20.8 C
Athens
Πέμπτη, 18 Απριλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κοινωνική δυσαρέσκεια και πολιτική επικράτηση της ΝΔ, του Γιώργου Παυλόπουλου


 

            Όλες οι έρευνες και δημοσκοπήσεις το τελευταίο διάστημα, αποτύπωναν αυξημένα ποσοστά δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση και συγχρόνως την πολιτική υπεροχή της ΝΔ, αν και το τελευταίο  εκφράστηκε σε υπερθετικό βαθμό στις κάλπες. Αυτή η διάσταση συνέτεινε στον αιφνιδιασμό για το τελικό αποτέλεσμα. Από τις δεκάδες έρευνες η αξιολόγηση της κυβέρνησης κυμαινόταν σε αρνητικά ποσοστά. Αντίθετα το αποτέλεσμα των εκλογών μεταφράστηκε στην ενίσχυση της ΝΔ κατά 150.000 ψήφους , την ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ κατά 200.000 και την συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ με απώλεια 600.000 ψήφους η το 1/3 των ψηφοφόρων του. Η ενίσχυση της ΝΔ και των ακροδεξιών κομμάτων δημιουργεί ένα συνολικό αρνητικό συσχετισμό δύναμης  που δεν αναιρείται από την  ενίσχυση του ΚΚΕ κατά 125.000 ψήφους.  Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβέρνηση κερδίζει, γιατί η αξιωματική αντιπολίτευση καταβαραθρώνεται και γιατί οι δυνάμεις της Αριστεράς λίγο μπόρεσαν να εκφράσουν το ρεύμα της δυσαρέσκειας.

            Μια υπαρκτή αλλά βολική εξήγηση είναι ότι η ΝΔ ελέγχει τα ΜΜΕ, αλλοιώνει την πραγματικότητα και διαχειρίζεται την δυσαρέσκεια. Προφανώς και ισχύει αλλά είναι βολική εξήγηση αν ληφθεί υπόψη ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης, πχ διαδίκτυο,  ενώ συγχρόνως υποτιμά τις  πολιτικές ευθύνες των κομμάτων στην ενημέρωση του λαού.  Ας θυμηθούμε ότι την περίοδο 2010-2015 , τα ΜΜΕ ήταν πιο φιλοκυβερνητικά και πιο εχθρικά , αλλά αυτό δεν απέτρεψε την πολιτική καταδίκη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. 

            Μια άλλη ερμηνεία που διακινείται είναι ότι η πλειοψηφία αποδοκιμάζει,  αλλά ένα σημαντικό ποσοστό σε διάφορα θέματα  υποστηρίζει την κυβέρνηση. Αν κοιτάξουμε όμως τις έρευνες στα μόνα θέματα που καταγράφεται επιδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής άνω του 40% είναι τα θέματα «Οικονομία» και τα λεγόμενα «Εθνικά». Συγχρόνως όμως υπήρχαν πολύ αρνητικές απαντήσεις αφενός στα  θέματα Οικονομίας όπως ακρίβεια, αναδιανομή, κλπ, αφετέρου τα Εθνικά  υποβαθμίστηκαν τελευταία από τα ΜΜΕ ενόψει πιθανόν διευθετήσεων κατόπιν «έξωθεν εντολών».

            Τέλος η εξήγηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι αναξιόπιστος, παρότι έχει βάση δεν μπορεί να αποτελέσει την μοναδική αιτιολόγηση . Φυσικά και ο Συριζα πληρώνει την μετάλλαξη του 2015, και λίγοι πιστεύουν ότι θα έκανε όσα εξαγγέλλει εν μέσω καθεστώτος επιτήρησης  από τους Θεσμούς , των στενών δημοσιονομικών πλαισίων της ΕΕ και των μνημονίων που προφανώς και δεσμεύουν ακόμη. Όμως αν συμβαίνουν τα παραπάνω γιατί η Αριστερά δεν αναδεικνύεται στο αντίπαλο δέος; Χρειάζεται μια διαφορετική εξήγηση.

