Οι μεταπτώσεις της μισθωτής εργασίας, του Σαράντου Φράγκου

 

Η ιστορία της εργασίας, το οδοιπορικό του μεροκάματου στο διάβα των τελευταίων πέντε δεκαετιών αποτελούν μια σημαδιακή ιστορία του καιρού μας. Για όσους θέλουν να δουν κατάματα και χωρίς υπεκφυγές τις δυσκολίες και τις συμπληγάδες που διαβαίνει το εργατικό κίνημα για να βγει στο ξέφωτο.

Ένα κίνημα ισχυρό που το διεκδικητικό του μέτωπο θα εξασφαλίζει όχι μόνο δουλειά για όλους, δουλειά με δικαιώματα αλλά και ποιότητα ζωής. Ένα κίνημα που δεν αρκείται στη συντεχνία, στις ανάσες ανακούφισης αλλά δρα με ορίζοντα το μέλλον, το μέλλον της εργατικής επαναστατικής ολοκλήρωσης.

Η ιστορία του μεροκάματου των τελευταίων 40 με 45 χρόνων είναι μια ιστορία με πολλές διακυμάνσεις και με πολλά στάδια, ειδικά των εργαζομένων στη βιομηχανική παραγωγή είτε σαν εργατοτεχνίτες είτε σαν υπάλληλοι.

Στη δεκαετία του ’70 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 κυρίαρχη ήταν η άποψη πως το βιομηχανικό προλεταριάτο αποτελούσε την «καρδιά» της εργατικής τάξης. Μια άποψη ορθή που αφετηρία έχει τη μαρξιστική ανάλυση που εγκαθιστά τον βιομηχανικό εργάτη και τη σχέση του με τα μέσα παραγωγής στον πυρήνα της χειραφέτησης. Και εκείνη την «καρδιά» εκείνη τη δεκαετία την αποτελούσαν πάνω από 400.000 ψυχές.

Στη συνέχεια όμως και μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΕ ενέσκηψε η αποβιομηχανοποίηση, οι προβληματικές ΔΕΚΟ και τα λουκέτα σε παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως π.χ. στην κλωστοϋφαντουργία, στην ένδυση και υπόδηση, στο δέρμα, στη μεταλλουργία, στα τρόφιμα και ποτά, στο έπιπλο και στα είδη σπιτιού και σε πολλούς άλλους.

Και θα πρέπει να αναφερθεί πως μέχρι τα λουκέτα και τις απολύσεις το ποσοστό της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας στο ΑΕΠ της χώρας έφτανε και ξεπερνούσε το 20%, ενώ σήμερα το αντίστοιχο έχει κατρακυλήσει στο 10% που περιλαμβάνει και τις μονάδες ενέργειας κάτι που δεν ίσχυε τότε.

Μέσα στη δεκαετία του ’80 χάθηκαν περίπου 160.000 θέσεις εργασίας ενώ κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2008 με 2015 χάθηκαν άλλες τόσες. Θέσεις εργασίας αποκλειστικά από τον δευτερογενή τομέα.

Τι συνέπειες είχε αυτή η λαίλαπα στο σώμα και στην ψυχή της εργατικής τάξης; Άμβλυνε μήπως το ταξικό κριτήριο, μεγέθυνε το μικροαστισμό; Γιατί οι όσοι τυχεροί απασχολούνται έκτοτε κυρίως σε υπηρεσίες (τουρισμό, μεταφορές, εμπόριο, τηλεπικοινωνίες, κοινωνικά δίκτυα, δουλειές του ποδαριού) και πάει λέγοντας.

Μια σύγκριση ανάμεσα στο μεροκάματο του 1980 και στο σημερινό, που ξεκινά από τα απλά μεγέθη που καθορίζουν τη ζωή του μισθωτού είναι ενδεικτική της μεγάλης διαφοροποίησης που έχει υποστεί ο εργαζόμενος τα τελευταία 40 με 45 χρόνια.

