Η νέα ποδοσφαιρική νίλα των Γερμανών, τα «κούφια» κλισέ και λίγη Ιστορία, του Διονύση Ελευθεράτου

Η εντυπωσιακή βελτίωση των αφρικανικών εθνικών ομάδων ήταν το πλέον αξιοπρόσεκτο νέο στοιχείο που χαρακτήρισε, ως τώρα, την αμιγώς αγωνιστική πλευρά του  εξελισσόμενου ποδοσφαιρικού Μουντιάλ. Αλλά δεν βαριέστε… Οτιδήποτε χρήζει περισσότερης προσοχής, εδώ στην Ελλάδα εύκολα παραγκωνίζεται για χάρη του … «τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου». Ας πούμε για να αναλυθεί (;) ξανά και ξανά πώς μια άχρωμη, στείρα, προβληματική γερμανική ομάδα αποκλείστηκε πάλι (δηλαδή όπως στα Μουντιάλ του 2022 και 2018) νωρίς – νωρίς, χωρίς μάλιστα να την έχει «εκτροχιάσει» κάποια άλλη μεγάλη δύναμη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Η μόνη διαφορά σε σχέση με τα δυο προηγούμενα Μουντιάλ είναι ότι φέτος απέκλεισε τους Γερμανούς μια ομάδα, η Παραγουάη, που θεωρείται – και είναι- αισθητά υποδεέστερη όσων «ευθύνονταν» για τις γερμανικές αποτυχίες το 2018 και το 2022.

Δεν στερείται φυσικά ενδιαφέροντος η συζήτηση για το γερμανικό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα και τους προπονητές του. Ούτε για το ότι, μετά το Μουντιάλ του 2014. δεν βγήκε καμία «φουρνιά» παικτών όπως εκείνη, που μεταξύ άλλων περιλάμβανε – δυστυχώς για τους ρατσιστές- και πολύ ταλαντούχους γόνους μεταναστών από την Πολωνία, την Αφρική και την Τουρκία. Το θέμα είναι ότι η συζήτηση αυτή, με την ένταση και τη διόγκωση που έλαβε στην ελληνική αθλητική «περιρρέουσα ατμόσφαιρα», έγινε ωσάν να έχουν παραβιαστεί κάποιοι… κανόνες της φύσης.

Ειδικά το γεγονός ότι οι Γερμανοί αποκλείστηκαν στη διαδικασία των πέναλτι σχεδόν… διεκτραγωδήθηκε. Λες και βγήκε ο ήλιος από τη Δύση ή έγινε ορατό το Βόρειο Σέλας από τη Σαχάρα. Ένας αθλητικός σχολιαστής, μάλιστα, για να …δραματοποιήσει περισσότερο τα πράγματα είπε πως ποτέ άλλοτε, σε καμία διεθνή διοργάνωση, δεν το είχε πάθει αυτό η γερμανική εθνική ομάδα. Πρόκειται για ανακρίβεια ολκής, καθώς το 1976, στο τελικό του Euro (Κύπελλο Εθνών Ευρώπης το έλεγαν τότε), η Τσεχοσλοβακία κατέκτησε το τρόπαιο επικρατώντας της Δυτικής. Γερμανίας στα πέναλτι.

Έκτοτε, όντως, σε τέσσερα Μουντιάλ (1982, 1986, 1990, 2006) οι Δυτικογερμανοί ή «σκέτα» Γερμανοί κέρδισαν προκρίσεις στα πέναλτι. Η τωρινή τους αποτυχία στη συγκεκριμένη διαδικασία ήταν η πρώτη, σε ό,τι αφορά τα Μουντιάλ.  Αν όμως ήταν γραμμένο στο DNA των «χαλκέντερων», γεμάτων από «ολύμπια ψυχραιμία» και αποφασιστικότητα Γερμανών να υπερισχύουν στα πέναλτι (όπου η τύχη ή μια επιλογή της στιγμής μπορεί να καθορίσει πολλά),  ε, αυτό μάλλον θα είχε φανεί από το 1976…

