Μανιφέστο σοσιαλδημοκρατικής ασάφειας από τον Αλ. Τσίπρα, του Γιώργου Παυλόπουλου

Δόθηκε στην δημοσιότητα το μανιφέστο που ετοίμασε ο Τσίπρας για τον υπό διαμόρφωση πολιτικό του φορέα με τίτλο «Η κυβερνώσα Αριστερά της νέας εποχής, για μια συμπαράταξη της Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και της πολιτικής Οικολογίας». Είναι ένα κείμενο επιτηδευμένης ασάφειας, που τοποθετείται εντελώς επιφανειακά για την «νέα εποχή», δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά αλλά ευρίσκεται εντός της σοσιαλδημοκρατικής αφήγησης, χωρίς αιχμές και δεσμεύσεις σε συγκεκριμένα μέτρα. Στην πραγματικότητα ο τίτλος που του αρμόζει είναι «Συμπαράταξη με στόχο την κυβέρνηση».

Δεν υπήρχαν διαφορετικές προσδοκίες για ένα κείμενο που θα εξέφραζε τον Rebranded Tsipra, και συνέταξε μια επιτροπή που ηγείτο ο γνωστός σοσιαλδημοκράτης δημοσιογράφος Σιακαντάρης, ο οποίος ασκούσε κριτική από δεξιά ακόμα και στον συμβιβασμένο ΣΥΡΙΖΑ του 2015-19. Στα πλαίσια αυτά δεν είναι παράξενο ότι αναφέρεται 30 φορές η λέξη Αριστερά για να δελεάσει συναισθηματικά τους «παλιούς ψηφοφόρους» αλλά ούτε μια οι λέξεις καπιταλισμός, σοσιαλισμός, ιμπεριαλισμός, κλπ. Πρόκειται για μια νοητική ακροβασία ώστε να εξυπηρετείται το αφήγημα ενός απροσδιόριστου «δημοκρατικού καπιταλισμού» και της «συμπαράταξης». Η ανάλυση των διεθνών σχέσεων και η οικονομική θεωρία έχει αναχθεί σε βολικές σχηματοποιήσεις καταδίκης του Τραμπισμού και ενός απροσδιόριστου «νεοφιλελευθερισμού». Σε αυτά τα πλαίσια δεν είναι παράξενο ότι απουσιάζουν συγκεκριμένα μέτρα και δεσμεύσεις, και αυτό δεν οφείλεται ότι αφέθηκε να εξειδικευτεί αργότερα. Ούτε είναι τυχαίο ότι υπάρχει πλήρης απουσία για τον ρόλο του κόμματος. Ας εξετάσουμε λίγο αναλυτικότερα ορισμένες από τις επιτηδευμένες ασάφειες και τις νοητικές ακροβασίες του μανιφέστου.

Από τις πρώτες παραγράφους της διακήρυξης γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθεί η συμπαράταξη με την σοσιαλδημοκρατία, παραχαράσσοντας τις έννοιες της Αριστεράς. Όπως μας δηλώνει ο «μεγάλος ηγέτης» το σημερινό δίλλημα της Αριστεράς δεν είναι «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση», γιατί αυτά ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα, αλλά η οικοδόμηση ενός μετώπου ενάντια στην δεξιά πολιτική. Η προφανής νοηματική ακροβασία είναι ότι εντός της Αριστεράς υπήρχε αυτή η διαίρεση και ο Τσίπρας σαν εκπρόσωπος της ανανεωτικής Αριστεράς υπερασπιζόταν την πρώτη εκδοχή. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε την κορυφαία συμβολή του στον ενταφιασμό του ρεύματος της Ανανεωτικής Αριστεράς και του Ευρωκομουνισμού με την υποταγή στα Μνημόνια. Αν το 1989 ήταν μια ήττα του παραδοσιακού κομμουνιστικού ρεύματος, το 2015 ήταν η ήττα του ρεύματος της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς και του ευρωκομουνισμού. Η έλλειψη μιας οργανωμένης κουβέντας για τις αποτυχίες του παρελθόντος, δεν μπορεί να υποκατασταθεί με ένα άλμα στο κενό. Η Αριστερά πάντα προσδιοριζόταν από την υπέρβαση του Καπιταλισμού είτε με μεταρρύθμιση ή με ρήξεις, ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί ότι σε αυτή την κατεύθυνση ήταν και η σοσιαλδημοκρατία μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αιώνα πριν συμβιβασθεί εντελώς. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι σε ολόκληρη την διακήρυξη δεν υπάρχει ούτε ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ στις λέξεις «σοσιαλισμός ή σοσιαλιστική προοπτική», «μαρξισμός», «δημοκρατικός κομμουνισμός» κλπ. που θα μπορούσε να δυσαρεστήσει τους μεγάλους χορηγούς του κόμματος Τσίπρα. Στην πραγματικότητα πίσω από το σόφισμα ότι το «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» που χώρισε την Αριστερά ήταν ένα σύνθημα του περασμένου αιώνα, κρύβεται η αντίληψη για σύγκλιση με τη μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία και η αποδοχή του καπιταλισμού. Από το «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» που ήταν το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα το μανιφέστο μας καλεί «να επεκτείνουμε τα όρια του εφικτού»…

