Πηγή: Ναυτεμπορική
Τα χρώματα καθορίζουν τη φαντασιακή κατάσταση με την οποία οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την εξουσία – Το κόκκινο (πορφυρό) αποτελούσε για αιώνες σύμβολο κύρους – Το μπλε ήταν για πολλά χρόνια στο περιθώριο, αλλά τα πράγματα άλλαξαν
Ο διάσημος Γάλλος ιστορικός Michel Pastoureau (Μισέλ Παστουρώ), σε μια σειρά έξι βιβλίων (εξαλογία), παρουσιάζει την πορεία των χρωμάτων από την αρχαιότητα έως και τον σύγχρονο κόσμο, καθώς και τις μεταβολές που υπέστη η λειτουργία τους προκειμένου να νοηματοδοτήσουν την κάθε εποχή.
Μεταξύ των έξι βιβλίων με τίτλο «Η ιστορία ενός χρώματος» —του κόκκινου, μπλε, πράσινου, κίτρινου, λευκού και μαύρου— αναλύει πώς τα χρώματα καλούνταν να εκφράσουν και να δημιουργήσουν νόημα πολιτισμικά και πολιτικά.
Η βασική θέση του συγγραφέα είναι ότι τα χρώματα καθορίζουν τη φαντασιακή κατάσταση με την οποία οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την εξουσία, και πως η τέχνη έρχεται να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο σε αυτό. Τα χρώματα, λοιπόν, δεν είναι μονοσήμαντα, ούτε και η λειτουργία τους. Αντίθετα, «φοράνε» το νόημα που τους δίνει κάθε εποχή, σε μια διαλεκτική σχέση με την Ιστορία. Το χρώμα που επιλέγει η εκάστοτε εξουσία περιγράφει και τη σχετική φιλοσοφία της. Ωστόσο, υπάρχει ένα χρώμα, το κόκκινο, που αντιστέκεται σε αυτόν τον κανόνα, καθότι θεωρείται «προγλωσσικό»…
Στη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική σκηνή συναντάμε και τα έξι χρώματα (κόκκινο, μπλε, πράσινο, κίτρινο, λευκό και μαύρο), είτε σε σύμβολα όπως οι εθνικές σημαίες, είτε σε στολές θεσμικών φορέων, είτε σε λογότυπα θεσμών κ.λπ.
Ωστόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας Michel Pastoureau διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα άποψη, ότι τα χρώματα λειτουργούν σαν ιστορικοί ανταγωνιστές. Για αυτόν τον λόγο, στο παρόν άρθρο περιγράφεται η λειτουργία και η ιστορική πορεία των δύο βασικών ανταγωνιστών, του κόκκινου και του μπλε, με την ιδιαιτερότητα ότι το ένα δεν μπορεί να εξαλείψει το άλλο…
Το κόκκινο: Από τους Αυτοκράτορες στους Αβράκωτους…
Το παλαιότερο χρώμα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι το κόκκινο — μάλιστα το κόκκινο πορφυρό. Το εν λόγω χρώμα αποτελούσε για αιώνες το σύμβολο της εξουσίας και του κύρους.
Για αιώνες το κόκκινο ήταν το χρώμα που αποτελούσε το σήμα κατατεθέν των αυτοκρατόρων, της πορφύρας, της Εκκλησίας και των τελετουργιών εξουσίας.
Και αυτό διότι, μεταξύ άλλων, η πορφύρα ήταν πανάκριβη βαφή. Συνεπώς, το κόκκινο λειτουργούσε ως ορατή απόδειξη πλούτου και κυριαρχίας. Όποιος φορούσε κόκκινο έδειχνε ότι βρίσκεται «πάνω» από τους άλλους· το χρώμα είχε σχεδόν απαγορευμένη αίγλη. Η σημειολογική λειτουργία του κόκκινου ήταν κάθετη: εξέφραζε ιεραρχία, δημιουργούσε δέος και «κατέβαινε», θα έλεγε κανείς, από την κορυφή προς τον λαό.
Χρονολογικά, λοιπόν, το κόκκινο πορφυρό από την αρχαιότητα έως την προεπαναστατική και πρώιμη νεωτερική Ευρώπη ήταν πρωτίστως χρώμα εξουσίας και κυριαρχίας — αλλά όχι μόνο «εορταστικής» εξουσίας. Ήταν και χρώμα επιβολής. Γι’ αυτό και το συναντάμε ιστορικά σε στρατιωτικά σήματα και στολές, σύμβολα δημόσιας τάξης, προειδοποιητικά σημεία της αρχής, σημάδια έκτακτης κατάστασης ή απειλής κ.λπ.
Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο της αντιστροφής που μας έδωσε τη σύγχρονη νοηματοδότηση του κόκκινου στην πολιτική έρχεται κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Η κόκκινη σημαία, ειδικά πριν και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, δεν σήμαινε «ελευθερία» ή «αντίσταση», όπως σημαίνει στις μέρες μας, αλλά κάτι σχεδόν αντίθετο, χρησιμοποιούνταν από την εξουσία ως χρώμα για να σημάνει τον στρατιωτικό νόμο, την καταστολή και τη δημόσια προειδοποίηση.
Η κόκκινη σημαία μπορούσε να σημαίνει, «διαλυθείτε ή θα χυθεί αίμα». Αυτό συνέβαινε διότι, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, στη Γαλλία υπήρχε νόμος σύμφωνα με τον οποίο, όταν η κατάσταση θεωρούνταν επικίνδυνη ή εξεγερσιακή, οι αρχές ύψωναν κόκκινη σημαία. Η σημαία αυτή σήμαινε ουσιαστικά ότι «ο στρατιωτικός νόμος ενεργοποιείται», αποτελώντας δημόσια προειδοποίηση ότι οι συγκεντρώσεις θεωρούνται παράνομες, ότι ο στρατός μπορεί να επέμβει ή ότι επιτρέπεται η χρήση βίας.
Η καθοριστική στιγμή για την αντιστροφή του συμβολισμού έρχεται το 1791, στο πεδίο του Champ de Mars massacre στο Παρίσι. Εκεί συγκεντρώθηκαν πολίτες που ζητούσαν την πτώση του βασιλιά.
Ο δήμαρχος και η Εθνοφρουρά ύψωσαν την κόκκινη σημαία του στρατιωτικού νόμου. Δηλαδή, η εξουσία χρησιμοποίησε το κόκκινο για να νομιμοποιήσει την καταστολή. Ακολούθησαν πυροβολισμοί και νεκροί διαδηλωτές. Τότε οι επαναστάτες λένε ουσιαστικά: «Αφού το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος που χύνεται, τότε ανήκει σε εμάς».
Ο Pastoureau δείχνει ότι το κόκκινο συνδέεται πάντα με το αίμα, αλλά αλλάζει ποιο αίμα θεωρείται «ιερό». Στο παρελθόν ιερό ήταν το αίμα των βασιλιάδων, των μαρτύρων και των ευγενών γενεαλογιών. Ωστόσο, μετά τις επαναστάσεις, ιερό γίνεται το αίμα του λαού, των εργατών, των εξεγερμένων, των νεκρών της οδομαχίας.
Και εδώ εντοπίζεται το παράδοξο, οι εξεγερμένοι της Γαλλικής Επανάστασης (αβράκωτοι, Ιακωβίνοι) παίρνουν το ίδιο σύμβολο και το αναστρέφουν. Το κόκκινο παύει να σημαίνει ότι «η εξουσία απειλεί τον λαό» και αρχίζει να σηματοδοτεί ότι «ο λαός είναι έτοιμος να συγκρουστεί». Πρόκειται για τεράστια σημειολογική μεταβολή: το σύμβολο αλλάζει υποκείμενο, αλλά κρατά την ένταση.
Κατά συνέπεια, το κόκκινο δεν χάνει το δραματικό του φορτίο· αντίθετα, γίνεται ακόμη πιο μάχιμο και συλλογικό. Στη βασική του λειτουργία, θα έλεγε κανείς ότι δημοκρατικοποιείται.
Με αυτή τη νέα νοηματοδότηση, από τη Γαλλική Επανάσταση και έπειτα, το κόκκινο θα σηματοδοτήσει επαναστατικά κινήματα ανά τον κόσμο. Ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα, μετά την Paris Commune (Παρισινή Κομμούνα) και τα σοσιαλιστικά κινήματα, το κόκκινο γίνεται το χρώμα της εργατικής εξέγερσης, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της επανάστασης.Η κόκκινη σημαία δεν δηλώνει πλέον βασιλική ισχύ αλλά κοινό αίμα, κοινό αγώνα και συλλογική θυσία.
Το μπλε: Από το περιθώριο, στην Παναγία και τον «Άγιο Λουδοβίκο»
Το μπλε χρώμα κατά την αρχαιότητα και τους ρωμαϊκούς χρόνους δεν τύγχανε της τιμής που λαμβάνει στη σύγχρονη εποχή. Και αυτό διότι, παρά την παρουσία του ως χρώμα, θεωρούνταν κάτι σκοτεινό. Γι’ αυτό θεωρούνταν χρώμα περιθωριακό, που μάλιστα οι Ρωμαίοι το συνδέουν με τους «βόρειους βαρβάρους». Το κόκκινο, λοιπόν, ήταν το χρώμα της δύναμης, ενώ το μπλε της περιφέρειας.