Με άλλοθι την ατάκα του Γκάρι Λίνεκερ

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Ποιες… αμαρτίες πληρώνουμε εμείς η ποδοσφαιρόφιλοι και «λουζόμαστε» τόσο συχνά αυτήν τη σχεδόν μεταφυσική φιλολογία, αφενός για τα ακαταμάχητα γερμανικά προσόντα και αφετέρου για τους μυστηριώδεις λόγους της άρσης τους;

Υπό μία έννοια, ίσως πληρώνουμε τη φήμη της παλαιότερης ατάκας του μεγάλου Βρετανού πρώην ποδοσφαιριστή, Γκάρι Λίνεκερ:  «Το ποδόσφαιρο είναι απλό παιχνίδι. Είκοσι δύο παίκτες κυνηγούν μια μπάλα για 90 λεπτά και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί».

Αυτό το είχε πει ο Γκάρι, μέσα στην πίκρα του, το 1990. Τότε που η Γερμανία απέκλεισε στα πέναλτι την Αγγλία και έτσι προκρίθηκε στον τελικό του Μουντιάλ. Για την ιστορία: Η γερμανική ομάδα ήταν κατά γενική ομολογία ανώτερη όλων, το 1990. Έπαιξε και στον τελικό πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους της, τους Αργεντινούς, αλλά νίκησε χάρη σε ένα υποτιθέμενο πέναλτι που μάλλον θα δίσταζε να καταλογίσει – αν διαιτήτευε- ακόμη και ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ…

Ο ίδιος ο Γκ. Λίνεκερ αργότερα αναίρεσε το απόφθεγμά του – είπαμε, η φόρτιση της στιγμής το γέννησε. Αλλά ακόμη κι αν δεν το είχε απαρνηθεί ο ίδιος, το έπραξε η πραγματικότητα. Σε κάθε μία επιβεβαίωση του «δόγματος Λίνεκερ» αντιστοιχούσαν και αντιστοιχούν κάμποσες διαψεύσεις.

Η αλήθεια είναι ότι το πνεύμα της ατάκας Λίνεκερ ενσωμάτωνε και μια διαμορφωμένη, τότε, εμπειρία: Αρκετές φορές γερμανικές ομάδες (η εθνική ή σύλλογοι) κέρδιζαν ματς ή απέφευγαν ήττες  την ύστατη στιγμή. Αυτό ευνόησε τη μυθοπλασία που έτεινε να καταστήσει «γερμανικά» γνωρίσματα την επιμονή, το πείσμα και την αυτοπεποίθηση.

Σε άλλες περιπτώσεις, γερμανικές ομάδες κέρδισαν τρόπαια αντιμετωπίζοντας αντιπάλους που είχαν αποδώσει εν γένει καλύτερα ή και πολύ καλύτερα στις αντίστοιχες αναμετρήσεις (χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα Κύπελλα Πρωταθλητριών της Μπάγερν Μονάχου το 1975 και 1976, απέναντι στην αγγλική Λιντς και τη γαλλική Σεντ Ετιέν, αντίστοιχα). Έτσι η μυθοπλασία, επεκτάθηκε: Οι Γερμανοί είναι περίπου «γεννημένοι νικητές». Ακόμη κι αν τα πράγματα δεν τους πάνε καλά, θα βρουν τον τρόπο να τα «μανουβράρουν».

Εάν όλα τούτα τα κλισέ αλήθευαν τότε η Γερμανία, χώρα με τόσο μεγάλο πληθυσμό, με τέτοια οικονομική ισχύ, οργάνωση και μεθοδικότητα, καθώς με δεδομένο το ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο, θα ήταν πρωταθλήτρια στη συγκομιδή τροπαίων στις περισσότερες διεθνείς διοργανώσεις. Έλα όμως που δεν είναι σε καμία!