Στα παραπάνω πλαίσια δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το πεδίο της οικονομικής πολιτικής αφορά κυρίως την αναδιανομή εισοδήματος και την μείωση των ανισοτήτων. Προφανώς και οι αναδιανεμητικές πολιτικές είναι βασική παράμετρος της αριστερής πολιτικής. Όμως ποτέ δεν ήταν ο μοναδικός στόχος. Η Αριστερά δεν προσδιορίζεται μόνο από τις αναδιανεμητικές πολιτικές αλλά και από τον κοινωνικό έλεγχο των παραγωγικών συντελεστών και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η Αριστερά δεν ασχολείτο μόνο με το πεδίο της διανομής αλλά και της παραγωγής. Το τελευταίο πεδίο υποβαθμίζεται προκειμένου να δοθούν εγγυήσεις στο Κεφάλαιο, και αυτός ο συμβιβασμός γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί με μια αόριστη επίκληση του κράτους και των δημόσιων αγαθών. Δεν είναι μόνο η απουσία αναφοράς στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και της συζήτησης περί παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, που κάποτε καταλάμβανε σημαντική θέση στις αναζητήσεις της Αριστεράς. Η έλλειψη αυτή έχει υποκατασταθεί από αναφορές στις πιο συστημικές εκφάνσεις του οικολογικού κινήματος και στην ατζέντα περί «συμπερίληψης». Συγχρόνως το κείμενο επιτηδευμένα αγνοεί ότι σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής το κυρίαρχο παράδειγμα είναι ένα υβρίδιο νεοκλασικού οικονομικού μοντέλου και νεοκεϋνσιανών όπου συγκλίνουν τόσο η σοσιαλδημοκρατία όσο και οι δεξιές νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Επίσης αγνοεί ότι το Οικολογικό κίνημα έχει απωλέσει τα αντισυστημικά χαρακτηριστικά του παρελθόντος και έχει επικεντρώσει στις πράσινες μπίζνες, όπου πλέον αποτελεί πεδίο συνάντησης από τους Πράσινους και τους σοσιαλδημοκράτες μέχρι τους ακροκεντρώους και τμήματα της Δεξιάς. Δηλαδή η συμπαράταξη δεν είναι μόνο μια μετατότηση της Αριστεράς σε πλήρως ενσωματώσιμες αστικές πολιτικές, αλλά και τα όρια διαφοροποίησης από τον αντίπαλο θολώνουν την ίδια στιγμή που το κοινωνικό ακροατήριο πολώνεται. Ας μην εκπλησσόμαστε όταν μετα η ακροδεξιά μπορεί να υποδύεται υποκριτικά τον «αντισυστημικό λόγο».

Οι διεθνείς σχέσεις είναι το σημείο που το μανιφέστο από το επίπεδο της ασάφειας απογειώνεται στο πεδίο της «αφασίας». Με μια βαθυστόχαστη ανάλυση μας πληροφορεί ότι «Το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από μια τεράστια ρευστότητα και την ταυτόχρονη ύπαρξη δυνάμεων συνεργασίας και αντιπαλότητας». Το πρόβλημα στην ανάγνωση του διεθνούς σκηνικού δεν είναι μόνο η απουσία των βαθύτερων αιτίων που οδηγούν σε μια νέα κατάσταση ανταγωνισμών, αλλά η απλουστευτική εξήγηση ότι φταίει κυρίως ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του. Η αφήγηση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν αναφέρεται ότι: «Οι ΗΠΑ ένα πανίσχυρο κράτος που θεωρούσε την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ενότητας σαν προϋπόθεση για την δική του ασφάλεια, τώρα έχει μετατραπεί σε κράτος ταραξία που βλέπει την Ευρώπη σαν τον μεγαλύτερο αντίπαλο του δίπλα στην Κίνα»!