Δυο είναι οι κύριες αιτίες γιατί η ΝΔ δεν χάνει , ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει μια στρατηγική ήττα και η Αριστερά έχει περιορισμένα κέρδη από την πολιτική αναδιάταξη, Η πρώτη αιτία είναι η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της  συντηρητικής ιδεολογίας  μέσω της οποίας η ΝΔ μπορεί να διαχειρίζεται τις αρνητικές συνέπειες των πολιτικών της. Δεύτερον ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει το «κοινωνικό μπλοκ των ηττημένων» της τελευταίας περιόδου, ενώ η ΝΔ διατηρεί το «κοινωνικό μπλοκ των κερδισμένων» και συγχρόνως εκπροσωπεί σημαντικές μερίδες στο «κοινωνικό μπλοκ των ηττημένων». Αυτές οι δυο αιτίες παρουσιάζονται αναλυτικά στις επόμενες παραγράφους,     .

            Το πρώτο που πρέπει να συνειδητοποιηθεί είναι ότι η περίοδος 2010-2019  σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής που μέχρι τότε επηρεαζόταν από το λεγόμενο κλίμα της μεταπολίτευσης, και ανοίγει μια νέα περίοδος στην οποία η ΝΔ απολαμβάνει προσωρινά την πολιτική ηγεμονία.  Η αντίληψη στην ελληνική κοινωνία ότι δεν υπάρχει εναλλακτική που οφείλεται στον ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώνεται στην σταδιακή καταβαράθρωση του και συγχρόνως την άνοδο των 2 κομμάτων που ανέλαβαν από το 2010 να υπερασπίσουν αυτή την «νέα κανονικότητα», δηλαδή την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς μεταβλήθηκε η ατζέντα στο ιδεολογικό επίπεδο είναι ότι ενώ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χρεοκόπησαν την χώρα και τους πολίτες, οι περισσότεροι σήμερα αποδέχονται το αφήγημα ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ με την στάση τους την έσωσαν!

 Το δεύτερο στοιχείο σε συνέχεια των παραπάνω είναι η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην σοσιαλδημοκρατία σε μια εποχή που η τελευταία έχει μπει από καιρό σε κρίση.  Στο οικονομικό πεδίο η σύμφυση νεοκλασικής σχολής και κευνσιανισμού των τελευταίων 20 χρόνων έχει μετασχηματισθεί σε πολιτική γραμμή τόσο στα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας όσο και πρώην αριστερών κομμάτων.  Δεν υπάρχουν οι διαχωριστικές γραμμές που υπήρχαν παλιά.  Η επικυριαρχία της αγοράς είναι κοινός τόπος, την ιδία ώρα που οι λεγόμενοι νεοφιλελεύθεροι δεν έχουν πρόβλημα να χρησιμοποιούν το κράτος για να ενισχύουν τις επιχειρήσεις και οι σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν πρόβλημα με τις ιδιωτικοποιήσεις , τα ΣΔΙΤ και την «αναπτυξιακή» πολιτική μέσω της μείωσης  φόρων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα της παραπάνω τάσης.

Αρκεί να σκεφθούμε το παράδοξο ότι ο αντικρατιστής Μητσοτάκης αύξησε το Δημόσιο Χρέος περισσότερο από κάθε άλλον πολιτικό της μεταπολίτευσης, την ιδία ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαινε να διεκδικήσει ότι είναι «νοικοκύρης» και άφησε μαξιλάρι 39 δις από το «γδάρσιμο» του Ελληνικού λαού! Η μήπως πρέπει να αναφέρουμε ότι το βάρος δεν δόθηκε στις αυξήσεις μισθών που ισοπεδώθηκαν από τον πληθωρισμό αλλά στις μειώσεις των φόρων για να πέσουν (αν πέσουν) οι τιμές;  Οι διαχωριστικές γραμμές γίνονται ακόμα πιο θολές όταν τα Αριστερά (η τα λεγόμενα Αριστερά) κόμματα της Δύσης είναι πρώτα Δυτικά και μετά αριστερά η σοσιαλιστικά. Αυτό είναι σαφές ότι αφορά και το ΠΑΣΟΚ, και το ΣΥΡΙΖΑ και το ΜΕΡΑ25 σε λιγότερο βαθμό, και έγινε φανερό στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία. Όταν δε σε μεγάλα θέματα όπως της Οικονομίας και της Εξωτερικής πολιτικής υπάρχει όσμωση με τον αντίπαλο, να υπερθεματίζεις σε ζητήματα ταυτοτήτων, δικαιωμάτων, κλπ δεν είναι επαρκής πολιτική, καθότι η Αριστερά είναι καταρχήν αλλαγή οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου και όχι  «πολιτισμική ταυτότητα».