Ο βιομηχανικός εργάτης του 1980 απολάμβανε περισσότερη ασφάλεια και σεβασμό, παρ’ ότι δεν διέθετε τα εξειδικευμένα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο σημερινός συνάδελφός του, ο σημερινός εργάτης που καμιά προστασία κανείς δεν του εγγυάται.

Τότε έβρισκες μεροκάματο στη φάμπρικα κι αν δήλωνες και «δικό τους» παιδί καπάρωνες μια θέση στο δημόσιο ή στις ΔΕΚΟ. Τότε δούλευες πιο πολύ με τα χέρια και τα πόδια σου κι αν ήσουν υπάλληλος αποκλειστικά με χαρτιά μελάνια και κατάστιχα.

Τότε οι χώροι εργασίας ήσαν ενιαίοι, κάτι που επέβαλε η «εν σειρά παραγωγή» όπως και τα ωράρια εργασίας με τις τρεις συνεχόμενες βάρδιες. Αυτά τροφοδοτούσαν ένα ισχυρό αίσθημα ενότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων, κάτι που εν πολλοίς δεν ισχύει σήμερα με τον κατακερματισμό και τη συρρίκνωση της παραγωγής και τη συνεπαγόμενη απρόσωπη και εξατομικευμένη εργασία.

Σήμερα οι «σίγουρες δουλειές» έχουν καταργηθεί και οι νέοι εργαζόμενοι δουλεύουν χωρίς σταθερό ωράριο και με part time συμβάσεις. Και αυτή η βίαιη κατάργηση της σταθερής δουλειάς συνοδεύεται από την τηλεργασία, το freelancing και τα gig jobs που αποτελούν ανοίκειες μορφές μισθωτής εργασίας. Μορφές εργασίας που υπονομεύουν την ενότητα, τη συλλογικότητα, το ταξικό κριτήριο και εκτρέφουν μικροαστικές ταυτότητες.

Στο freelancing π.χ. δεν είσαι μισθωτός με σύμβαση, αλλά προσφέρεις υπηρεσίες σε πελάτες συγκεκριμένου σκοπού και χρόνου, δηλαδή θεωρείσαι ελεύθερος επαγγελματίας με μπλοκάκι κι ας είσαι στην ουσία πωλητής ή εμποροϋπάλληλος στον ίδιο εργοδότη!

Απ’ την άλλη τα gig jobs αποτελούν την αποθέωση της προσωρινής δουλειάς. Η gig economy είναι ένα στυλ εργασίας που αγγίζει πλήθος επαγγελμάτων. Όπως οδηγούς, δικηγόρους, τεχνικούς, καλλιτέχνες κλπ. Ο εργοδότης δηλαδή αναθέτει σε έναν gig μια προσωρινή εργασία της εταιρείας του που τη διεκπεραιώνει έναντι αμοιβής.

Αυτή η gig εργασία απαιτεί ανθεκτικότητα, μαθησιακή ευελιξία και ανεκτικότητα στην αβεβαιότητα. Πρόκειται για εργασία τυποποιημένη περιφερειακή και σύντομης διάρκειας που μέσα της οφείλεις να αποδείξεις τις ικανότητές σου. Μια χοάνη που απορροφά ένα τεράστιο ποσοστό του εργατικού δυναμικού.

Και δεν είναι τυχαίο που στις ΗΠΑ το 88% των επιχειρήσεων απασχολεί gig εργαζόμενους, μια τάση που θεριεύει ανάλογα και στην ΕΕ.

Το 1980 το βασικό μεροκάματο και ο βασικός μισθός κάλυπταν τις βασικές ανάγκες. Και αυτός ο ένας μισθός αρκούσε για να επιβιώσει έστω λιτά μια οικογένεια. Και έχει ενδιαφέρον να ανακαλέσουμε στη μνήμη το σχετικό χαμηλό κόστος των τροφίμων, της ενέργειας, των ενοικίων, των μεταφορικών εκείνης της περιόδου.

Σήμερα 45 χρόνια μετά το βασικό μεροκάματο και μισθός κάνουν πλήρως απαγορευμένη την ανεξάρτητη διαβίωση. Το κόστος ζωής είναι δυσθεώρητο γεγονός που αναγκάζει τους νέους να μην κάνουν οικογένεια και να συνεχίζουν να ζουν με τους γονείς τους και μετά τα 30+ χρόνια τους.