Εδώ δεν έχουμε μόνο την παντελή απουσία της θεωρίας του ιμπεριαλισμού και των ανταγωνισμών του αλλά και την οριστική εγκατάλειψη των όποιων παρακαταθηκών του Κοινωνικού Φόρουμ και της κριτικής των κινημάτων απέναντι στον καπιταλιστικό κόσμο, γιατί ξέρουμε καλά ότι ο παλιός κόσμος της «λεγόμενης παγκοσμιοποίησης» δεν μπορεί να επανέλθει. Πρόκειται περί απροκάλυπτης πρότασης για αποκατάσταση συμμαχίας ΗΠΑ- Ευρώπης απέναντι στο υπόλοιπο κόσμο, δηλαδή για μια εκδοχή του ευρωατλαντισμού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ολόκληρο μανιφέστο δεν αναφέρει ούτε μια λέξη περί ΝΑΤΟ, ούτε ότι καταδικάζεται μόνο η μια μεριά στο πόλεμο της Ουκρανίας αλλά δεν υπάρχει κουβέντα για τις ευθύνες των ΗΠΑ και λοιπών δυνάμεων που έσπρωξαν τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπου. Ούτε είναι τυχαίο ότι δεν υπάρχει ονομαστική καταδίκη του Ισραήλ, ούτε παίρνει αποστάσεις από τον άξονα Ελλάδα-ΗΠΑ-Ισραήλ.

Στα παραπάνω πλαίσια κινείται και η προσέγγιση της Ευρώπης. Δεν εκπλήσσει η παντελής απουσία κριτικής για την πολιτική που εφάρμοσε η ΕΕ απέναντι στην χώρα μας με τα μνημόνια και την υπονόμευση του ίδιου του Τσίπρα. Όποιος εξάλλου διάβασε το βιβλίο του «Ιθάκη» θα παρατήρησε ότι έχει πολλές περισσότερες αρνητικές αναφορές για τους συντρόφους του παρά για την Μέρκελ και το Ευρωιερατείο. Το βασικό που προτάσσει το μανιφέστο Τσίπρα είναι η συνεργασία των προοδευτικών – οικολογικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων για την απόκρουση της ακροδεξιάς, του ρατσισμού και του Rearm Europe. Δεν υπάρχει μόνο η αφωνία για το παρελθόν αλλά και η αποσιώπηση του παρόντος. Δεν είναι μήπως οι σοσιαλδημοκράτες του Σολτζ που συμπράττουν με το συντηρητικό κόμμα και οι σοσιαλιστές στην Γαλλία που στηρίζουν τον Μακρόν για να επιβάλλει λιτότητα και άνοδο των εξοπλισμών; Αν εξαιρέσει κανείς τους Ισπανούς, όλη η υπόλοιπη σοσιαλδημοκρατία έχει στοιχηθεί με το «κόμμα του πολέμου» και της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας. Ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε και την φιλοπόλεμη στάση της Αναλένα Μπέρμποκ και των Πρασίνων, που έχει τελείως διαφοροποιηθεί από το παρελθόν του κόμματος.

Όπως αναμενόταν σημαντική έκταση καταλαμβάνει η κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σωστά επισημαίνεται ότι η λιτότητα πλήττει την πλειοψηφία των εργαζομένων, σωστά επισημαίνεται ότι το παραγωγικό μοντέλο έχει εστιασθεί σε χαμηλής παραγωγικότητας τομείς, ότι υπάρχει υπέρμετρη ανάπτυξη του τομέα του Τουρισμού και Real Estate, ότι έχουν ευνοηθεί κυρίως οι μεγάλοι οικονομικοί όμιλοι, ότι το πελατειακό κράτος, η πολιτική των ημετέρων και η διαφθορά έχει λάβει ενδημικά χαρακτηριστικά. Όμως όλα αυτά θα παραμείνουν απλές διαπιστώσεις χωρίς συγκεκριμένα μέτρα ή αγνοώντας βασικές παραμέτρους. Να συμφωνήσουμε ότι η λιτότητα και η ακρίβεια πλήττουν την πλειοψηφία των εργαζομένων και ας αγνοήσουμε ότι σε αυτό συνέβαλαν τα μνημόνια που ψήφισε και ο ΣΥΡΙΖΑ και έχουν σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το εισόδημα (πραγματικό εισόδημα 2009/2019=-31%, 2009/2025=-19%).