            Η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της δεξιάς πολιτικής επηρέασε και το οργανωτικό πεδίο . Η προϋπάρχουσα ήττα του εργατικού κινήματος  έλαβε στη χώρα νέα διάσταση με τα Μνημόνια.  Αν εξαιρέσει κανείς τμήματα του Δημόσιου, τα τελευταία χρόνια ο ιδιωτικός τομέας είναι ουσιαστικά μια συνδικαλιστική έρημος με συνδικαλισμένο το 15% της εργατικής δύναμης , την ύπαρξη φιλοεργοδοτικών σωματείων και με μειωμένες δυνατότητες συλλογικών συμβάσεων. Η προσπάθεια διαμόρφωσης ταξικής συνείδησης αμβλύνθηκε και υποκαταστάθηκε με την «πολιτική ανάθεση». Από το «ΠΑΣΟΚ σώσε μας» των 90 s στο «απεργήστε δεν απεργήστε , ψηφήστε Συριζα να μην χάνετε και μεροκάματα» τρία μνημόνια δρόμος. Αυτή η τάση δεν επηρεάζει μόνο την σοσιαλδημοκρατία που από τη δεκαετία του 90 έχει επιλέξει να εκπροσωπεί τα συμφέροντα μικροαστών και της εργατικής αριστοκρατίας υπό την ηγεμονία τμημάτων του Κεφαλαίου. Αφορά και την Αριστερά η οποία πάντα «πατούσε» στο κοινωνικό πεδίο..

Όσο δε υποχωρούσε η παρέμβαση στο κόσμο της εργασίας τόσο υποκαθιστατο με την αναγόρευση σαν προνομιακό επίπεδο το πολιτισμικό , τα θέματα ταυτότητας , το οικολογικό κλπ, Δεν υποβαθμίζω καθόλου την σημασία της παρέμβασης σε τέτοια ζητήματα , ιδιαίτερα λόγω επηρεασμού απο πολιτικά ρεύματα  που θεωρούν πολύ σημαντικά  τα  θέματα παραγωγικών σχέσεων η του λεγόμενου εποικοδομήματος. Όμως η αυτονόμηση τους από το ταξικό πλαίσιο έχει παρενέργειες. Φυσικά και έχει αξία να αντιπαρατεθούμε με τις αξίες της alt right δεξιάς, φυσικά και ζητήματα δικαιωμάτων μεταναστών εμπλέκονται άμεσα με το πιο υποβαθμισμένο εργασιακά κομμάτι της κοινωνίας, αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αγνοούμε ότι ζητήματα ταυτοτήτων , του περιβάλλοντος, κλπ δεν μπορούν να αμφισβητήσουν από μόνα τους την αστική τάξη ενώ ενδέχεται και να ενσωματωθούν από αυτή. Δυστυχώς δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η Αριστερά και η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία σε όλη την Ευρώπη δεν μπορεί να αποκτήσει τις σχέσεις του παρελθόντος με τα εργατικά τμήματα,. Συγχρόνως τα ανώτερα και τα  υψηλής μόρφωσης στρώματα  που υιοθετούν μια ατζέντα πιο συμπεριληπτική και με περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες, δύσκολα θα ακολουθήσουν την Αριστερά όταν θίγεται η τσέπη τους η τα συμφέροντα τους.

Αν η ιδεολογική κ πολιτική ηγεμονία της δεξιάς μπορεί να περιγραφεί στις παραπάνω παραγράφους , ας εξετάσουμε τι συνέβη την τελευταία τετραετία στην Ελλάδα και πως επηρέασε τα εκλογικά αποτελέσματα. Αρχίζοντας από το οικονομικό τομέα, η πρώτη περίοδος Μητσοτάκη χαρακτηρίστηκε από οριακή ανοδο του ΑΕΠ 1% το β εξαμηνο του 2019, την πανδημία η οποία είχε σαν συνέπεια την  μείωση του ΑΕΠ κατά 8,2 % το 2020, ανάκαμψη όπως είναι φυσικό με την σταδιακή άρση του  Lock Down σε 8,4% το 2021 και ανοδο εκ νέου 5,9% το 2022. Παρατηρούμε δηλαδή ότι σε μια τετραετία Μητσοτάκη η άνοδος κατά 7% του ΑΕΠ δεν δικαιολογεί το αφήγημα για μια αναπτυξιακή εκτίναξη. Η επίσημη ανεργία μειώθηκε από 17% το 2019 σε 11% το 2023 γεγονός που έχει σημασία, αν και οι νέες θέσεις εργασίες κατά 50% ήταν ελαστικές. Όσον αφορά δε τα εισοδηματικά κριτήρια με την ευρεία έννοια η κατάσταση απεικονίζεται από έναν δυισμό. Επιχειρήσεις και μικροαστικά στρώματα επωφελήθηκαν  μέσω κρατικού χρήματος την περίοδο της πανδημίας αλλά και μετά μέσω αύξησης κερδών και καλύτερης διαπραγματευτικής δύναμης στην περίοδο του Πληθωρισμού.