Ωστόσο, από τον 12ο αιώνα και μετά, το μπλε εμφανίζεται στη ζωγραφική ως το χρώμα της Παναγίας και συνδέεται με το θείο φως και την πνευματικότητα. Ειδικότερα, στη μεσαιωνική τέχνη η Παναγία εμφανίζεται με μπλε, σε μια προσπάθεια να αντικατασταθεί το κόκκινο, ώστε το μπλε να σημάνει την ιερότητα, την αξιοπρέπεια και το κύρος. Έτσι, ο πολιτικός ανταγωνισμός των δύο χρωμάτων έχει ήδη ξεκινήσει, με την Ευρώπη να επιθυμεί να μειώσει την ένταση και τη δράση που επιζητά το κόκκινο και να περάσει σε μια κατάσταση διάρκειας. Σε αυτό τον εγχείρημα αλλαγής αισθητικής εξουσίας πρωτίστως, το μπλε χρώμα στη μεσαιωνική Γαλλία, θα συναντήσει θερμούς υποστηρικτές, εκείνη την περίοδο τους Καπετίδες βασιλείς, με κύριο εκφραστή τον βασιλιά Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας, γνωστό και ως «Άγιο Λουδοβίκο», που αποτελεί σημαντική μορφή της μεσαιωνικής Γαλλίας και κεντρική φυσιογνωμία της δυναστείας των Καπετιδών.
Ο Λουδοβίκος Θ΄ είναι κρίσιμος γιατί συμβάλλει στην εδραίωση του μπλε ως βασιλικού χρώματος. Πιο συγκεκριμένα, φορούσε και προωθούσε μπλε βασιλικά ενδύματα και συνδεόταν με την εικόνα του «ευσεβούς βασιλιά» που ενώνει τη βασιλική εξουσία με τη χριστιανική καθαρότητα και την εικονογραφική λαμπρότητα. Έτσι, το μπλε δεν είναι πια απλώς αισθητικό ή τεχνικό χρώμα, αλλά χρώμα ηθικής και πολιτικής νομιμότητας.
Το γεγονός αυτό αποκτά ιστορική σημασία, καθότι ο Λουδοβίκος Θ΄ συμβάλλει καθοριστικά ώστε το μπλε να πάψει να είναι «περιφερειακό» και να γίνει χρώμα της γαλλικής μοναρχίας και σταδιακά να αποκτήσει κύρος, που θα οδηγήσει πολύ αργότερα στη χρήση του στη γαλλική εθνική σημαία.
Ο ίδιος ο συγγραφέας διαφαίνεται να υποστηρίζει ότι η σύνδεση της πολιτικής εικόνας του Λουδοβίκου Θ΄ με τη θεολογική εικόνα της Παναγίας, μέσω της ιεροποίησης της εξουσίας και της υιοθέτησης του μπλε χρώματος ως κοινού συμβόλου, μεταξύ των δυο εικόνων (Παναγίας-Λουδοβίκου), αποτελεί τη μεγαλύτερη αισθητική επανάσταση στη Δύση. Η μοναρχία υιοθετεί το μπλε ως επίσημο χρώμα της εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι προσωπικό χρώμα ενός βασιλιά, αλλά χρώμα του ίδιου του θεσμού της μοναρχίας.
Ωστόσο, η καθοριστική αλλαγή έρχεται με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί συμβαίνουν δύο πράγματα: το μπλε ήδη έχει «νομιμότητα» (λόγω βασιλικής παράδοσης) και το κόκκινο εκπροσωπεί το Παρίσι και τη λαϊκή δύναμη. Συνεπώς, το μπλε δεν απορρίπτεται ως «μοναρχικό», αλλά επανερμηνεύεται ως εθνικό.
Εν κατακλείδι, το χρώμα της θεοποιημένης μοναρχίας καθίσταται χρώμα σταθερότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη και στη σύγχρονη σημειολογία. Ως εκ τούτου, συνεχίζουμε ακόμη και σήμερα να συναντάμε το μπλε χρώμα ως φορέα σταθερότητας και ασφάλειας.
Στην παραδοξότητα της ιστορικής πορείας των δύο χρωμάτων συναντάμε την αντιστροφή τους μέσα από πολιτικές ανακατατάξεις. Έτσι, το μεν κόκκινο από την εξουσία περνά στον λαό, το δε μπλε από το περιθώριο στη σήμανση του ιερού (Παναγία) και κατόπιν στη θεοποιημένη μοναρχία.
Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία των δύο χρωμάτων και η πολιτική λειτουργία τους συνεχίζουν τον σιωπηλό ανταγωνισμό, υπενθυμίζοντας ότι η αισθητική είναι πρωτίστως πολιτική… και αφού οι δύο πολιτικοί ανταγωνιστές (κόκκινο και μπλε) καθίστανται αδύναμοι να εξουδετερώσουν ο ένας τον άλλον, μπορούν να συνυπάρχουν σε μια αιώνια διαλεκτική της πραγματικότητας…
Η Βάσω Μουρελά είναι Πολιτική Επιστήμονας