Όταν μιλούν (και) οι αριθμοί…

Σε ό,τι αφορά τα Μουντιάλ (ή Παγκόσμια Κύπελλα, όπως ονομάζονταν παλιά), πρώτη είναι η Βραζιλία με πέντε κατακτήσεις. Η Γερμανία και η Ιταλία ακολουθούν με τέσσερις. Με το δίκιο του θα παρατηρήσει κανείς ότι το πρώτο από τα ιταλικά τρόπαια, εκείνο του Μουντιάλ που είχε διεξαχθεί το 1934 στην Ιταλία, θα πρέπει να «πιστωθεί» ουσιαστικά στις απερίγραπτες διαιτησίες, για τις οποίες είχε… φροντίσει το καθεστώς Μουσολίνι. Μόνο που και το πρώτο γερμανικό τρόπαιο, εκείνο του 1954, δεν ήταν περισσότερο «καθαρό», όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Ούτε σε κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος κατέχει τα σκήπτρα η γερμανική εθνική ομάδα. Τα κατέχει η Ισπανία,  με τέσσερις φορές. Η Γερμανία ακολουθεί με τρεις, μία παραπάνω από όσες έχουν η Γαλλία και η Ιταλία. Και μάλιστα η τελευταία φορά που πανηγύρισαν οι Γερμανοί ήταν τριάντα χρόνια πριν, δηλαδή στο 1996.

Τα τρόπαια των συλλόγων στις ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις μπορούν ίσως να θεωρηθούν ασφαλέστερος γνώμονας, επειδή παρέχουν δείγμα μεγάλο και συνεχές. Κάθε χρονιά – κι όχι ανά τετραετία – παιζόταν και παίζεται μπάλα σε τρεις διαφορετικές διοργανώσεις, με συμμετοχή πλήθους ομάδων. Κι εδώ ακριβώς είναι που οι Γερμανοί ασθμαίνουν.

Σε όλη την ιστορία των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων για συλλόγους, οι Ισπανοί έχουν κερδίσει τρόπαια 41 φορές, οι Άγγλοι 37, οι Ιταλοί 30 και οι Γερμανοί 20 φορές. Αν εστιάσουμε στην κορυφαία διοργάνωση συλλόγων, το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης που έγινε Τσάμπιονς Λιγκ,  θα μετρήσουμε 20 επιτυχίες των Ισπανών, 15 των Άγγλων, 12 των Ιταλών και 8 των Γερμανών.

Από πού κι ως πού λοιπόν οι ποδοσφαιρικές αποτυχίες των Γερμανών αντιμετωπίζονται εδώ, στην Ελλάδα, περίπου ως… κοσμογονική εκτροπή από την «κανονικότητα»; Η απάντηση δεν (μπορεί να) είναι αμιγώς αθλητική. Παραπέμπει στη γενικότερη καλλιέργεια δέους για οτιδήποτε βρίσκεται βορειότερα και δυτικότερα ημών. Κι αυτό το δέος προσλαμβάνει διαστάσεις δυσθεώρητες, όταν πρόκειται για τη Γερμανία.

Μύθοι που αναζητούν ποδοσφαιρικά αντίστοιχα

Πλάι στο δέος έρχεται και «κολλάει »  η εξιδανίκευση. Γιατί; Διότι πρέπει να «εξειδικευτούν», να καθρεφτιστούν και στο αθλητικό στερέωμα όλα τα σκοροφαγωμένα στερεότυπα, με τα οποία έχουμε «βομβαρδιστεί». Ας τα μνημονεύσουμε εν τάχει, προτού δούμε την αντανάκλασή τους στα του ποδοσφαίρου: Γερμανία, η χώρα της δίκαιης αυστηρότητας, της τήρησης των κανόνων, της «προτεσταντικής ηθικής». Γερμανία, η χώρα «που αν μας είχε υποδουλώσει εκείνη επί 400 χρόνια αντί για τους Οθωμανούς, τώρα θα ήμασταν απαλλαγμένοι από κουτοπονηριές και διαφθορά».

