Ενεργειακές υποδομές και δασικές πυρκαγιές: ανάγκη ενσωμάτωσης του κινδύνου στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό, Χάρις Γιαννοπούλου

 

  1. Εισαγωγή

Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές και κοινωνικές προκλήσεις της εποχής μας. Η αυξανόμενη συχνότητα και έντασή τους σε πολλές περιοχές του κόσμου καθιστά αναγκαία τη συστηματική μελέτη τόσο των παραγόντων που ευνοούν την εξάπλωσή τους όσο και των αιτίων της αρχικής τους ανάφλεξης. Κατά συνέπεια, η διερεύνηση κάθε πιθανής πηγής ανάφλεξης αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο των σύγχρονων πολιτικών πρόληψης.

Στο παραπάνω πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των ενεργειακών υποδομών ως πιθανών πηγών ανάφλεξης. Ο όρος «ενεργειακές υποδομές» χρησιμοποιείται εδώ με ευρεία έννοια. Περιλαμβάνει τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, τις σχετικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις —όπως υποσταθμούς, μετασχηματιστές και λοιπό ηλεκτρολογικό εξοπλισμό— καθώς και τις εγκαταστάσεις παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αιολικές εγκαταστάσεις, φωτοβολταϊκούς σταθμούς και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας (BESS). Όπου απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχοι ειδικότεροι όροι.

Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά από μια σειρά καταστροφικών πυρκαγιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αυστραλία και σε ευρωπαϊκές χώρες, αυξήθηκε σημαντικά το επιστημονικό ενδιαφέρον για τον ρόλο των ενεργειακών υποδομών στην εκδήλωση των δασικών πυρκαγιών. Έκτοτε η διερεύνηση των μηχανισμών ανάφλεξης που σχετίζονται με τις ενεργειακές υποδομές αποτελεί πλέον αντικείμενο εκτεταμένης επιστημονικής έρευνας και τεχνικής αξιολόγησης.

Η διεθνής βιβλιογραφία δεν αντιμετωπίζει πλέον τα σχετικά συμβάντα ως μεμονωμένες τεχνικές αστοχίες. Αντίθετα, τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης του κινδύνου, όπου αλληλοεπιδρούν οι ενεργειακές υποδομές, οι κλιματικές συνθήκες, η βλάστηση, η μορφολογία του εδάφους και η ανθρώπινη δραστηριότητα. Στο πλαίσιο τούτο, η αξιολόγηση του κινδύνου πυρκαγιάς δεν αφορά μόνο τις τεχνικές προδιαγραφές και τη λειτουργία των ενεργειακών εγκαταστάσεων, αλλά επεκτείνεται και στις συνέπειες μιας τεχνικής αστοχίας όταν οι εγκαταστάσεις χωροθετούνται μέσα ή κοντά σε ευαίσθητα φυσικά οικοσυστήματα.

Στην Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η χώρα χαρακτηρίζεται από υψηλό κίνδυνο δασικών πυρκαγιών, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη εκτεταμένη ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών σε ορεινές περιοχές, νησιά και περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας. Οι πρόσφατες πυρκαγιές, στις οποίες διερευνήθηκε ή αποδόθηκε σε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις η αιτία έναρξης της πυρκαγιάς, ανέδειξαν ότι το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα την ελληνική πραγματικότητα.

Στο άρθρο παρουσιάζονται συνοπτικά τα σημαντικότερα ευρήματα  της πρόσφατης διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας για τη σύνδεση των ενεργειακών υποδομών με τις δασικές πυρκαγιές, αναδεικνύονται οι βασικές πηγές κινδύνου που έχουν αναγνωριστεί διεθνώς και εξετάζεται πόσο ο σωρευτικός κίνδυνος πυρκαγιάς από σύνθετα ενεργειακά έργα αξιολογείται επαρκώς κατά τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό και τη χωροθέτησή τους.

