O Λίβανος όπως και οι χώρες της Μέσης Ανατολής χαρακτηρίζονται από πολλές ιδιαιτερότητες. Σε μεγάλο βαθμό αποτελούνται από πληθυσμούς διαφορετικών μεταξύ τους εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων, αρκετές εκ των οποίων διεκδικούν αποκλειστικά για τις ίδιες τα εδάφη που κατοικούν. Παρατηρούνται διαφωνίες ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που ασπάζονται την ίδια θρησκεία (παραδείγματος χάρη Σουνίτες – Σιίτες Μουσουλμάνοι).
Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κατοίκων των χωρών, σε συνδυασμό με τρίτα συμφέροντα στην περιοχή, το γεγονός ότι αποτέλεσαν, μακρόχρονα, αποικίες άλλων χωρών, όπως η Γαλλία και η Μ. Βρετανία, καθώς και η προσπάθεια ένταξης των κρατών αυτών σε σφαίρες επιρροής, κυρίως κατά την Ψυχροπολεμική περίοδο, έχουν οδηγήσει σε μία πληθώρα συγκρούσεων, ακόμα και πολέμων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό το σημερινό ασταθές τοπίο στη περιοχή.
Ο Λίβανος, μία από αυτές τις χώρες με πλούσια ιστορία, πρώην αποικία της Γαλλίας με -τουλάχιστον- 17 αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες, κυρίως Αραβικού πληθυσμού έχει μία πληθώρα ανεπίλυτων -μέχρι και τις μέρες μας- ζητημάτων, απόρροια όλων των παραπάνω δεδομένων.
Ο Λίβανος αποτελεί ανεξάρτητο κράτος επισήμως από το 1943 και μετά. Κατοικείται κυρίως από Μουσουλμάνους, σε ποσοστό μάλιστα που αγγίζει το 60%. Παρόλ’ αυτά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι πάντα κάποιος Μαρωνίτης Χριστιανός, ο Πρωθυπουργός είναι πάντα Σουνίτης Μουσουλμάνος, ενώ ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, αντίστοιχα, Σιίτης. Αυτή η ιδιόμορφη μορφή Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, καθιερώθηκε έπειτα από μία άγραφη, αρχικά, “συμφωνία κυρίων”, σε μία προσπάθεια για αναλογική αντιπροσώπευση των τριών κύριων θρησκευτικών κοινοτήτων, και υπεγράφη -από τους ηγέτες των κοινοτήτων έπειτα ως “Εθνικό Σύμφωνο” το 1943, και αποτελεί ουσιαστικά έκτοτε, το θεσμικό θεμέλιο της ανεξαρτησίας του Λιβάνου
Πηγαίνοντας όμως λίγο πίσω, συγκεκριμένα τη δεκαετία του 1920, όπου η Γαλλία έμελλε να γίνει ο διάδοχος επικυρίαρχος του Λιβάνου και της Συρίας, είναι φανερό ότι οι ρίζες των διαφορών της χώρας, βρίσκονται βαθιά στις δυτικές πρακτικές. Οι Γάλλοι επέλεξαν -και ως καθολικοί- ευνοούν πάντοτε, τους Χριστιανούς Μαρωνίτες, θεσπίζοντας για παράδειγμα ένα νόμο, όπου για κάθε πέντε διορισμούς Μουσουλμάνων στο δημόσιο, θα ακολουθούσαν έξι κοινοβουλευτικές έδρες ή διοικητικά πόστα για Χριστιανούς. Αυτό δημιούργησε ένα καθεστώς προστασίας των Χριστιανών, το οποίο επέτρεψε στις μεγάλες και πλούσιες οικογένειες Μαρωνιτών της χώρας, αν και ήταν μειοψηφία, να εμπλακούν και με την πολιτική, εγκαθιδρύοντας στην ουσία μία συνταγματική ολιγαρχία, ευνοώντας πάντα το Χριστιανικό -ταυτόχρονα φιλοδυτικό και φιλογαλλικό- πληθυσμό, αδιαφορώντας για την καθημερινότητα και τα προβλήματα της Μουσουλμανικής πλειοψηφίας.