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και αγροτικά στρώματα που είδαν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων να αυξάνονται τελευταία καθώς και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας των οποίων η περιουσιακή κατάσταση ανέβηκε. Συγχρόνως έχουμε ευρύτερα στρώματα  εργαζομένων και συνταξιούχων που έχασαν σημαντικά από την ακρίβεια (πχ υπολογίζεται 7,5% μείωση της αγοραστικής δύναμης μόνο το 2022 των εργαζομένων), και οι οποίοι από όλο αυτό το μοίρασμα κρατικού χρήματος (από την πανδημία μέχρι τα pass) δεν κέρδισαν τίποτα απλά περιόρισαν τις απώλειες τους. Αν θέλουμε να  αποτυπώσουμε με επίσημα αριθμητικά  στοιχεία την εισοδηματική κατανομή τότε παρατηρούμε ότι βάσει στοιχείων του 2022 από τις 6,5 εκατ φορολογικές δηλώσεις το 60% δηλώνει κάτω από 10.000 ευρώ ετησίως, και μόνο το 8% άνω των 30.000 ευρώ (520.000 άτομα). Φυσικά αυτή η εικόνα δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα γιατί υπάρχει εκτεταμένη φοροδιαφυγή από μικροαστικά στρώματα, όμως σε κάθε περίπτωση η πλειοψηφία δεν περνάει καλά. Παρατηρούμε λοιπόν ότι υπάρχει ένα σημαντικό μπλοκ που εν δυνάμει θα μπορούσαν να θεωρηθούν «οι κερδισμένοι» της τελευταίας περιόδου, αλλά εισοδηματική άνεση έχουν λιγότεροι από το 10-12% των 6 εκατομμυρίων που ψήφισαν.

Αν δούμε την εκλογική αποτύπωση σε κοινωνικές κατηγορίες, παρατηρούμε ότι η ΝΔ έχει πρωτοκαθεδρία στους ελεύθερους επαγγελματίες και στα μικροαστικά στρώματα, (από μετρήσεις λαμβάνει 58% στους ελεύθερους επαγγελματίες έναντι 15-18% του Συριζα) αλλά αυτή ήταν μια τάση που είδε είχε κατοχυρώσει από το 2019 και την διεύρυνε λίγο περισσότερο. Αντίθετα ο Συριζα χάνει στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα και στα λαϊκά στρώματα. Πχ  από μετρήσεις στους  ιδιωτικούς υπαλλήλους η ΝΔ λαμβάνει 28-30% έναντι 23-28% του Συριζα για πρώτη φορά, ενώ η ΝΔ ανεβαίνει σε λαϊκές συνοικίες όπως Β Πειραιά και Β Δυτικής Αθήνας. Με λίγα λόγια η ΝΔ έχει συγκροτήσει ένα μπλοκ των «κερδισμένων» της οικονομικής της πολιτικής ενώ δεν χάνει από το μπλοκ των «ηττημένων» οι οποίοι έχουν αποδεχθεί την νέα κανονικότητα της επισφάλειας, της μισής δουλειάς , των επιδομάτων να βγει ο μηνάς, των μειωμένων προσδοκιών γενικά.