 

  1. Τι γνωρίζουμε σήμερα από τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία

Τι δείχνει η διεθνής εμπειρία

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι πυρκαγιές που σχετίζονται με ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν σπάνια ή μεμονωμένα περιστατικά. Αντίθετα, σε χώρες με συχνές και εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, η σχέση των ενεργειακών υποδομών με την εκδήλωση πυρκαγιών αποτελεί πλέον αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής και τεχνικής διερεύνησης, ενώ συγκεκριμένα περιστατικά έχουν απασχολήσει και τη Δικαιοσύνη. Τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αν και οι ενεργειακές υποδομές ευθύνονται για σχετικά μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού των πυρκαγιών, οι συνέπειες τους είναι δυσανάλογα μεγάλες.

Στην Καλιφόρνια, επίσημη έκθεση του California State Auditor έδειξε ότι την περίοδο 2016–2020 περίπου 1.614 από τις 16.377 πυρκαγιές (περίπου 10%) αποδόθηκαν σε υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι πυρκαγιές ευθύνονταν περίπου για το 19% της συνολικής καμένης έκτασης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αναφλέξεις από ενεργειακές υποδομές συνέβαιναν συχνότερα σε περιόδους ακραίου πυρομετεωρολογικού κινδύνου —με υψηλές θερμοκρασίες, χαμηλή υγρασία και ισχυρούς ανέμους— και προκαλούσαν αναλογικά πολύ μεγαλύτερες καταστροφές

Η εμπειρία εκτός Ηνωμένων Πολιτειών

Στην Ισπανία, η επίσημη εθνική βάση EGIF καταγράφει τις δασικές πυρκαγιές από το 1968 και περιλαμβάνει περισσότερα από 150 πεδία για κάθε συμβάν, μεταξύ των οποίων η περιοχή και το μέσο ανάφλεξης.

Αντίστοιχα, στην Πορτογαλία το ICNF διαθέτει τα επιμέρους αρχεία των αγροδασικών πυρκαγιών από το 1980 έως το 2025, καθώς και ειδική ταξινόμηση των αιτίων, στην οποία περιλαμβάνονται οι ηλεκτρικές γραμμές. Η χωριστή καταγραφή τους στις επίσημες βάσεις δεδομένων δείχνει ότι τα ηλεκτρικά δίκτυα αναγνωρίζονται ως μία από τις πιθανές αιτίες πυρκαγιάς και εξετάζονται συστηματικά κατά τη διερεύνηση των περιστατικών.  Ενδεικτικά είναι  και τα στοιχεία για την υποπεριφέρεια του Baixo Alentejo κατά την περίοδο 2010–2019. Οι πυρκαγιές που ταξινομήθηκαν ως «ατυχηματικές» (acidentais, κατά την πορτογαλική ταξινόμηση) αντιπροσώπευαν το 22,1% των πυρκαγιών, αλλά συνδέονταν με το 50% της συνολικής καμένης έκτασης. Στην συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονταν κυρίως περιστατικά που σχετίζονταν με τα ηλεκτρικά δίκτυα και τη χρήση μηχανημάτων και επιβεβαιώνουν ότι τα ηλεκτρικά δίκτυα αποτελούν καταγεγραμμένη αιτία αγροδασικών πυρκαγιών και σε μεσογειακές ευρωπαϊκές συνθήκες.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η εμπειρία της Αυστραλίας. Το 2009 η Victorian Bushfires Royal Commission, η οποία διερεύνησε τις πυρκαγιές του «Μαύρου Σαββάτου» (Black Saturday) στη Βικτώρια στις 7 Φεβρουαρίου 2009, διαπίστωσε ότι αστοχίες στοιχείων του ηλεκτρικού δικτύου (failed electricity assets) προκάλεσαν πέντε από τις έντεκα μεγάλες πυρκαγιές. Μία, η πυρκαγιά στο Kilmore East, ξεκίνησε από ηλεκτρικό τόξο μετά τη θραύση αγωγού του ηλεκτρικού δικτύου ηλικίας περίπου 43 ετών και προκάλεσε 119 θανάτους. Η ίδια επίσημη έρευνα κατέγραψε ότι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις είχαν προκαλέσει εννέα από τις δεκαέξι μεγάλες πυρκαγιές του 1977 και τέσσερις από τις οκτώ μεγάλες πυρκαγιές της Ash Wednesday το 1983.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα κρίσιμο συμπέρασμα: σε συνήθεις συνθήκες το ποσοστό των αναφλέξεων που σχετίζονται με ηλεκτρικές υποδομές μπορεί να είναι σχετικά χαμηλό, τις ημέρες όμως με ισχυρούς ανέμους και υψηλό πυρομετεωρολογικό κίνδυνο αυξάνεται σημαντικά, ενώ οι συνέπειες των πυρκαγιών είναι συνήθως πολύ βαρύτερες.