Λίβανος – Ισραήλ
Με τις μνήμες της αποικιοκρατίας ακόμα νωπές, μόλις πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτησία της χώρας, προστέθηκε ένα ακόμα πολύ σημαντικό ζήτημα.
Στις 14 Μαΐου του 1948, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ως πρώτος Πρόεδρος του Ισραήλ, ανακοίνωσε την Διακήρυξη του Κράτους του Ισραήλ που παραβίαζε τα σύνορα που όρισε ο ΟΗΕ για το νεοσύστατο κράτος σε βάρος των Παλαιστινίων. Με την διακήρυξη το νέο κράτος οδήγησε σε κορύφωση την εθνοκάθαρση σε βάρος των γηγενών Αράβων.
Η επίθεση του Ισραήλ οδήγησε την αμέσως επόμενη ημέρα στον πρώτο Αραβο-Ισραηλινό Πόλεμο, με τη συμμετοχή και του Λιβάνου στο μπλοκ των πέντε Αραβικών στρατών που σχηματίστηκε – μαζί με αυτούς της Αιγύπτου, της Συρίας, της Ιορδανίας και του Ιράκ.
Η νίκη του Ισραήλ όμως, οδήγησε σε αυτό που ονομάστηκε Νάκμπα (καταστροφή), με τον επακόλουθο εκτοπισμό 725.000 Παλαιστινίων προσφύγων σε γειτονικές Αραβικές χώρες, εκ των οποίων περίπου οι 150.000 βρήκαν καταφύγιο στο Λίβανο, αλλάζοντας συθέμελα τα δημογραφικά στοιχεία του και τις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.
Την επόμενη κιόλας χρονιά, τον Μάρτιο του 1949, ο Λίβανος υπέγραψε συμφωνία ανακωχής με το Ισραήλ, στις λεγόμενες “Συνομιλίες Εγγύτητας” στη Ρόδο, έμεινε όμως, προς διαχείριση το ζήτημα των Παλαιστίνιων προσφύγων, πράγμα που αποδείχθηκε τελικά πολύ δύσκολο να πράξει, παρότι ήταν -πρωτίστως- Αραβική χώρα.
Η Χριστιανική ελίτ, παρότι για τους ομόθρησκούς της Παλαιστίνιους πρόσφυγες, έκανε το καλύτερο δυνατό για να αφομοιωθούν στο Λίβανο, δεν έκανε όμως το ίδιο και για τους Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους, οι οποίοι δεν απέκτησαν ποτέ την λιβανέζικη υπηκοότητα και έμεναν σε προσφυγικούς καταυλισμούς.
Πολλοί βέβαια, δεν επιθυμούσαν να αφομοιωθούν σε άλλο κράτος, καθώς το μόνο που ήθελαν ήταν να επιστρέψουν στις εστίες τους στη Γάζα ή τη Δυτική Όχθη.
Οι επόμενες δύο δεκαετίες, κάθε άλλο παρά βελτίωσαν την κατάσταση, αφού μεσολάβησαν ακόμα τρεις Αραβο – Ισραηλινοί Πόλεμοι, το 1967, το 1968 και το 1973, στους οποίους νίκησε το Ισραήλ. Αυτό προκάλεσε εκ νέου παλαιστινιακές αντιδράσεις εναντίον του τελευταίου, κυρίως επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν από το έδαφος του Λιβάνου προς το Ισραήλ, από ένοπλες εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις όπως η νεοσύστατη Φατάχ (ένοπλη οργάνωση της PLO – Palestinian Liberation Organization), υπό την καθοδήγηση του Γιάσερ Αραφάτ. Όταν το Ισραήλ εισέβαλε στον Λίβανο το 1982 – μια επίθεση που ονόμασε «Επιχείρηση Ειρήνη για τη Γαλιλαία» – οι δυνάμεις του σάρωσαν γρήγορα βόρεια προς τη Βηρυτό, πολιορκώντας και καταλαμβάνοντας μια αραβική πρωτεύουσα για πρώτη φορά στην ιστορία του σιωνιστικού κράτους εποίκων.
