Ο Τραμπ θυμήθηκε το Βιετνάμ. Ας το θυμηθούμε κι εμείς (30/4/1975)…, του Διονύση Ελευθεράτου

Στα παιχνίδια που ενίοτε παίζει η ιστορία με το ημερολόγιο, ξεχωριστή θέση κατέχει η 30η Απριλίου. Δύο φορές στον 20ο αιώνα η ημέρα αυτή επισημοποίησε την καταρράκωση δυνάμεων που, λίγα χρόνια νωρίτερα, φάνταζαν ανίκητες. Δυο ιστορικά ορόσημα, με το προαναφερθέν κοινό στοιχείο και με απόσταση ακριβώς μιας τριακονταετίας μεταξύ τους.

Ήταν 30 Απριλίου του 1945 (ημέρα Δευτέρα), όταν αυτοκτόνησε ο Αδόλφος Χίτλερ στο καταφύγιό του, στο Βερολίνο. Λίγες ώρες αργότερα, περίπου στις 9.50 το βράδυ, η σοβιετική σημαία στηνόταν στο Ράιχσταγκ, «διαλαλώντας» τη συντριβή του ναζιστικού τέρατος.

Ήταν 30 Απριλίου 1975 (ημέρα Τετάρτη), όταν τερματιζόταν και τυπικά στο Βιετνάμ ο πόλεμος που ουσιαστικά είχε κριθεί τουλάχιστον δυο χρόνια νωρίτερα. Στις οκτώ το πρωί της 30ης Απριλίου 1975 εγκατέλειψαν τη Σαϊγκόν, πρωτεύουσα του Νότιου Βιετνάμ, οι εκατό τελευταίοι Αμερικανοί. Από τα ξημερώματα της προηγούμενης ημέρας (29ης Απριλίου), εφαρμοζόταν η εντολή του προέδρου των ΗΠΑ, Τζέραλντ Φορντ: Με μια «αερογέφυρα» 81 ελικοπτέρων, σταδιακά έφευγαν από την πρωτεύουσα του Νότιου Βιετνάμ περίπου 1.500 Αμερικανοί αξιωματούχοι και 6.000 γηγενείς, στελέχη του λαομίσητου καθεστώτος Θιέου, το οποίο είχε «σαπίσει» πολύ πριν καταφθάσει (και) η στρατιωτική ήττα. Η δική του και των Αμερικανών «προστατών» του. Το απόγευμα της 30ης Απριλίου οι αντάρτες Βιετκόνγκ εισέρχονταν θριαμβευτές στη Σαϊγκόν. Αν στη δεκαετία του 1950 το Βιετνάμ αποδείχθηκε πολύ σκληρό για τα δόντια της γαλλικής αποικιοκρατίας, στο τέλος Απριλίου του 1975 ήλθε – και επισήμως – η ώρα να απομυθοποιηθεί και η αμερικανική υπερδύναμη.

Εντονότερα και από το ανέμισμα της σημαίας των Βιετκόνγκ στο προεδρικό μέγαρο της Σαϊγκόν, στη συλλογική μνήμη έχουν καταγραφεί ως απόλυτοι συμβολισμοί της αμερικανικής ταπείνωσης οι σκηνές της άτακτης φυγής των πανικόβλητων. Το γεγονός ότι επί 24 ώρες λειτούργησαν ως κατά συνθήκη «ελικοδρόμια», τόσο η ταράτσα του κτηρίου της πρεσβείας των ΗΠΑ, όσο και ένα πάρκινγκ  στον περίβολο. Ειρήσθω εν παρόδω, ένας από τους πρώτους που λάκισαν ήταν ο Νοτιοβιετναμέζος αντιπτέραρχος Νγκουγιέν Κάο Σι, ο οποίος λίγες ημέρες νωρίτερα χλεύαζε περιφρονητικά τους «δειλούς που φεύγουν με τους Αμερικανούς».

