέτοιου τύπου στο χώρο της υγείας, αφορά στη μελέτη, χρηματοδότηση, κατασκευή και συντήρηση ενός σύγχρονου οργανισμού 425 κλινών που θα καλύπτει ανάγκες πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας για ογκολογικούς ασθενείς στη Βόρεια Ελλάδα, και η σύμβασή του προβλέπει μακρά διάρκεια (30 έτη), πράγμα που δεσμεύει το ΕΣΥ και τον κρατικό προϋπολογισμό για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προώθηση ενός τέτοιου έργου παρουσιάζεται από τα Υπουργεία ως απόδειξη της «ωριμότητας και της αποτελεσματικότητας» της μεθόδου ΣΔΙΤ για την προσέλκυση επενδύσεων και την αναβάθμιση υποδομών, γεγονός που νομιμοποιείται ως «ανάπτυξη» και «βελτίωση υπηρεσιών».
Ωστόσο, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα σε ένα τόσο βασικό κοινωνικό αγαθό δημιουργεί ένα νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα που μεταθέτει την ευθύνη και την οικονομική επιβάρυνση από το δημόσιο σε ιδιωτικά κεφάλαια, εισάγοντας λογικές κερδοφορίας στον πυρήνα της υγειονομικής περίθαλψης.
Παράλληλα με τα μεγάλα έργα υποδομής, η κυβέρνηση έχει ανοίξει μια ριζική συζήτηση για την είσοδο των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών στο ίδιο το δημόσιο σύστημα υγείας, με στόχο τη δημιουργία νέων προϊόντων και πακέτων που θα καλύπτουν την νοσηλεία σε δημόσια νοσοκομεία όπως συμβαίνει πλέον σε άλλες χώρες. Ο Υπουργός Υγείας έχει δηλώσει ότι οι συζητήσεις είναι σε «ώριμο στάδιο», με τις ασφαλιστικές να ζητούν τη δημιουργία συνεργασιών που θα επιτρέπουν στα συμβόλαιά τους να καλύπτουν υπηρεσίες νοσηλείας του ΕΣΥ ακόμα και σε συνδυασμό με ιδιωτικές κλινικές, προωθώντας την «νέα αγορά» με ανταγωνισμό μεταξύ φορέων. Την ίδια στιγμή, από την πλευρά των ασφαλιστικών εταιρειών ακούγονται επιχειρήματα ότι οι ίδιοι χάνουν χρήματα από τα συμβόλαια υγείας, και υπό αυτήν τη λογική επιδιώκουν την επέκταση των δραστηριοτήτων τους μέσα στα δημόσια νοσοκομεία για να καλύψουν τα «κενά». Οι αντιδράσεις, όμως, είναι εκτενείς και συγκροτημένες από νοσοκομειακούς γιατρούς, ενώσεις εργαζομένων και κοινωνικές οργανώσεις, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η υποτιθέμενη «συνεργασία» στην πραγματικότητα ανοίγει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση των κερδών και στον κοινωνικοποίηση των ζημιών — δηλαδή το κράτος και οι πολίτες να χρηματοδοτούν υποδομές και υπηρεσίες που τελικά θα αξιοποιούνται για κέρδος ιδιωτικών φορέων.
Αυτές οι πολιτικές εξελίξεις δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένες από την ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών δομών για την υγεία και κοινωνική πρόνοια. Η στρατηγική της ΕΕ για την υγεία έχει επικεντρωθεί όχι μόνο στην προώθηση της ψηφιακής καινοτομίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον χώρο της υγείας, αλλά και στην «ενίσχυση των δημόσιων–ιδιωτικών συμπράξεων» ως μέσο για την επίτευξη των στόχων για βιώσιμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας. Ωστόσο, στην ελληνική πραγματικότητα τα αποτελέσματα των πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν δείχνουν ότι, η ενσωμάτωση τέτοιων νεοφιλελεύθερων επιλογών συχνά συνοδεύεται από τραγικές συνέπειες. Δηλαδή, την υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών, αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, και κοινωνικές ανισότητες όσον αφορά στην πρόσβαση και ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Αντί να αντιμετωπιστούν οι δομικές ανεπάρκειες του ΕΣΥ μέσω μιας ενισχυμένης δημόσιας χρηματοδότησης και αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης, αναπτύσσονται μηχανισμοί που ενισχύουν την εμπορική διάσταση της υγείας.
