Είμαι σίγουρη πως σε λίγο θα θεωρείται προσόν μίας παράστασης όταν δεν θα προαναγγέλλεται ως sold οut.
Το φαινόμενο που παρουσιάστηκε μετά την πανδημία και την άρση της απαγόρευσης της ελεύθερης προσέλευσης στα θέατρα, έχει πάρει περίεργες διαστάσεις και αποτελεί την απόλυτη επικοινωνιακή φόρμα.
Χρονικά ταυτίζεται επίσης με την γιγάντωση των πλατφορμών διάθεσης εισιτηρίων, μία απ’ ό,τι φαίνεται αρκετά επικερδή μπίζνα που απ’ ό,τι κυκλοφορεί στην πιάτσα, αποτελεί πεδίο επένδυσης μεγάλων οικονομικών αλλά και πολιτικών παραγόντων!
Γεγονός παράξενο αρκετά, εφόσον όσο κι αν αφήνει κέρδος η παρακράτηση κάποιου ποσοστού από την διάθεση των εισιτηρίων, δεν συνάδει με τους οικονομικούς στόχους οικονομικών επενδυτών τόσο μεγάλου βεληνεκούς.
Εκτός και αν η επένδυση δεν αφορά στενά στο οικονομικό σκέλος του κέρδους, αλλά την ιδεολογική παρέμβαση και έλεγχο κυρίως των θεατρικών και συναυλιακών αιθουσών.
Παρακολουθούμε στη χώρα μας ένα φαινόμενο που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Από τη μια μεριά να ανέρχονται σε εκατοντάδες οι θίασοι και αντίστοιχα οι παραστάσεις που ανεβαίνουν κυρίως στο κλεινόν Άστυ και από την άλλη να κατεβαίνουν με φρενήρη ρυθμό, μετά από λίγο χρόνο (ένα μήνα ή και λίγα τριήμερα), ανεξάρτητα από την εισπρακτική ή καλλιτεχνική τους επιτυχία.
Πέρα από το γεγονός της ύπαρξης πληθώρας ηθοποιών και άλλων καλλιτεχνικών συντελεστών, σκηνοθετών, μουσικών, σκηνογράφων κλπ. που στήνουν θιάσους βραχυχρόνιας δράσης και οι περισσότεροι από τους οποίους βιοπορίζονται από ένα παράλληλο επάγγελμα, το ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ο έλεγχος των θεατρικών σκηνών. Οι θεατρικές αίθουσες δηλαδή.
Αυτές λοιπόν οι αίθουσες δεν διατίθενται για όλη τη σαιζόν, εκτός από ελάχιστες που είναι ιδιόκτητες ατομικών καλλιτεχνών (εξαιρουμένων των κρατικών σκηνών). Συνήθως, όλες παραχωρούνται έναντι ακριβού αντιτίμου και για περιορισμένες παραστάσεις.
Αυτό το γεγονός δημιουργεί και τον φρενήρη ρυθμό νέων έργων που ανεβοκατεβαίνουν διαρκώς, με αποτέλεσμα να μην γίνονται κτήμα των θεατών, να μην αποτελούν θέμα συζήτησης, αναταραχής της συνείδησης, γονιμοποίησης και καλλιτεχνικού βιώματος.
Έτσι γινόμαστε καταναλωτές του χειρίστου είδους, της μόνης ζωντανής, πολύπλοκης τέχνης που μας προκαλεί σε άμεση σχεδόν συμμετοχή και συνενοχή. Η τέχνη του θεάτρου λοιπόν, ακόμα και των υψηλών απαιτήσεων, ως καταναλωτικό προϊόν.
Το φαινόμενο απαιτεί ενδελεχή έρευνα όπως και τα οικονομικά συμφέροντα που μετά την «ιδρυματοποίηση» του θεάτρου, εξυπηρετούνται από μια τέτοια εξέλιξη «κατανάλωσης», άρα και χειραγώγησης του κοινού.