Η σημειολογία των ελικοπτέρων αποδείχθηκε διαχρονική. Στις 20 Δεκέμβριο του 2001, ο τότε πρόεδρος της Αργεντινής Φερνάντο ντε λα Ρούα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει την κοινωνική εξέγερση που συγκλόνιζε τη χώρα, παραιτήθηκε και εγκατέλειψε το προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο. Τότε, το σχόλιο προσέλαβε οικουμενικές διαστάσεις: «Έφυγε όπως οι Αμερικανοί από το Βιετνάμ, το 1975»…

«Εγώ θα είχα νικήσει και γρήγορα…»   

Ας κάνουμε, όμως, ένα άλμα από τον Απρίλιο του 1975 στον Απρίλιο του 2026. Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή τον πόλεμο κατά του Ιράν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θυμήθηκε εκείνον του Βιετνάμ, όπως επίσης και άλλες ένοπλες συρράξεις στις οποίες έχει εμπλακεί η χώρα του. Μιλώντας  τηλεφωνικά στην εκπομπή «Squawk Box» του CNBC, ο Τραμπ είπε ότι ο ίδιος θα είχε κερδίσει «πολύ γρήγορα» στο Βιετνάμ, αν ήταν τότε πρόεδρος. Αδιευκρίνιστο μένει το «τότε», καθώς η άμεση στρατιωτική αμερικανική ανάμειξη στο Βιετνάμ ξεπέρασε τη δεκαετία.

Αλλά, πάλι, τι σημασία έχει αυτό; Όποτε κι αν γινόταν πρόεδρος, είτε το 1964 είτε το 1974, θα θριάμβευε σε χρόνο ρεκόρ ο άνθρωπος που στις ημέρες μας ψάχνει εναγωνίως τρόπο να ξεφύγει από τα αδιέξοδα της αμερικανο- ισραηλινής επιδρομής κατά του Ιράν. «Ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγεια», διατείνεται και το ημέτερο γνωμικό. Οι Αμερικανοί έχουν άλλα σχετικά ρητά. Από το «build castles in the air» (χτίσιμο κάστρων στον αέρα), ως αυτό που λένε οι Τεξανοί: «All hat and no cattle». Για όσους επιδεικνύουν τα συνηθισμένα – και δημοφιλή – στο αμερικανικό Νότο καπέλα, αλλά δεν έχουν κοπάδια ζώων.

Ο Τραμπ ως γνωστόν πάντοτε… νικά κι αν η πραγματικότητα άλλα δείχνει, τόσο το χειρότερο για εκείνη. Στο Βιετνάμ, μάλιστα, ο Τραμπ θα εξασφάλιζε και «γρήγορη νίκη», κάτι που ούτε ο Τσακ Νόρις στον κινηματογράφο είχε κατορθώσει. Για να πάρει ολοκληρωμένη εκδίκηση από τους «κιτρινιάρηδες» κομμουνιστές ο Νόρις χρειάστηκε δυο κινηματογραφικές «αποστολές», το 1984 και το 1985. Δέκα χρόνια νωρίτερα, ο Ντόναλντ δεν θα είχε τόση υπομονή. Στο «fast forward» θα θαύμαζε η ανθρωπότητα τα κλέη του…

Μια άσκηση πολιτικής φαντασίας (όχι… αχαλίνωτης)   

Μπορούμε πάντως να φανταστούμε τον Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ την εποχή του Φορντ, με αντιπρόεδρο τον Τζέι Ντι Βανς. Και να σκεφθούμε, με γνώμονα τη σημερινή συμπεριφορά του άνακτα «που πάντα νικά», πώς θα χειριζόταν την έλευση του κακού και τι θα συζητούσε με τον αντιπρόεδρό του – τον Απρίλιο του ’75. Διαδίκτυο δεν υπήρχε τότε, άρα δεν νοούνταν απανωτές (και εν πολλοίς αντιφατικές) αναρτήσεις, όπως σήμερα. ΄

Τραμπ: Τζέι, σου άρεσε η δήλωσή μου ότι θα στείλω το Βόρειο Βιετνάμ στη λίθινη εποχή, αν δεν σταματήσουν οι Βιετκόνγκ την προέλασή τους; Δεν θα παραλύσουν από το φόβο τους, εκεί στην πρωτεύουσά τους; Αλήθεια, πώς είπαμε ότι τη λένε.