Το 1980 μια ειδικότητα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή, ενώ σήμερα ο εργαζόμενος οφείλει συνεχώς να εκπαιδεύεται, να επανακαταρτίζεται, ανά πάσα στιγμή να ‘ναι έτοιμος ν’ αλλάξει ειδικότητα και επάγγελμα.

Η δια βίου μάθηση καθίσταται αναγκαστική καθώς οι δεξιότητες ξεπερνιούνται κάθε 4 με 5 χρόνια.

Το 1980 δεν υπήρχαν τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης», τα κινητά, τα laptop, τα tablet. Η δουλειά γινόταν δια ζώσης με χειροκίνητα εργαλεία με χαρτιά και πλάνα που είχαν αρχή μέση και τέλος. Και οι εργατοϋπάλληλοι παρά την κούραση είχαν την ευκαιρία να επικοινωνούν μεταξύ τους. Ήταν μια οικογένεια μια τάξη καμωμένη από τα ίδια υλικά.

Σήμερα η εργασία, ακόμα και η χειρονακτική έχει σχεδόν ψηφιοποιηθεί. Οι εργαζόμενοι μπορεί τεχνολογικά να είναι πιο αυτόνομοι αλλά είναι απελπιστικά αποκομμένοι μεταξύ τους.

Ο σημερινός εργαζόμενος φορτωμένος επιπλέον με συστήματα παρακολούθησης και συνεχούς αξιολόγησης ολοένα και αποξενώνεται από το προϊόν της εργασίας του.

Πριν από 45 χρόνια με συνδικάτα πιο μαζικά και παρ’ ότι κυριαρχούσε και ο εργοδοτικός και ο κυβερνητικός συνδικαλισμός οι απεργίες είχαν αποτέλεσμα. Οι εργαζόμενοι βασικά δικαιώματα μπορούσαν να τα αποσπάσουν. Και μερικοί εργοδότεςφοβούμενοι τη δημόσια διαπόμπευση τελικά υποχωρούσαν και παραχωρούσαν.

Σήμερα η εργοδοτική αυθαιρεσία είναι κανόνας και οι εργατοϋπάλληλοι ολοένα και περισσότερο δυσκολεύονται να οργανωθούν. Ακόμα και τα ελάχιστα δικαιώματά τους παρακάμπτονται ειδικά στους ελαστικά απασχολούμενους.

Το 1980 η εργασία εξασφάλιζε σχετική ασφάλεια προοπτική οικογένεια. Και η κοινωνική αναγνώριση ήταν εξασφαλισμένη σε ένα και μόνο πτυχίο.

Σήμερα η εργασία για τους νέους, αυτό το απαράγραπτο βασικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου, έχει καταντήσει βραχνάς ένα λιγοστό λάδι στο τρεμόσβηστο καντήλι της επιβίωσης. Η δουλειά δεν τους προσφέρει νόημα και ολοκλήρωση. Έτσι ζουν αποξενωμένοι αναζητώντας εναλλακτικά νοήματα και κίβδηλες μορφές επικοινωνίας.

Και κοντά σ’ αυτά και το burnout που εξαπλώνεται σαν πανδημία. Το σύνδρομο δηλαδή της επαγγελματικής εξουθένωσης, αυτή η επαγγελματική αρρώστια που παλιά χτυπούσε μονάχα κάποια ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων. Αλλά που σήμερα πλήττει όλο και πιο βαριά τους νέους εργαζόμενους.

Αυτή η επαγγελματική εξουθένωση που στερεί την αναγκαία ισορροπία από τη ζωή των εργαζομένων. Αφού το σύστημα διεύθυνσης της εργασίας απαιτεί την ολοκληρωτική επικέντρωση στο εργασιακό αντικείμενο εισβάλοντας στον ελεύθερο χρόνο που τον καταβροχθίζει.