Ο Συριζα καταβαραθρώνεται όχι τόσο επειδή είχε μεγάλες απώλειες στην λεγόμενη μεσαία τάξη ,δηλαδή  μικροαστικά στρώματα και ελεύθερους επαγγελματίες. Οι απώλειες του σε αυτή την κατηγορία υπήρχαν ήδη από το 2019 μπορεί να διευρύνθηκαν αλλά δεν εξηγούν τη απώλεια 650.000 ψήφων. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο Συριζα χάνει ακόμα περισσότερο στους 500.000 περίπου αγρότες (ΝΔ 47-48% έναντι 12% ΠΑΣΟΚ και 13% Συριζα) αλλά αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί την ηγεσία του. Αντίθετα  με την γραμμή που αναπαράγεται για να δικαιολογηθεί η στροφή στον «μεσαίο χώρο», ο Συριζα καταβαραθρώθηκε γιατί σε μια κατάσταση κοινωνικής πόλωσης είχε κυρίως διαρροές στα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Δεν του κόστισε τόσο ο Κατρούγκαλος  αλλά η ψευδαίσθηση ότι τα λαϊκά στρώματα τα είχε στο τσεπάκι του και δεν εστίασε στην εκπροσώπηση των δικών τους  συμφερόντων. Σε συνθήκες οικονομικής πόλωσης τα πληττόμενα στρώματα είτε θα μετακινηθούν πιο ριζοσπαστικά (εξ ου και μέρος της ανόδου άνοδος του ΚΚΕ και αριστερών κομμάτων) ενώ τα πιο συμβιβασμένα θα μετακινηθούν προς τα δεξιά .

Η ίδια τάση εκφράστηκε και με μια άλλη κοινωνική κατηγορία  που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε από το 2014-5 προνομιακή σχέση, τους δανειολήπτες με κόκκινα δάνεια που υπολογίζονται σε 700.000. Αυτή η κατηγορία πήρε αναστολή σε μαζικούς πλειστηριασμούς λόγω πανδημίας και εκλογών, οπότε δεν κόστισε πολύ στην κυβέρνηση, Όμως είναι μια κατηγορία που σίγουρα δεν ξεχνά το άδειασμα της από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχουν στοιχεία πως κινήθηκε εκλογικά, αλλά η απουσία κινηματικών διαδικασιών (μην ξεχνάμε και την ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ στην ποινικοποίηση των αντιδράσεων για πλειστηριασμούς) στρέφει αυτά τα στρώματα σε πιο συντηρητικές λογικές. Από δε την εμπειρία μου στον τραπεζικό χώρο μπορώ να διαβεβαιώσω ότι είναι πολλοί που αναζητούν τον κατάλληλο άνθρωπο να παρέμβει για ένα καλό κούρεμα, και η ΝΔ πρωτοστατεί σε τέτοιες λογικές. Αν κάποιος κινδυνεύει να χάσει το σποτ του  οργίζεται, αλλά ένα «κούρεμα σαν του Παπαθανάση» ψάχνει.

Φυσικά υπήρχαν και άλλα σημαντικά γεγονότα τα οποία  δεν ανήκουν στο οικονομικό πεδίο και τα οποία επηρέασαν την εκλογική ατζέντα, όπως οι Υποκλοπές και τα Τέμπη. Τα πρώτο αφορά θέμα δημοκρατίας και η κυβέρνηση είναι υπόλογη. Ας σκεφθούμε όμως γιατί αυτό δεν κόστισε τόσο στην ΝΔ. Όταν με τα μνημόνια νομιμοποιείται το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με αναστολή όψεων του Συντάγματος, δεν είναι φυσιολογικό να αμφισβητείται και η ευαισθησία των πολιτών; Όταν γίνονται αποδεκτές οι υπερβολικές απαγορεύσεις με την πανδημία, αυτό δεν έχει συνέπειες και σε θέματα παρακολουθήσεων;

Τα Τεμπη βεβαίως και κόστισαν στην κυβέρνηση, άλλα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί δεν είχαν καταλυτικό ρόλο για την αποδόμηση της. Δεν οφείλεται μόνο στον επικοινωνιακό χειρισμό που ήταν υπαρκτός. Η επίπτωση δεν ήταν μεγάλη γιατί δεν αμφισβητήθηκε ότι  οι ιδιωτικοποιήσεις και η υποβάθμιση του ρόλου του κράτους δεν εξυπηρετούν τα λαϊκά συμφέροντα και  κοστίζουν ζωές. Ποια όμως πολιτική δύναμη το ανέδειξε; Ο Συριζα που είχε πουλήσει τον ΟΣΕ και έδειχνε σαν υπεύθυνο τον σταθμάρχη- ρουσφέτι του Καραμανλή. Η μήπως το ΚΚΕ που θεωρεί ότι το θέμα των κρατικοποιήσεων δεν έχει σημασία χωρίς λαϊκή εξουσία; Η υπόθεση των Τεμπών, των Παρακολουθήσεων, της πανδημίας όπου η κυβέρνηση Μητσοτακη είχε από τα χειρότερα αποτελέσματα,  όπως και αρκετά άλλα θέματα που είχαν αρνητικό πρόσημο για την κυβέρνηση, δεν είχαν την ανάλογη φθορά όχι μόνο γιατί τα ΜΜΕ τα διαχειρίστηκαν, αλλά γιατί δεν μπόρεσε να αναιρεθεί η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του κυβερνητικού αφηγήματος.