Ποια θα είναι τα άμεσα αποτελέσματα για το λαό;
Η ένταξη ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών στο δημόσιο σύστημα υγείας, σε συνδυασμό με την επέκταση των ΣΔΙΤ, αναμένεται να μεταβάλει ριζικά τη λειτουργία, τη διαχείριση και την πρόσβαση στις υπηρεσίες του ΕΣΥ, δημιουργώντας ένα σύστημα πολλών ταχυτήτων. Η εμπλοκή των ιδιωτικών κεφαλαίων εντός δημοσίων νοσοκομείων οδηγεί σε μια μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ της ποιότητας και της ταχύτητας της φροντίδας ανάλογα με την ύπαρξη ιδιωτικής ασφάλισης, ενώ διεθνή παραδείγματα, όπως στις ΗΠΑ, δείχνουν ότι οι ασφαλισμένοι έχουν σημαντικά καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υψηλής έντασης, ενώ οι μη ασφαλισμένοι ή οι οικονομικά ευάλωτοι περιορίζονται σε βασικές ή καθυστερημένες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, η εμπλοκή ιδιωτικών συμφερόντων οδηγεί σε μετακίνηση προσωπικού και πόρων προς τις πιο κερδοφόρες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα περιορισμό της δημόσιας χρηματοδότησης για τις βασικές λειτουργίες και ενίσχυση των ανισοτήτων.
Όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία και βιβλιογραφία η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, η διαφοροποίηση στην πρόσβαση και η διακύμανση της ποιότητας ανάλογα με την ασφαλιστική κάλυψη (το ύψος του κόστους, δηλαδή, του ιδιωτικού ασφαλιστικού συμβολαίου) αποτελούν επιστημονικά προβλεπόμενες συνέπειες, ενώ η μακροχρόνια στρατηγική δέσμευση του κράτους μέσω των ΣΔΙΤ, όπως το Νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ενισχύει τη λογική εμπορευματοποίησης της υγείας και περιορίζει τη δημοσιονομική ευελιξία για επενδύσεις σε καθολικά δημόσια αγαθά.
Θα πρέπει να τονιστεί πως οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες και άλλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις επιδιώκουν να εμπλακούν στις ΣΔΙΤ στην υγεία, όπως στο Νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, για να εξασφαλίσουν σταθερά και μακρόχρονα κέρδη μέσω των δημόσιων πόρων, να ελέγξουν κρίσιμες, μονοπωλιακές, υποδομές υγείας και να επωφεληθούν από την εμπορευματοποίηση εξειδικευμένων υπηρεσιών, μετατρέποντας τη δημόσια υγεία σε κερδοφόρο επενδυτικό προϊόν.
Στα ΣΔΙΤ-νοσοκομεία (όπως το συγκεκριμένο της Θεσσαλονίκης) μην σας κάνει εντύπωση αν εμπλακούν (άμεσα) και οι φαρμακευτικές εταιρείες. Θα τις δούμε έτσι, να αποκτούν έμμεση ή άμεση επιρροή μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας, συμμετοχής στη χρηματοδότηση υποδομών και στρατηγικών συνεργασιών για την κλινική έρευνα, γεγονός που θα τους επιτρέπει να επηρεάζουν την επιλογή, την ανάπτυξη και την παροχή φαρμάκων (ακόμα και αυτών που θα είναι σε πειραματικό στάδιο), την τεχνολογική προτεραιοποίηση και την οργάνωση των σχετικών υπηρεσιών.