Πόσο σχετίζονται με την πραγματικότητα όλα αυτά τα αποκυήματα της φαντασίας του… μετα- μοντέρνου ραγιαδισμού;  Όσοι ενδιαφέρονται για στέρεες απαντήσεις, ας διαβάσουν τα βιβλία του εξαιρετικού, πολυβραβευμένου Γερμανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Γκίντερ Βάλραφ, που ακτινογραφεί με αδιάσειστη τεκμηρίωση τα γερμανικά ήθη. Θα μπορούσαν ίσως να αρχίσουν με το βιβλίο του «Από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο: η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος» («Aus der schönen neuen Welt –  Expeditionen ins Landesinnere», 2009, στα ελληνικά από τις εκδόσεις  «Τόπος»).

Εάν πάλι έχουν προγραμματίσει (οι ενδιαφερόμενοι) την ανάγνωση άλλων βιβλίων για το καλοκαίρι, ας κάνουν μερικά τεστ μνήμης  σχετικά με ορισμένες «κορυφές του παγόβουνου»  της γερμανικής «ηθικοκρατίας».

Γερμανία. Είναι η χώρα της Siemens, που μόνο… τον ίσκιο της δεν δωροδοκούσε. Η χώρα της «βουτηγμένης» στα σκάνδαλα (μεταξύ τους και «ξεπλύματα» τεράστιων ποσών) Deutsche Bank. Η χώρα της Volkswagen, η οποία είχε εγκαταστήσει σε 11 εκατομμύρια αυτοκίνητα εκείνο το λογισμικό που ξεγελούσε τους μηχανισμούς ελέγχου καυσαερίων. Η χώρα της οποίας οι κυβερνήσεις απαιτούσαν από τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη άτεγκτη, απαρέγκλιτη εφαρμογή οικονομικών κανόνων, όταν οι ίδιες έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια πχ  τα συμφωνημένα «πλαφόν» για τα επιτρεπτά εμπορικά πλεονάσματα. Η χώρα, στην οποία αποδείχθηκε ότι υψηλόβαθμα συνδικαλιστικά  στελέχη εξαγοράζονταν με μεγάλα χρηματικά ποσά (κι ενίοτε με πολυτελή ταξίδια στο εξωτερικό και με πόρνες), ώστε να τηρούν «υπεύθυνη στάση» σε νευραλγικά εργασιακά ζητήματα.

Ας σταματήσουμε κάπου εδώ τις υπομνήσεις και ας σκεφθούμε κάτι: Εάν παρ’ όλα τα παραπάνω – που δεν τα λες και άγνωστα – επιβιώνουν ακόμη τα παιδαριώδη κλισέ για τη Γερμανία, η οποία ενσαρκώνει έναν… ατελείωτο… παράδεισο «κανόνων» και «νομιμότητας», πώς να μην συντηρούνται τα αντίστοιχα κούφια στερεότυπα και για το ποδόσφαιρο;

Από το σκάνδαλο του 1971 στον Χόιτσερ και στη φοροδιαφυγή  

Και καλά, ας πούμε ότι ο χρόνος έχει σβήσει τα παλιά. Πόσοι να θυμούνται ή να έμαθαν πχ ότι το 1971 στη Γερμανία αποδείχθηκε η εμπλοκή 53 ποδοσφαιριστών και δυο προπονητών σε σκάνδαλο διαμόρφωσης αποτελεσμάτων; Επρόκειτο για την υπόθεση που ονομάστηκε «Bundesligaskandal» («Μπουντεσλίγκα» λέγεται η μεγάλη ποδοσφαιρική κατηγορία  στη Γερμανία και το αντίστοιχο πρωτάθλημα). Η σοβαρότητά της υπήρξε ανάλογη δυο κατοπινών ποδοσφαιρικών σκανδάλων στην Ιταλία. Του «Totonero» το 1978 -1980 και του γνωστού «Calciopolis» που αποκαλύφθηκε το 2006.