  1. Μηχανισμοί πρόκλησης δασικών πυρκαγιών από ενεργειακές υποδομές

Η διαπίστωση ότι οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν αναγνωρισμένη πηγή κινδύνου δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά που εκδηλώνεται κοντά σε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις οφείλεται σε αυτές. Δεν αναιρεί επίσης το γεγονός ότι οι φυσικές και οι ανθρωπογενείς αιτίες εξακολουθούν να αποτελούν τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης δασικών πυρκαγιών.

Η διεθνής βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι απαιτείται τεκμηριωμένη διερεύνηση κάθε περιστατικού και αποφεύγει τις γενικεύσεις. Τούτο όμως δεν αναιρεί την ανάγκη συστηματικής αξιολόγησης του πρόσθετου κινδύνου πυρκαγιάς που μπορεί να συνεπάγεται η εγκατάσταση ενεργειακών υποδομών, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας και αυξημένου πυρομετεωρολογικού κινδύνου.

Οι διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες συγκλίνουν στο ότι οι πυρκαγιές που σχετίζονται με ενεργειακές υποδομές δεν οφείλονται σε έναν μόνο μηχανισμό αλλά σε ένα σύνολο τεχνικών αστοχιών, οι οποίες υπό ορισμένες περιβαλλοντικές συνθήκες μπορούν να εξελιχθούν σε εστίες ανάφλεξης. Στα ηλεκτρικά δίκτυα, οι συχνότεροι μηχανισμοί περιλαμβάνουν την επαφή αγωγών μεταξύ τους ή με τη βλάστηση λόγω των ισχυρών ανέμων, την πτώση ή θραύση αγωγών, τα ηλεκτρικά τόξα, τις αστοχίες των μονωτήρων και των μετασχηματιστών, καθώς και τα λεγόμενα σφάλματα υψηλής αντίστασης, στα οποία ένας αγωγός μπορεί να παραμένει σε επαφή με το έδαφος ή τη βλάστηση χωρίς όμως να ενεργοποιούνται άμεσα τα συστήματα προστασίας.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των τεχνικών αστοχιών είναι ότι από μόνες τους δεν αρκούν για να προκαλέσουν μια μεγάλη καταστροφή. Όταν όμως συνδυαστούν με παρατεταμένη ξηρασία, χαμηλή υγρασία, υψηλές θερμοκρασίες, ισχυρούς ανέμους και μεγάλη συσσώρευση ξερής βιομάζας, ακόμη και ένας μικρός σπινθήρας μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας ανεξέλεγκτης δασικής πυρκαγιάς. Για τον λόγο τούτο, η σύγχρονη βιβλιογραφία δεν εξετάζει χωριστά τις τεχνικές αστοχίες και τις περιβαλλοντικές συνθήκες, αλλά τις αντιμετωπίζει ως αλληλένδετους παράγοντες που διαμορφώνουν τον συνολικό κίνδυνο πυρκαγιάς.

Η εικόνα αποτυπώνεται και στα στοιχεία των μεγάλων εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας της Καλιφόρνιας. Την περίοδο 2015–2020 καταγράφηκαν περισσότερα από 3.500 περιστατικά που σχετίζονταν με τα δίκτυα των τριών μεγαλύτερων εταιρειών ηλεκτρισμού της Πολιτείας. Περίπου τα τρία τέταρτα των περιστατικών συνδέονταν με τις ίδιες τις γραμμές μεταφοράς και διανομής και όχι με μετασχηματιστές ή άλλο ηλεκτρολογικό εξοπλισμό. Το εύρημα εξηγεί γιατί στις Ηνωμένες Πολιτείες ο έλεγχος και ο καθαρισμός της βλάστησης κατά μήκος των γραμμών, καθώς και ο εκσυγχρονισμός του ηλεκτρικού δικτύου, αποτελούν σήμερα βασικές προτεραιότητες της αντιπυρικής πολιτικής.