Το Ισραήλ δολοφόνησε δεκάδες χιλιάδες Λιβανέζους και Παλαιστίνιους πολίτες και εκδίωξε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Αλλά η επιτυχία – από την οπτική γωνία του Τελ Αβίβ- γρήγορα μετατράπηκε σε αποτυχία.
Κατά τη διάρκεια μιας μακράς κατοχής, η αντίσταση ενάντια στο Ισραήλ αυξήθηκε, ιδίως από τη Χεμπολάχ, η οποία δεν υπήρχε καν κατά τη στιγμή της ισραηλινής εισβολής.
Η μεταφορά της PLO
Μετά την εκδίωξή της από την Ιορδανία, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) μετέφερε την έδρα της στον Νότιο Λίβανο. Από εκεί ξεκίνησε επιθέσεις κατά του βόρειου Ισραήλ, οδηγώντας στην πρώτη ισραηλινή εισβολή το 1978 και τη δημιουργία μιας «ζώνης ασφαλείας».
Εισβολή και ίδρυση της Χεζμπολάχ το 1982: Το Ισραήλ εισέβαλε ξανά με στόχο την εκδίωξη της PLO, φτάνοντας μέχρι τη Βηρυτό. Κατά τη διάρκεια αυτής της κατοχής, και με την υποστήριξη του Ιράν, ιδρύθηκε η Χεζμπολάχ ως κίνημα αντίστασης κατά των ισραηλινών δυνάμεων.
Η Χεζμπολάχ και άλλες ομάδες αντίστασης κατατρόπωσαν τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής για δύο δεκαετίες σε έναν εξαντλητικό πόλεμο φθοράς, μέχρι που το Ισραήλ αποσύρθηκε ηττημένο από τον κατεχόμενο νότιο Λίβανο τον Μάιο του 2000.
Ακόμη και στο πλαίσιο της υποστηριζόμενης από τους Αμερικανούς ισραηλινής γενοκτονίας στη Γάζα, οι συνεχείς διακηρύξεις του Ισραήλ ότι έχει θέσει αυτό ή εκείνο το τμήμα της Γάζας υπό τον απόλυτο έλεγχό του, καταρρέουν γρήγορα. Το γεγονός είναι ότι η αντίσταση συνεχίζει να αγωνίζεται σε κάθε τμήμα της Παλαιστίνης και της Γάζας.
Μέχρι στιγμής κάθε ισραηλινοαμερικανικό σχέδιο «για την επόμενη μέρα», στο οποίο μια ηττημένη Χαμάς θα αντικατασταθεί από μια υποστηριζόμενη από τους Άραβες παλαιστινιακή δύναμη συνεργατών, έχει καταρρεύσει.
Η απόσπαση της προσοχής από τη συνεχιζόμενη αποτυχία του εξαντλημένου Ισραήλ στη Γάζα, είναι ίσως ένας από τους παράγοντες που ωθούν το Ισραήλ να επιδιώξει θεαματική «επιτυχία» στο Λίβανο.
Σημείο καμπής
Αυτή η απογοητευτική στιγμή αποτελεί σημείο καμπής στον μακρύ περιφερειακό πόλεμο για την απελευθέρωση από τον ρατσιστικό, υποστηριζόμενο από τη Δύση, αποικιοκρατικό σιωνισμό. Αλλά μετά από έναν, σχεδόν, αιώνα λεηλασιών και φρικαλεοτήτων του Σιωνισμού, ούτε ο λαός του Λιβάνου ούτε της Παλαιστίνης έχουν παραδοθεί, και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι θα το κάνουν τώρα.
Αντιθέτως, μετά το αρχικό σοκ, η αποφασιστικότητα της αντίστασης θα αυξηθεί και ο κύκλος της θα διευρυνθεί, όπως συνέβη σε κάθε φάση του απελευθερωτικού αγώνα.