Βανς: Ανόι, πρόεδρε… Αλλά δεν βλέπω πολύ πιθανό να φοβηθούν. Συνολικά σε Βιετνάμ, Καμπότζη και Λάος έχουμε ρίξει υπερτριπλάσιες βόμβες απ’ όσες έπεσαν σε ολόκληρο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε ρίξει 400.000 τόνους ναπάλμ. Στο Βιετνάμ έχουν φάει κατακέφαλα και πολλές δεκάδες χιλιάδες τόνους χημικών που καταστρέφουν φυτά. Κόλαση το κάναμε, αλλά αυτοί κερδίζουν. Ίσως θα ήταν καλύτερο να πεις, γενικά, ότι η ήττα οφείλεται σε κακές επιλογές των προηγούμενων Αμερικανών προέδρων που διαμόρφωσαν μια τελεσίδικη κατάσταση.

Τραμπ: Ποτέ δεν παραδέχομαι ήττα Τζέι, πόσες φορές θα στο πω; Λοιπόν, τον περασμένο Ιανουάριο το Κογκρέσο δέχθηκε την πρότασή μου (Σ. Σ όντως, αλλά ήταν εισήγηση του προέδρου Φορντ) να δώσουμε στρατιωτική βοήθεια 300 εκατομμυρίων δολαρίων στο Νότιο Βιετνάμ. Αν ζητήσω τώρα να δώσουμε τα διπλάσια και παραπάνω, θα το αρνηθούν;

Βανς: Σίγουρα θα αρνηθούν. Επί 15 χρόνια το Νότιο Βιετνάμ έχει απορροφήσει, μόνο του, το 28,4% της συνολικής αμερικανικής βοήθειας σε ξένες χώρες. Δεν πρόκειται το Κογκρέσο να συμφωνήσει να συνεχίσουμε τα ίδια και μάλιστα για μια χαμένη υπόθεση. Όσα λεφτά και να δώσουμε, η κατάσταση δεν αντιστρέφεται.

Τραμπ: Τότε να παρακάμψω το Κογκρέσο…

Βανς: Θα ήταν λάθος να γίνει αυτό δημοσίως. Άλλο οι μυστικές αποστολές, άλλο οι επίσημες επιλογές. Το κλίμα στην κοινωνία μας δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Μην ξεχνάμε πως όταν στέλνουμε στρατιώτες να πολεμήσουν σε άλλες χώρες – και στο Βιετνάμ έχουν σκοτωθεί περίπου 58.000 – λέμε ότι το κάνουμε για χάρη της δημοκρατίας. Και την ίδια στιγμή θα παρακάμψουμε το Κογκρέσο και μάλιστα χωρίς ουσιαστική ελπίδα να σώσουμε το καθεστώς μας, στο Νότιο Βιετνάμ; Δεν λέω, μακάρι κάποτε να προοδεύσουμε τόσο, ώστε να αγνοούμε κάθε μπάσταρδο που διαφωνεί μ’ εμάς. Σε πενήντα χρόνια, ποιος ξέρει, μπορεί να γίνεται. Τώρα όμως βλέπω παρακινδυνευμένο.

Η αναγνώριση μιας «μεγαλοφυούς» σκέψης…

Τραμπ (σε αυστηρό τόνο): Σε βλέπω αρκετά ηττοπαθή, για να μην πω και λίγο επηρεασμένο από αυτά τα αποβράσματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πες μου ότι κάνω λάθος…

Βανς: Πρόεδρε, ας είμαστε ρεαλιστές. Η κατάσταση στο Βιετνάμ δεν σώζεται. Και να σου υπενθυμίσω κάτι που έγινε πριν από πέντε χρόνια. Θυμάσαι, αρχές Μαϊου του 1970, που ο Νίξον έστειλε την Εθνοφυλακή στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, στο Οχάιο, για να διαλύσει μια αντιπολεμική φοιτητική συγκέντρωση; Θυμάσαι που σκοτώθηκαν δυο φοιτητές και δυο φοιτήτριες; Κανένα από τα τέσσερα αυτά άτομα δεν ανήκε στη ριζοσπαστική Αριστερά. Και το μοναδικό που ήταν πολιτικά ενταγμένο, ο Τζέφρι Μίλερ, υποστήριζε εμάς. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Αυτό ήταν το κλίμα, τότε. Σκέψου λοιπόν τώρα, που τα πάντα έχουν κριθεί.