Στο πρόγραμμα δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά για αυξήσεις των μισθών, αποκατάσταση 13ου μισθού στο Δημόσιο και 13ης σύνταξης, αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή κλπ. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο χρηματιστήριο Ενέργειας και στα θέμα των κόκκινων δανείων που ας μην ξεχνάμε θεσμοθέτησε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η αναφορά στα δημόσια αγαθά γίνεται προβληματική αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες θέσεις για δημόσια ιδιοκτησία στην Ενέργεια, στις Τράπεζες, στις υποδομές, κλπ. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι η επίκληση της ενίσχυσης της Δημόσιας τριτοβάθμιας παιδείας χωρίς την κατάργηση του νόμου Μητσοτάκη για ιδιωτικά ΑΕΙ σημαίνει την συνέχιση λειτουργίας των ιδιωτικών ΑΕΙ. Ούτε είναι αρκετή η αναφορά στην ενίσχυση της Δημόσιας Υγείας και της πρωτοβάθμιας φροντίδας όταν οι ιδιωτικές κλινικές και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες έχουν καταλάβει το 40-50% της σχετικής αγοράς. Ούτε μπορεί να αγνοηθούν οι ντιρεκτίβες της ΕΕ για την ελληνική οικονομία, όπου η βασική κατεύθυνση είναι η μείωση των μικρών επιχειρήσεων και της αυτοαπασχόλησης γιατί έχουν χαμηλή παραγωγικότητα. Όσο δε αφορά το ζήτημα των νέων τεχνολογιών και της Τεχνητής νοημοσύνης, το θέμα δεν είναι μόνο μια ψηφιακή συνθήκη προστασίας δικαιωμάτων αλλά η μείωση των ωρών εργασίας στους κλάδους που επηρεάζονται και ο έλεγχος της ιδιοκτησίας των μεγάλων εταιριών.

Το ζήτημα της διαφθοράς ήταν φυσικό να κατέχει κομβική θέση στο μανιφέστο. Η σημερινή κυβέρνηση έχει «κατακτήσει με το σπαθί της» το τίτλο της πιο διεφθαρμένης της μεταπολίτευσης και σίγουρα είναι ένα πεδίο το οποίο ο Τσίπρας μπορεί να επικαλεστεί σε σύγκριση με την περίοδο 2015-1019. Υπάρχουν όμως δυο προβλήματα. Το πρώτο αφορά την υποτίμηση ότι στον καπιταλισμό η κύρια μέθοδος απόσπασης υπεραξίας γίνεται μέσω της αγοράς και όχι μέσω προνομιακών σχέσεων διαφθοράς. Συγχρόνως πάντα η διαφθορά έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό υπόστρωμα που δεν καθορίζεται μόνο από το πολιτικό πεδίο, γεγονός που παρακάμπτει το μανιφέστο. Το δεύτερο αφορά ότι υπάρχει παρελθόν. Όταν ο Τσίπρας στα δυο μεγαλύτερα σκάνδαλα που κληρονόμησε σαν πρωθυπουργός, στο σκάνδαλο Novartis δηλώνει ότι μετάνιωσε που το ανέδειξε, και όταν στην Λίστα Λαγκαρντ παρεμβαίνει για την αθώωση του Μυωνή κατόπιν αιτήματος του Νετανάχιου, δείχνει σημάδια ανοχής στην διαφθορά. Όταν υπολογίσουμε και το παρελθόν του ΠΑΣΟΚ στον τομέα, μάλλον δεν θα προκύψει μια συμπαράταξη κατά της διαφθοράς.

Ένα πραγματικό μανιφέστο που θα ήθελε να προσδιορίσει την Αριστερά της νέας εποχής, θα ξεκινούσε επισημαίνοντας τις βαθύτερες αλλαγές του κόσμου που ζούμε και θα αποτιμούσε τα προβλήματα και τις ελλείψεις της Αριστεράς. Θα προσπαθούσε να προβληματιστεί γιατί έχει χάσει τις εκπροσωπήσεις που είχε παλαιότερα σε λαϊκά στρώματα. Θα προβληματιζόταν για το ρόλο του κόμματος στην νέα εποχή, αν και το γεγονός ότι στην συγγραφή του μανιφέστου απουσιάζει η συμβολή των μελών και αντικαθίστανται από «επιτροπές σοφών» περί τον αρχηγό, δείχνει πολλά. Θα έκανε μια στοιχειώδη αποτίμηση του παρελθόντος στο οποίο μάλιστα ήταν κυβέρνηση, και δεν θα επέλεγε να παρουσιαστεί σαν την Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων, θεωρώντας ότι απευθύνεται σε Χώρα Λωτοφάγων. Αυτές όμως είναι περιττές συζητήσεις όταν το μανιφέστο αφορά μια εκλογική κίνηση για να ξαναμπεί ο αρχηγός στο πολιτικό παιγνίδι. Προφανώς πρόκειται για «ασκήσεις πολιτικής ισορροπίας» και όχι για δήθεν σύγκλιση ιστορικών ρευμάτων. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι κάτι διαφορετικό όταν οι διαχωριστικές γραμμές της ιδίας της σοσιαλδημοκρατίας με την δεξιά έχουν γίνει δυσδιάκριτες. Όμως δεν χρειάζεται να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στις διακηρύξεις, όταν ο Τσίπρας έχει αποδείξει εμπράκτως ότι ακόμη και τα λόγια του απέχουν από τις πράξεις….

Ο Γ. Παυλόπουλος είναι οικονομολόγος, π. εργαζόμενος στον τραπεζικό τομέα

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