Ας μην το πιάσουμε λοιπόν το νήμα από τόσο παλιά. Ας μην δούμε πώς ακριβώς οι «συνήθεις ύποπτοι» (για κάτι τέτοια) Ιταλοί πήραν…  μαθήματα από τα σαϊνια στη Γερμανία. Ας έλθουμε κατ’ ευθείαν στον 21ο αιώνα. Από την έλευσή του και μετά, δυο υπήρξαν στην Ευρώπη τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα σκάνδαλα χειραγώγησης αποτελεσμάτων. Το  «Calciopolis» στην Ιταλία και το «σκάνδαλο Χόιτσερ», το 2004 – 2005.

Ο Γερμανός διαιτητής Ρόμπερτ Χόιτσερ υπήρξε άνθρωπος – κλειδί σε μία υπόθεση διαμόρφωσης αφύσικων αποτελεσμάτων, που λόγω του παράνομου στοιχήματος ήταν επιθυμητά και επικερδέστατα. Το κύκλωμα έδρευε στο Βερολίνο, αλλά και στην Κροατία. Εκεί οι αδελφοί Σάπινα «έκαναν παιχνίδι»  συνεργαζόμενοι με τον Χόιτσερ που με τις φαινομενικά ανεξήγητες αποφάσεις του (καταλογισμός άδικων πέναλτι, αναίτιες αποβολές παικτών, κ.α) κόμιζε αποτελέσματα, τα οποία έφερναν τεράστια ποσά στις τσέπες όλης της συμμορίας – και φυσικά στη δική του.

Αξίζει να σημειωθεί κάτι: Μολονότι οι πρακτικές του Χόιτσερ «έβγαζαν μάτι», μολονότι το πεδίο δράσης του δεν ήταν περιθωριακό (τα επίμαχα ματς ήταν κυρίως του Κυπέλλου Γερμανίας και του πρωταθλήματος της δεύτερης κατηγορίας της χώρας), για να «ξετυλιχτεί το κουβάρι» χρειάστηκε να κινηθούν τον Ιανουάριο του 2005 τρεις άλλοι διαιτητές και να ενημερώσουν – εκείνοι- τις αρχές ότι κάτι μύριζε άσχημα…

Αν, τώρα, χρειαζόμαστε και κάτι πολύ πρόσφατο εκ Γερμανίας, μπορούμε να σταθούμε στην 25η Ιουνίου 2026. Την ημέρα εκείνη, δικαστήριο της Φρανκφούρτης καταδίκασε σε πρόστιμο ύψους 130.000 ευρώ την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας (DFB), για φορολογικές απάτες που σχετίζονταν με τη διοργάνωση του Μουντιάλ 2006. Η απάτη αφορούσε ποσό 6,7 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή 51,5 φορές υψηλότερο από το πρόστιμο που επιβλήθηκε.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, μάλιστα, φέρεται να χρησιμοποίησε τα… εξοικονομημένα χρήματα ο τότε πρόεδρος της DFB, ο μεγάλος παλιός θρύλος του γερμανικού ποδοσφαίρου Φρανς Μπεκενμπάουερ (μακαρίτης, από το 2024), προκειμένου να δωροδοκήσει μέλη της οικονομικής επιτροπής της Παγκόσμιας Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, της FIFA (εδώ )

Το… βιοχημικό «θαύμα» της Βέρνης   

Στα ψυχροπολεμικά χρόνια, όταν συνυπήρχαν δυο γερμανικά κράτη, μόνιμο σημείο αναφοράς στη Δυτική (Ομοσπονδιακή) Γερμανία – αλλά σε ολόκληρη τη Δύση – ήταν ο καταλυτικός ρόλος που διαδραμάτιζε η χρήση αναβολικών  στα αθλητικά επιτεύγματα της Ανατολικής (Λαϊκής) Γερμανίας. Κυρίως στα αγωνίσματα του στίβου και στην κολύμβηση.