Τραμπ: Και τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνω;

Βανς: Να ρίξεις τα βάρη στους προηγούμενους. Και να στείλουμε ελικόπτερα να φέρουν τους δικούς μας από εκείνο το καταραμένο μέρος.

Τραμπ: ΟΚ, θα το κάνω. Αλλά θα δηλώσω μερικά πράγματα. Πρώτον, ότι το έθνος ήταν άτυχο που δεν με είχε πρόεδρο από τη δεκαετία του 1960. Δεύτερον, ότι η ολική αποχώρησή μας από το Βιετνάμ γίνεται έπειτα από ένα καλό μάθημα διαρκείας που η μεγάλη χώρα μας έδωσε στα κομμούνια, καθώς επί πολλά χρόνια απετράπη η είσοδός τους στη Σαϊγκόν. Τρίτον, ότι θα ανοίξουν και πάλι οι πύλες της κόλασης αν μας προκαλέσουν. Τους δίνουμε απλώς μια ευκαιρία. Καλά ως εδώ;

Βανς: Μια χαρά, πρόεδρε… Μπορεί το πρώτο με το δεύτερο να έρχονται σε κάποια, μικρή, αντίφαση, αλλά σε τελική ανάλυση τα πράγματα  δεν είναι «άσπρο – μαύρο».

Τραμπ: Τα πράγματα είναι πάντα όπως τα λέω εγώ, Τζέι. Αλλά σκέφτομαι κάτι ακόμη. Θα δηλώσω ότι η μελλοντική μας στάση απέναντι στο Βιετνάμ θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο θα ανταποκριθούν στις οικονομικές μας αξιώσεις. Θα ζητήσω συνεκμετάλλευση του 65% των ορυζώνων τους και του 45% των φυτειών καφέ. Θα απαιτήσω και καλές συνθήκες για τουριστικό real estate, με δικές μας εταιρείες, σε περιοχές όπου από τον πόλεμο δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο.

Βανς: Πρόεδρε, δεν υπάρχει περίπτωση να συζητήσουν κάτι τέτοιο στο Ανόι… Αφού νίκησαν…

Τραμπ: Και ποιος σου είπε, ανόητε, ότι εγώ θα ζητήσω στ’ αλήθεια από τους Βιετναμέζους αυτά τα πράγματα; Θα πω απλώς στον αμερικανικό λαό ότι διαπραγματεύομαι με τα κομμούνια ένα οικονομικό deal, που θα μας επιτρέψει να αποσβέσουμε ταχύτερα και το κόστος του πολέμου. Αν το διαψεύσουν τα κομμούνια, ο Λευκός Οίκος θα δηλώσει ότι ντρέπονται να παραδεχθούν τις συνεχιζόμενες συνομιλίες μας, για να μην φανεί ότι η νίκη τους ήταν λειψή και υπό αίρεση.

Βανς: Πρόεδρε, είσαι μεγαλοφυής!

Τραμπ (με χαμόγελο ικανοποίησης): Πρόσεχέ με για να μαθαίνεις, Τζέιμς. Στην τέχνη της πολιτικής και της επικοινωνίας είμαι μισό αιώνα μπροστά…

Επιστροφή στην πραγματικότητα: Η τελική ευθεία προς την παράδοση

Αφήνουμε τον Τραμπ και επιστρέφουμε στα πραγματικά συμβάντα του 1975. Στις 21 Απριλίου παραιτήθηκε ο Νγκουγιέν Βαν Θιέου, πρόεδρος του Ν. Βιετνάμ από το 1967. Πέντε ημέρες αργότερα κατέφυγε στην Ταϊβάν. Ανακοινώνοντας την παραίτησή του, ο Θιέου διατύπωσε μια διπλή κατηγορία σε βάρος του τέως προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον. Η πρώτη ήταν ότι ο Νίξον τον είχε παρασύρει «δολίως» στις ειρηνευτικές διαδικασίες του Παρισιού που απέληξαν στις συμφωνίες της 29ης Ιανουαρίου 1973, με τις οποίες τερματιζόταν η άμεση μαζική στρατιωτική ανάμειξη των ΗΠΑ (παρέμεναν όμως χιλιάδες Αμερικανοί «σύμβουλοι»). Η δεύτερη μομφή του Θιέου ήταν πως ο Νίξον αθέτησε μια προφορική υπόσχεση, την οποία του είχε δώσει: Πως αν οι Βιετκόνγκ βρίσκονταν «προ των πυλών» της Σαϊγκόν, τότε οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παρενέβαιναν εκ νέου, ενεργά, ώστε να διασώσουν το καθεστώς του και την αμερικανική «τιμή».