Αποτέλεσμα το χρόνιο στρες και το διαρκές αίσθημα κόπωσης και εξάντλησης. Παράγωγά του το άγχος και η κατάθλιψη, οι προβληματικές σχέσεις, η στέρηση του εργαζόμενου από κοινωνική ζωή. Ένα σύμπτωμα που καταλήγει σε μόνιμο ψυχοσωματικό τραύμα.

Σήμερα η κουλτούρα η εργοδοτική προπαγανδίζει πως η εργασία διαθέτει πιο «εξελιγμένες» μορφές που προσφέρουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Ωστόσο αυτή η «εξελιγμένη» μορφή που απαιτεί από τον εργαζόμενο τη μέγιστη απόδοση, του αφαιρεί κάθε εργασιακή ασφάλεια και προστασία. Και πολλές φορές την ίδια του την προσωπικότητα.

Το σημερινό εργασιακό τοπίο έχει καταντήσει για το νέο της δουλειάς λαβύρινθος, με το Μινώταυρο να τρώει και τον αναγκαίο χρόνο του, την ίδια του τη σάρκα.

Και το βιομηχανικό προλεταριάτο από «βασιλιάς» της εργατικής τάξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε παρίας. Όχι μόνο γιατί έχει μειωθεί δραματικά, αλλά κυρίως γιατί έχει μεταλλαχτεί η σχέση του με τα μέσα παραγωγής η αρχειακή πρώτη ύλη που το έπλασε.

Εκείνη η πρώτη ύλη που μετατρεπόταν σε τελικό προϊόν πάνω στα μηχανήματα παραγωγής, πάνω στους ταινιόδρομους και στα συστήματα συσκευασίας. Σε όλα εκείνα που αποτελούσαν το εταιρικό προφίλ, που έφεραν ανεξίτηλα πάνω τους την παραγωγική επέμβαση του εργάτη του τεχνίτη και του υπάλληλου, που ήταν ο γάμος ανάμεσα στα μέσα παραγωγής και της συνειδητής ανθρώπινης εργασίας.

Γιατί όσες υπηρεσίες κι αν φτιαχτούν, όσοι «τουριστικοί παράδεισοι» κι αν αλώσουν τα νησιά, όσα καινούργια επαγγέλματα κι αν εμφανιστούν, όπως data analyst, social media manager, τεχνικοί ΑΙ, κι ένα κάρο ακόμα, όσες δουλειές του ποδαριού κι αν διασκεδάζουν το δικαίωμα στην εργασία, η υποστολή και η συρρίκνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου θα παραμένει μια βαριά σκιά.

Μια σκιά που για να ξεπεραστεί απαιτεί δουλειά μυρμηγκιού υπομονή και επιμονή, διάλογο και αποδοχή για όλους εκείνους τους σημερινούς «σκλάβους» που ζουν για να δουλεύουν και όχι να δουλεύουν για να ζουν. Έτσι όπως επιβάλει ο πολιτισμός της εργασίας και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Στα εργοστάσια που έκλεισαν στο παρελθόν η ζωή μετατρεπόταν σε παραγωγή και οι μηχανές ήσαν οι «μήτρες» της εργατικής συνείδησης κι ας έμοιαζαν φορές με αλυσίδες.

Σήμερα οι εργατικές αλυσίδες έχουν χρώμα χρυσαφί ηδονικά φτιασιδωμένες έτοιμες για αγοραπωλησία. Και σιδερένια μαντήλια σφαλούν όλο και πιο πολύ τα μάτια των περιπλανώμενων πια εργατών για να λογιάζουν για φως το σκοτάδι όπως οι τυφλίνακες.

Σήμερα σάρκες και κανόνια γίνονται ένα και οι οπλουργοί μόνο με κόκκαλα και αίμα δειπνούν. Και αυτά τα δείπνα αξίζει να χαλαστούν από τους ίδιους τους εργάτες που ποτέ δεν αξιώθηκαν άνεση και σχόλη.

Απ’ αυτούς τους ίδιους που γίνονται πλαστουργοί με τη λυτρωτική τους θέληση.

«Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω

…για των ψαράδων τον ωκεανό,

για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,

και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,

τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ…»

Πάμπλο Νερούντα

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