Έπειτα από την ενοποίηση των δυο Γερμανιών (1990) οι σχετικές αναφορές πύκνωσαν, ώστε να ενσωματωθούν στα… επινίκια. Να καταδειχθεί επιθετικότερα το συστηματικό ντόπινγκ ως έκφανση «κομμουνιστικής απάτης».  Παρέμεινε όμως ταμπού, που μόνο στον 21ο αιώνα άρχισε να σπάει, η πολύ στενή σχέση την οποία διατηρούσε με τη χρήση αναβολικών και η «καλή» Γερμανία… Κυρίως στο ποδόσφαιρο.

Την Κυριακή, 4η Ιουλίου 1954, συντελέστηκε το λεγόμενο «θαύμα της Βέρνης». Στον τελικό του Μουντιάλ η Δυτική Γερμανία υπερίσχυσε με 3-2 της πανίσχυρης Ουγγαρίας. Στη Δυτική Ευρώπη το αποτέλεσμα εκείνο χαιρετίστηκε ως συμβολική νίκη «επί του σιδηρού παραπετάσματος». Στην ίδια τη Δυτική Γερμανία πανηγυρίστηκε περίπου όσο – νωρίτερα – και η Συμφωνία του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1953), με την οποία οι σύμμαχοι διέγραψαν το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους της χώρας.

Οι μελετητές της διοργάνωσης εκείνης γνωρίζουν αρκετά για τη μεροληπτική, «φιλο-γερμανική»  διαιτησία του Άγγλου Γουίλιαμ Λινγκ, ο οποίος μεταξύ άλλων αποφάσισε – σε συνεννόηση με τον Ουαλό επόπτη Γκρίφιθς – να  ακυρώσει ένα, κατά γενική ομολογία κανονικό, γκολ του Φέρενς Πούσκας, προς το τέλος της αναμέτρησης. Το βασικό όμως δεν ήταν η διαιτησία. Αυτή ίσως και να μην επαρκούσε, αν πάσχιζε μόνη της για το «θαύμα». Υπήρχε και κάτι… άλλο. Αυτό που όλοι «το’ χαν τούμπανο» (οι ενδείξεις ήταν αρκετές και ισχυρές) και οι Δυτικογερμανοί «κρυφό καμάρι», βρήκε και επιστημονική παραδοχή με καθυστέρηση 56 ετών.

Τον Οκτώβριο του 2010, δημοσιεύθηκαν τα πορίσματα σχετικής έρευνας του Πανεπιστημίου Λειψίας. Σύμφωνα με αυτά, στη διοργάνωση του 1954 οι ποδοσφαιριστές της Δυτικής Γερμανίας δεν είχαν καταναλώσει βιταμίνη C, όπως τους είχε ειπωθεί. Οι υπεύθυνοι της ομάδας τους είχαν χορηγήσει την ουσία Pervitin. Μια μορφή μεθαμφεταμίνης, την οποία νωρίτερα, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ναζί έδιναν στους στρατιώτες και ιδίως τους πιλότους του Τρίτου Ράιχ (εδώ ).

Οι Δυτικογερμανοί παίκτες το 1954 δεν χρειάστηκε να… πετάξουν κυριολεκτικά, διεγερμένοι, όπως νωρίτερα οι πιλότοι του Χέρμαν Γκέρινγκ. Άλλωστε το προσωνύμιο που ελαφρά τη καρδία δόθηκε στη δυτικογερμανική εθνική ομάδα, δηλαδή τα «πάντσερ», παραπέμπει στα τανκς των Ναζί και όχι στα πολεμικά αεροσκάφη τους. Για τους ποδοσφαιριστές της ομάδας εκείνης ήταν αρκετή η εξασφάλιση της παραπανίσιας ενέργειας. Έφθανε που   «πετούσαν» πάνω στο λασπωμένο, βαρύ από τη βροχή, τερέν. Και σε εκείνες τις εποχές, αυτό το «παραπανίσιο» έκρινε πολλά.