Τον Θιέου διαδέχθηκε ο έως τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του, Τραν Βαν Χουόνγκ, ο οποίος στην επίσημη ομιλία του ανέφερε ότι η κυβέρνησή του θα πολεμούσε «μέχρις εσχάτων». Λόγια του αέρα… Ο κυβερνητικός στρατός είχε προ πολλού αποσυντεθεί. Λιποταξίες και αυτομολήσεις ήταν φαινόμενο καθημερινό. Ελάχιστοι ένοπλοι ήταν διατεθειμένοι να πολεμήσουν. Σε πολλές περιπτώσεις πουλούσαν οπλισμό στους Βιετκόνγκ. Σε άλλες, προσλάμβανε αδιανόητες διαστάσεις η κυριαρχία της… εμπορικής ιδιοτέλειας σε βάρος του «καθήκοντος», στις τάξεις του νοτιοβιετναμέζικου στρατού: Πιλότοι ελικοπτέρων απαιτούσαν… ναύλα από τραυματισμένους στρατιώτες, για να τους μεταφέρουν!

Στις 8 Απριλίου 1975, δηλαδή σχεδόν δύο εβδομάδες προτού παραιτηθεί ο Θιέου, αεροπλάνο της «δικής του» αεροπορίας βομβάρδισε το προεδρικό μέγαρο της Σαϊγκόν. Ο πιλότος κατόπιν κατέφυγε σε περιοχή, την οποία ήλεγχαν οι κομμουνιστές. Σε ραδιοφωνική συνέντευξή του ανέφερε ότι αποφάσισε να το κάνει αυτό, διότι δεν ανεχόταν πλέον να υπηρετεί «μια διεφθαρμένη και επικίνδυνη κλίκα».

Αυτή ήταν η κατάσταση στο στρατό του Νότιου Βιετνάμ. Κι οι Βιετκόνγκ προέλαυναν ακάθεκτοι. Αρκεί να αναφερθεί ότι σε τρεις μόλις εβδομάδες, τον Μάρτιο του ’75, έθεσαν υπό τον έλεγχό τους 43 επαρχίες του Νότιου Βιετνάμ – από μία, την οποία κατείχαν, έφθασαν τις σαράντα τέσσερις. Γινόταν ολοένα και πιο αισθητή η γύμνια του καθεστώτος και η ισχνότατη – έως μηδαμινή – λαϊκή στήριξη προς αυτό. Κάτι απολύτως φυσιολογικό για μια «τάξη πραγμάτων» που τη βάραιναν δεκαετίες δουλικής υποταγής σε αποικιοκρατικές δυνάμεις (πρώτα στους Γάλλους, κατόπιν – έστω και με άλλον «μανδύα»-  στις ΗΠΑ), ατέρμονα οικονομικά σκάνδαλα και ξετσίπωτη οικογενειοκρατία. Κάπως έτσι, παραιτήθηκε κι ο Χουόνγκ και στις 28 Απριλίου 1975 ανέλαβε καθήκοντα προέδρου  ο στρατηγός Ντουόνγκ Βαν Μινχ, ο οποίος δυο ημέρες αργότερα υπέγραψε την παράδοση της Σαϊγκόν.