Είναι γνωστό ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια ουδέποτε μεταφέρεται αυτούσια στο πολιτικό η στο εκλογικό επίπεδο. Στις εκλογές εκπροσωπούνται συμφέροντα, κρίνονται πολιτικά σχέδια, απεικονίζονται οι εκπροσωπήσεις σε κοινωνικό επίπεδο. Από αυτή την άποψη η ΝΔ κατόρθωσε να σχηματίσει ένα μπλοκ αυτών που τα οικονομικά συμφέροντα τους συνέπιπταν με την πολιτική της μαζί με το παραδοσιακό κοινό της δεξιάς. Η διεύρυνση όμως που πέτυχε σε λαϊκά στρώματα είναι υπό αμφισβήτηση. Ο Συριζα με την τακτική, άλλοτε να δίνει διαπιστευτήρια υπευθυνότητας και να στρέφεται στη σοσιαλδημοκρατία και άλλοτε να αναπαράγει μια αριστερόστροφη φρασεολογία που δεν έπειθε ότι θα εφαρμόσει, έχασε και στις δυο κατευθύνσεις. Τα ίδια προβλήματα εμφάνισε και το ΜΕΡΑ25 αν και εκεί οι απώλειες ήταν λιγότερες.. Η αμφισημία και η γνωστή «δημιουργική ασάφεια» που χαρακτηρίζει το ΜΕΡΑ25 δεν εξέπεμπε ένα στίγμα αν πραγματικά θέλει την Ρήξη η επιδιώκει να εμφανιστεί σαν μια αριστερή σοσιαλδημοκρατική λύση.

Συγχρόνως και ο Συριζα και το ΜΕΡΑ25 πληρώνουν την μικρή οργανωτική σύνδεση με την κοινωνία και το αρχηγοκεντρικό μοντέλο τους. Ακόμη και να μπει στην Βουλή το ΜΕΡΑ25 δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει την αφετηριακή του αντίφαση ότι θέλει να παίξει το ρόλο του «συνεπούς Συριζα», η πολιτική γραμμή του οποίου έχει δείξει από καιρό τα όρια της. Το γεγονός ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς ενισχύθηκαν με βασικό εκφραστή το ΚΚΕ, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα εκλογικά αποτελέσματα είναι αρνητικά. Ο κυριότερος λόγος της ενίσχυσης του ΚΚΕ είναι η καλύτερη γείωση του με στρώματα της κοινωνίας και η υποστήριξη μιας ταξικής γραμμής, όμως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι σε μια διαφαινόμενη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού όπως το ξέραμε τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης του Συριζα, η Αριστερά λαμβάνει μικρό μερίδιο. Από αυτή την άποψη και το ΚΚΕ πρέπει να αναμετρηθεί με το ερώτημα αν θέλει να ηγεμονεύσει στην κοινωνία η στο χώρο της Αριστεράς.     

Μένει ακόμη να φανεί αν ο δεύτερος γύρος των εκλογών θα επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα της 21 Μαΐου. Όμως παρόλο τον διαφαινόμενο αρνητικό συσχετισμό δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κοινωνικό πεδίο δεν αντιστοιχίζεται πλήρως με την πολιτική επικράτηση της ΝΔ. Ας μην διαφεύγει ότι μαζί με το τέλος της λεγόμενης μεταπολίτευσης, έχουν τελειώσει και οι σταθερές πολιτικές εκπροσωπήσεις του παρελθόντος που εξέφραζαν κόμματα της μεταπολίτευσης. Επίσης μην μας διαφεύγει ότι στο οικονομικό πεδίο οι τριγμοί είναι έντονοι και οι προεκλογικές παροχές  και υποσχέσεις μάλλον με μέτρα λιτότητας θα αντικατασταθούν. Αν όμως οι δυνάμεις της Αριστεράς δεν καταλάβουν ότι η νέα δύσκολη περίοδο που εισερχόμαστε χρειάζεται και διαφορετική προσέγγιση από ότι έχουμε συνηθίσει,  στο τέλος θα καταγραφεί άλλη μια ήττα,  άλλη μια χαμένη ευκαιρία.

 

Γ. Παυλόπουλος

Εργαζόμενος και συνδικαλιστής στις τράπεζες

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