Από το 1966 στην «προδοτική» ειλικρίνεια του Χάρολντ  Σουμάχερ

Το 1966 φιλοξένησε το Μουντιάλ η Αγγλία – και το κέρδισε, υπερισχύοντας στον τελικό της Δυτικής Γερμανίας με σκορ 4-2. Δεκαετίες αργότερα, το 2013, σε ένα αφιέρωμά του για τη στενή σχέση του ντοπαρίσματος με τον δυτικογερμανικό αθλητισμό, το Associated Press κατέγραψε και το εξής στοιχείο: Σε επιστολή του με ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1966, ο τότε ιατρικός επίτροπος της FIFA, ο Γιουγκοσλάβος Μ. Αντρέιβιτς, ανέφερε ότι είχαν ανιχνευτεί απαγορευμένα διεγερτικά σε τρεις – μη κατονομαζόμενους – παίκτες της δυτικογερμανικής ομάδας που συμμετείχε στο Μουντιάλ εκείνο (εδώ  )

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, όμως, είναι εκείνη του διάσημου δυτικογερμανού πρώην τερματοφύλακα, Χάρολντ Σουμάχερ. Τον Μάρτιο του 1987 κυκλοφόρησε το βιβλίο του, υπό τον τίτλο «Der anpfiff» («Το εναρκτήριο σφύριγμα»). Σε αυτό, ανάμεσα σε άλλα,  ο Χ. Σουμάχερ αναφέρθηκε στο Μουντιάλ του 1986 – στο Μεξικό. Εκεί όπου οι Δυτικογερμανοί έφθασαν στον τελικό και ηττήθηκαν από την Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα, με 3-2. Ο Χ. Σουμάχερ περιέγραφε μια δυτικογερμανική εθνική ομάδα, της οποίας οι παίκτες συνεχώς κατανάλωναν χάπια κι έκαναν ενέσεις. Ας αφήσουμε να εξιστορήσει τα υπόλοιπα ο Εντουάρντο Γκαλεάνο (από το βιβλίο του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου»):

«Ο Σουμάχερ, που παραδέχθηκε ότι και αυτός είχε ντοπαριστεί μερικές φορές, κατηγορήθηκε για εθνική προδοσία. Το λαϊκό ίνδαλμα, δύο φορές φιναλίστ σε τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου, αποβλήθηκε από το ναό και ρίχτηκε στα πόδια των αλόγων. Διωγμένος από την ομάδα του, την Κολωνία, έχασε τη θέση του στην εθνική ομάδα και υποχρεώθηκε να πάει να παίξει ποδόσφαιρο στην Τουρκία».

Η «εξορία» του Χ. Σουμάχερ διήρκεσε από το 1988 ως το 1991, διάστημα κατά το οποίο υπερασπίστηκε την εστία της Φενέρμπαχτσε. Κατόπιν επέστρεψε στη Γερμανία, όπου αγωνίστηκε στην Μπάγερν Μονάχου και κατόπιν τη Μπορούσια Ντόρτμουντ. Ήταν πολύ καλός και έμπειρος τερματοφύλακας, για να μείνει μέχρι τέλους αναξιοποίητος.

Λέτε να μάθουμε από κάποιο γερμανικό πανεπιστήμιο – ή από άλλον φορέα της χώρας- τίποτα… ενδιαφέρον για το Μουντιάλ του 1986, όπως έγινε για εκείνο του 1954; Λέτε ο απαιτούμενος χρόνος να είναι ξανά τα 56 χρόνια; Αν ναι, υπομονή, μόνο 16 απέμειναν. Το 2042 δεν είναι πολύ μακριά…

ΥΓ, επί του πιεστηρίου: Πέραν της Γερμανίας, αποκλείστηκαν Ολλανδία και – προ ολίγου- η Αυστρία. Κάτι δεν πάει καλά με τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις του σκληρού πυρήνα των «φειδωλών» της Ευρώπης, έτσι;

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