«Υστερούν σε όγκο στρατευμάτων και οπλισμό, αλλά…» 

Πολλούς εξέπληξε η έκβαση του πολέμου. Σίγουρα όμως όχι τον Ρεπουμπλικάνο βουλευτή Πολ Μακ Κλόσκι, ο οποίος στα τέλη Φεβρουαρίου του 1975 επισκέφθηκε το Νότιο Βιετνάμ και συνέταξε έκθεση προς τον πρόεδρο Φορντ: «Οι Βόρειοι εξακολουθούν να καταλαμβάνουν εδάφη, μολονότι υπολείπονται των Νοτίων ως προς τον όγκο των στρατευμάτων και του οπλισμού. Υπερτερούν εντυπωσιακά ως προς την επιθετικότητα, τη θέληση και την αίσθηση του σκοπού».

Δεν ήταν απλώς μεγάλη εκείνη η διαφορά στα μεγέθη του ανθρώπινου δυναμικού και του εξοπλισμού. Ήταν συντριπτική. Όταν ο Μακ Κλόσκι έγραφε την έκθεσή του, οι Βόρειοι πολεμούσαν με 150.000 στρατιώτες, 100.000 βοηθητικούς και 100.000 αντάρτες. Οι Νότιοι διέθεταν 465.000 στρατιώτες και περίπου δύο εκατομμύρια ενόπλους, σε παραστρατιωτικά σώματα. Δηλαδή η αναλογία σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν 1 προς 7, ενώ στην ποσότητα διαθέσιμων όπλων ήταν 1 προς δέκα τρία. Αλλά τελικά την αναμέτρηση την καθόρισαν «η θέληση και η αίσθηση του σκοπού», όπως έγραψε κι ο Μακ Κλόσκι.

 Συμπεράσματα που επιβεβαιώθηκαν και κατόπιν   

Έπονται μερικές διαπιστώσεις, ως προς τον πόλεμο εκείνον. Διαπιστώσεις και συμπεράσματα, ανάλογα των οποίων έμελλε να αντληθούν και σε επόμενα χρόνια και δεκαετίες.

Πρώτον: Η στρατιωτική υπεροπλία δεν εγγυάται νίκες, παντού και πάντα. Στο ίδιο το Βιετνάμ, πριν από την αμερικανική πολιτική ελίτ αυτό το είχε διαπιστώσει με οδυνηρό τρόπο και η γαλλική. Στη συνέχεια οι ΗΠΑ (και όχι μόνον αυτές) το διαπίστωσαν ξανά, αρκετές φορές (περισσότερα εδώ).

Δεύτερον: Η υποτέλεια προς την Ουάσιγκτον και η προσκόλληση στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της δεν διασφαλίζουν την επιβίωση καθεστώτων που διέπονται από αυτά τα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν αναρίθμητοι που «κάνουν παρέα» στον Θιέου, ως προς αυτό.

Τρίτον: Παραδοσιακή και δοκιμασμένη μέθοδος είναι η επιστράτευση ψεμάτων, προκειμένου να αρχίσουν οι ΗΠΑ έναν πόλεμο ή να αναμειχθούν σε πόλεμο. Για να συμβεί το δεύτερο στο Βιετνάμ, χρειάστηκε μια «κατασκευασμένη» επίθεση Βορειοβιετναμέζων εναντίον δυο αμερικανικών πολεμικών σκαφών, στον Κόλπο του Τονκίν. Η υποτιθέμενη επίθεση (4 Αυγούστου 1964) δεν έγινε ποτέ, Το ψέμα επιβεβαίωσαν και τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα η ίδια η Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, 41 χρόνια αργότερα (το 2005).

Προφανώς δεν είναι συμπτωματική καμία ομοιότητα… Ούτε με τα ανύπαρκτα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Ιράκ το 2003, ούτε με το Ιράν που κάθε τρεις και λίγο «βρίσκεται κοντά στην απόκτηση πυρηνικών όπλων», μολονότι οι αναφορές των ειδικών άλλα λένε (πχ, εκείνες της Διευθύντριας Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τούλσι Γκάμπαρντ, στις 25 Μαρτίου 2025).