Οι επιστημονικές ενδείξεις και οι διεθνείς εμπειρίες καταδεικνύουν ότι η συνδυαστική εφαρμογή εισόδου ασφαλιστικών εταιρειών και ΣΔΙΤ στο ΕΣΥ θα ενισχύσει την κοινωνική ανισότητα, αυξάνοντας τις ιδιωτικές πληρωμές και περιορίζοντας την πρόσβαση των πιο ευάλωτων πολιτών. Η δημόσια εμπιστοσύνη στο σύστημα θα μειωθεί, ενώ η συνολική αποτελεσματικότητα του ΕΣΥ θα υποστεί περαιτέρω υποβάθμιση, ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και τις χρόνιες παθήσεις. Η πρόβλεψη είναι ότι θα εμφανιστεί ένας «υγειονομικός δυϊσμός», με τους ασφαλισμένους να επωφελούνται από καλύτερη φροντίδα και τους μη ασφαλισμένους να αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις ή περιορισμένη πρόσβαση, αναπαράγοντας ανισότητες και κοινωνική αδικία.
Από επιστημονικής πλευράς, οι πολιτικές αυτές δεν θεραπεύουν τις δομικές αδυναμίες του ΕΣΥ, όπως υπό-χρηματοδότηση, υπό-στελέχωση και ανεπάρκεια υποδομών, αλλά αντίθετα τις ενισχύουν, δημιουργώντας ένα σύστημα εν μέρει εμπορευματοποιημένο, στο οποίο το δημόσιο χρηματοδοτεί υποδομές και προσωπικό που αξιοποιούνται για ιδιωτικό κέρδος. Η βιώσιμη και δίκαιη εναλλακτική, σύμφωνα με διεθνή πρότυπα και κοινωνιολογικά/οικονομικά δεδομένα, είναι η ισχυρή δημόσια χρηματοδότηση, η πλήρης ενσωμάτωση πρωτοβάθμιας φροντίδας, η διασφάλιση καθολικής πρόσβασης και η επαρκής στελέχωση υποδομών, ώστε το ΕΣΥ να παραμείνει καθολικό, κοινωνικά δίκαιο και επιστημονικά αποτελεσματικό για όλους τους πολίτες.
Ποια θα πρέπει να είναι η απάντηση της Αριστεράς;
Η εμπλοκή ιδιωτικών συμφερόντων μέσα στο δημόσιο σύστημα ενδέχεται να αυξήσει την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν δημόσια νοσοκομεία, καθώς εισάγεται ένας μηχανισμός χρέωσης ή προτεραιοποίησης ανάλογα με την ασφαλιστική κάλυψη. Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι οι πολιτικές αυτές δεν στοχεύουν στην ενίσχυση της αποδοτικότητας του ΕΣΥ, αλλά στη μετατροπή του σε ένα εν μέρει εμπορευματοποιημένο σύστημα, στο οποίο η ποιότητα και η πρόσβαση καθορίζονται από την οικονομική δυνατότητα και όχι από την ιατρική ανάγκη.
Η κριτική προς αυτή τη γραμμή πολιτικής συνοψίζεται στην ουσία ότι η είσοδος ιδιωτικού κεφαλαίου και η ενσωμάτωση ασφαλιστικών εταιρειών στο ΕΣΥ δεν θεραπεύουν τα πραγματικά προβλήματα, αλλά τα αναπαράγουν και τα εμβαθύνουν. Το ΕΣΥ αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υπό-χρηματοδότησης και υπό-στελέχωσης, και η λύση δεν βρίσκεται στην ανάθεση κρίσιμων υπηρεσιών σε ιδιώτες με στόχο το ιδιωτικό κέρδος. Η ενίσχυση της δημόσιας υγείας πρέπει να περάσει μέσα από μια σταθερή και επαρκή, κρατική, χρηματοδότηση, ώστε οι εργαζόμενοι στον χώρο της υγείας να λαμβάνουν δίκαιες αμοιβές και επαρκείς πόρους για την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας, και οι πολίτες να απολαμβάνουν τη δωρεάν και καθολική πρόσβαση στην περίθαλψη χωρίς διακρίσεις.