Ούτε η δολοφονία του Νασράλα, με αμερικανικές βόμβες και αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα, και ίσως και με άλλη βοήθεια από την Ουάσιγκτον, αλλάζει την τροχιά της καθοδικής πτώσης της παγκόσμιας ισχύος των ΗΠΑ – της ισχύος στην οποία στηρίζεται το Ισραήλ για την επιβίωσή του.
Ας θυμηθούμε επίσης ότι οι Σιωνιστές χρησιμοποιούσαν πάντα τις δολοφονίες ως πρωταρχική τακτική. Ωστόσο, ο πόλεμός τους δεν στρέφεται εναντίον μεμονωμένων ηγετών, αλλά εναντίον ολόκληρων λαών, των οποίων η αποφασιστικότητα δεν μπορεί να σβήσει τόσο εύκολα.
Ο ίδιος ο Νασράλα ανέλαβε την ηγεσία της Χεζμπολάχ αφού το Ισραήλ δολοφόνησε τον προκάτοχό του Αμπάς αλ- Μουσαβί (Abbas al-Musawi) το 1992. Ο Νασράλα ανέπτυξε την οργάνωση σε πρωτοφανή δύναμη.
Αυτή η δύναμη δεν βασίζεται στη θέληση ενός ατόμου, αλλά σε μια βάση υποστήριξης βαθιά αφοσιωμένη στον σκοπό και πρόθυμη – όπως ο ίδιος ο Νασράλα δεν παρέλειψε ποτέ να επισημαίνει – να κάνει τεράστιες θυσίες στο δρόμο προς την απελευθέρωση.
Το πιο απογοητευτικό είναι ότι ο πόλεμος για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης και της περιοχής από τον Σιωνισμό δεν θα είναι λιγότερο βάναυσος για τους λαούς της περιοχής από τους πολέμους για την απελευθέρωση της Αλγερίας, του Βιετνάμ, της Νότιας Αφρικής και τόσων άλλων τόπων που έχουν μπει στο στόχαστρο της ευρωαμερικανικής αυτοκρατορίας.
Εξάλλου, οι κατακτητές και οι αποικιοκράτες είναι οι ίδιες χώρες, το δε γενοκτονικό μίσος που τρέφουν οι άρχουσες τάξεις τους προς τους λαούς, των οποίων τη γη και τα δικαιώματα προσπαθούν να σφετεριστούν, δεν έχει εξασθενίσει ποτέ.
Ακολούθησε ο χειρότερος Εμφύλιος μέχρι και σήμερα στην ιστορία του Λιβάνου ο οποίος κράτησε 15 ολόκληρα χρόνια (1975 – 1990) και κόστισε περισσότερο σε ζωές και πικρίες από οποιαδήποτε προηγούμενη σύγκρουση.
Μία αποτυχημένη Λιβανο – Ισραηλινή Συνθήκη ειρήνης το 1983, απλώς ώθησε σε περισσότερη δράση τις Οργανώσεις Χεζμπολάχ και Αμάλ οι οποίες προχώρησαν σε επιθέσεις κατά του Ισραήλ.
Ο Εμφύλιος έληξε το Μάιο του 1991 επίσημα, με την υπογραφή Συνθήκης μεταξύ του Λιβάνου και της Συρίας, στην οποία παραχωρήθηκε ο έλεγχος των στρατιωτικών και εξωτερικών υποθέσεων του Λιβάνου.
Αποχώρηση Ισραήλ (2000) και Λήξη Πολέμου 34 ημερών το 2006: Το Ισραήλ αποχώρησε από τον Νότιο Λίβανο το 2000 μετά από 22 χρόνια κατοχής. Ωστόσο, η ένταση παρέμεινε, οδηγώντας στην αποτυχημένη για τους Σιωνιστές επίθεση του 2006 που κράτησε 34 ημέρες.
Πηγές: Διαδίκτυο LeMondeinternational/fr.. Wikipedia /fr , ελληνικός και διεθνής ημερήσιος τύπος της περιόδου των συγκρούσεων.