Χένρι Κίσινγκερ: Μια ατάκα κι ένα Νόμπελ…

Τέταρτον: Δεν χρειάζεται να είναι κανείς… Τραμπ, για να προσπαθήσει να απαλύνει λεκτικά μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Το έκανε κάποτε – πολύ κομψά, είναι αλήθεια-  ο Χένρι Κίσινγκερ, επιλέγοντας ένα απατηλό εισαγωγικό ρήμα, σε μια κατά τα άλλα ενδιαφέρουσα φράση: «Στο Βιετνάμ ξεχάσαμε ότι οι αντάρτες κερδίζουν όσο δεν χάνουν, ενώ ο τακτικός στρατός χάνει όσο δεν κερδίζει». Όχι, δεν το είχαν ξεχάσει. Το ήξεραν και για αυτό δοκίμασαν να το ακυρώσουν, με κάθε κτηνώδη τρόπο και με αναρίθμητα εγκλήματα. Απέτυχαν και για αυτό ηττήθηκαν. Δεν ηττήθηκαν επειδή… λησμόνησαν ότι έπρεπε να επικρατήσουν. Ηττήθηκαν επειδή δεν κατάφεραν να κάμψουν τους Βιετκόνγκ και τη μαχητικότητα του βιετναμέζικου λαού. Simple as that…

Πέμπτον: Το γεγονός ότι ο Κίσινγκερ έλαβε το 1973 Νόμπελ Ειρήνης (!) για το Βιετνάμ υπενθυμίζει το κατάντημα του συγκεκριμένου θεσμού. Ο «μάγος της διπλωματίας» ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, από το 1969. Με αυτήν του την ιδιότητα, όχι μόνο δεν εισηγήθηκε εγκαίρως την απεμπλοκή των ΗΠΑ από το Βιετνάμ, αλλά νουθέτησε τον Νίξον να επεκτείνει το αιματοκύλισμα  στο Λάος και την Καμπότζη. Κάτι που συνέβη το 1970.

Στο Λάος στάλθηκαν στρατιωτικοί σύμβουλοι και βομβαρδιστικά αεροπλάνα Β- 52, με σκοπό την εξόντωση των αριστερών ανταρτών «Πάθετ Λάο» και την καταστροφή των βάσεων, τις οποίες διέθεταν οι Βιετκόνγκ στο «Μονοπάτι Χο Τσι Μινχ», που συνέδεε το Βόρειο και το Νότιο Βιετνάμ (μέσα από το Λάος). Στην Καμπότζη οργανώθηκε πραξικόπημα δεξιών στρατιωτικών που ανέτρεψε, στις 18 Μαρτίου 1970,  τον ουδετερόφιλο ηγέτη της χώρας, τον πρίγκιπα Νοροντόμ Σιχανούκ. Έξι εβδομάδες αργότερα, ο Νίξον ανήγγειλε την απόφασή του να στείλει αμερικανικό στρατό και στη χώρα εκείνη, για να πολεμήσει «το κακό στη ρίζα του».

Όλα αυτά ήταν «έργο Κίσινγκερ», σε καθοριστικό βαθμό. Ο ίδιος όμως τιμήθηκε με… Νόμπελ Ειρήνης διότι, όταν βεβαιώθηκε πως ο πόλεμος ήταν χαμένος για τις ΗΠΑ, εισηγήθηκε να ακολουθηθεί το μονοπάτι της διπλωματίας που οδήγησε στις συμφωνίες του Ιανουαρίου 1973. Συμφωνίες, μάλιστα, τις οποίες παραβίασαν και οι δύο πλευρές – Ανόι και Σαιγκόν- ως προς το σκέλος της άμεσης κατάπαυσης του πυρός.

Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε αιματοβαμμένους που έλαβαν Νόμπελ Ειρήνης, έκτοτε. Αν κάτι θα φάνταζε μέχρι πρότινος υπερβολικό, ακόμη και με γνώμονα τα κυρίαρχα ήθη, αυτό θα ήταν να λάβει το βραβείο και ένα πρόσωπο που καλούσε τις ΗΠΑ να εισβάλλουν στρατιωτικά στη δική του χώρα. Με τη βράβευση της Ματσάδο (2025), η οποία μάλιστα… δώρισε το Νόμπελ στον Τραμπ, δεν φαίνεται να έχει απομείνει κανένα ταμπού και κανένας φραγμός. Μαζί καλπάζουν ο ζόφος και ο εξευτελισμός.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