Απαιτείται μια ριζική δημόσια πολιτική που να ενισχύει την πρωτοβάθμια φροντίδα, την πρόληψη, την πρόληψη ασθενειών, την κοινωνική στήριξη και τη συλλογική ευθύνη, αντί της άμεσης ανάθεσης στις δυνάμεις της Αγοράς που αναζητούν κέρδη εις βάρος των κοινωνικών αγαθών και των πολιτών.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, η εναλλακτική πρόταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μερικές τεχνικές αλλαγές, αλλά απαιτεί μετασχηματισμό της ίδιας της ιδέας της υγείας ως δημόσιου αγαθού.
Η αριστερή πρόταση, αντίθετα, προκρίνει ένα ισχυρό, πλήρως δημόσιο και καθολικό σύστημα υγείας, όπου η πρόσβαση, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα δεν εξαρτώνται από την οικονομική δυνατότητα ή ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτό απαιτεί μια σταθερή και επαρκή δημόσια χρηματοδότηση, πλήρη ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και των προληπτικών υπηρεσιών, επαρκή στελέχωση των νοσοκομείων και των μονάδων υγείας, καθώς και επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία που εξασφαλίζουν καθολική πρόσβαση.
Η εναλλακτική αυτή πρόταση στηρίζεται σε εμπειρικά τεκμηριωμένα μοντέλα άλλων ευρωπαϊκών χωρών με ισχυρά δημόσια συστήματα, όπου η καθολικότητα και η ισότητα στην υγεία συνδέονται άμεσα με καλύτερους δείκτες υγείας και υψηλότερη κοινωνική συνοχή.
Σε πρακτικό επίπεδο, η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής συνεπάγεται αποκλεισμό ή περιορισμό των ΣΔΙΤ σε βασικές υποδομές υγείας, έλεγχο των ιδιωτικών συμφερόντων και διασφάλιση ότι όλα τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν με γνώμονα την κοινωνική ωφέλεια και όχι το κέρδος.
Παράλληλα, η δημόσια διαχείριση πρέπει να ενισχυθεί με διαφανή συστήματα ελέγχου, αξιολόγησης και στρατηγικού προγραμματισμού, ώστε οι πόροι να κατανέμονται με βάση τις πραγματικές υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού.
Συνολικά, οι πολιτικές εισόδου των ασφαλιστικών, φαρμακευτικών και κάθε είδους ιδιωτικών εταιρειών και των ΣΔΙΤ στο ΕΣΥ, προβλέπεται να δημιουργήσουν έναν «υγειονομικό δυϊσμό», να αυξήσουν ανισότητες στην πρόσβαση και την ποιότητα των υπηρεσιών, να περιορίσουν τη δημόσια χρηματοδότηση και να ενισχύσουν την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών. Αντίθετα, η αριστερή εναλλακτική πρόταση στοχεύει σε ένα καθολικό, κοινωνικά δίκαιο και επιστημονικά αποδοτικό ΕΣΥ, το οποίο αντιμετωπίζει τη δημόσια υγεία ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπορικό προϊόν, εξασφαλίζοντας ότι η πρόσβαση και η ποιότητα υπηρεσιών καθορίζονται από ιατρική ανάγκη και όχι από οικονομική δυνατότητα ή ασφαλιστική κάλυψη.
Η εφαρμογή αυτής της πρότασης απαιτεί πολιτική βούληση, διαρκή επενδύσεις και ενίσχυση των δημόσιων υποδομών, ώστε το ΕΣΥ να παραμείνει ένα σύστημα που υπηρετεί τον πολίτη και την κοινωνία ως σύνολο, και όχι τα κέρδη των ιδιωτικών συμφερόντων.