Ο σωρευτικός κίνδυνος από σύνθετα ενεργειακά έργα

Συχνά, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στις ανεμογεννήτριες ως το βασικό στοιχείο μιας αιολικής εγκατάστασης. Στην πραγματικότητα όμως, η εγκατάσταση και η λειτουργία ενός σύγχρονου ενεργειακού έργου προϋποθέτουν ένα ευρύτερο πλέγμα τεχνικών υποδομών, όπως νέους δρόμους πρόσβασης, πλατείες εγκατάστασης, υπόγεια και εναέρια δίκτυα μέσης και υψηλής τάσης, υποσταθμούς ανύψωσης τάσης, πυλώνες μεταφοράς, συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (BESS), καθώς και συνεχή παρουσία συνεργείων για τη λειτουργία και τη συντήρησή τους.

Η διεθνής βιβλιογραφία εξετάζει ολοένα και περισσότερο το σύνολο των υποδομών ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύστημα. Κάθε κατηγορία ενεργειακής υποδομής παρουσιάζει διαφορετικό επίπεδο κινδύνου. Ωστόσο, οι επιμέρους κίνδυνοι δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Οι ενεργειακές υποδομές αλληλεπιδρούν με το φυσικό περιβάλλον και, όταν συνυπάρχουν στην ίδια περιοχή, μπορούν να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Η αξιολόγηση του κινδύνου επομένως δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία ανεμογεννήτρια, έναν υποσταθμό ή μία γραμμή μεταφοράς, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη σωρευτική επίδραση όλων  των έργων που συνοδεύουν μια ενεργειακή εγκατάσταση.

Η ανάγκη μιας ολιστικής προσέγγισης αναδεικνύεται και από τις πρόσφατες επιστημονικές ανασκοπήσεις, οι οποίες δεν εξετάζουν πλέον μεμονωμένα περιστατικά αλλά την αλληλεπίδραση μεταξύ ενεργειακών υποδομών, βλάστησης, μετεωρολογικών συνθηκών και ανθρώπινης δραστηριότητας. Στο παραπάνω πλαίσιο, ο κίνδυνος πυρκαγιάς αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης πολλαπλών παραγόντων και όχι ως αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης τεχνικής αστοχίας.

  1. Από τη θεωρία στην πράξη: η διεθνής εμπειρία και η δικαστική διερεύνηση

Η σύνδεση των ενεργειακών υποδομών με τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές δεν αποτελεί πλέον μόνο θεωρητικό ενδεχόμενο, ούτε αποκλειστικά αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από καταστροφικές πυρκαγιές σε διάφορες χώρες οδήγησαν σε εκτεταμένες πραγματογνωμοσύνες, δικαστικές αποφάσεις και σημαντικές αλλαγές στον τρόπο σχεδιασμού, λειτουργίας και εποπτείας των ηλεκτρικών δικτύων.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η Καλιφόρνια, όπου πολλές από τις πλέον καταστροφικές πυρκαγιές της τελευταίας δεκαετίας αποδόθηκαν σε αστοχίες ηλεκτρικών υποδομών. Η Camp Fire (2018), η φονικότερη πυρκαγιά στην ιστορία της Πολιτείας, προκλήθηκε από βλάβη σε γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και κατέστρεψε  σχεδόν ολοκληρωτικά την πόλη Paradise  προκαλώντας τον θάνατο 85 ανθρώπων. Ακολούθησαν η Dixie Fire (2021), η Eaton Fire (2025) και άλλες μεγάλες πυρκαγιές, τις οποίες οι αρμόδιες αρχές διερεύνησαν και απέδωσαν την έναρξη της πυρκαγιάς σε ηλεκτρικά δίκτυα ή άλλες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις ασκήθηκαν ποινικές διώξεις ή κατατέθηκαν αγωγές, ενώ επιδικάστηκαν ή συμφωνήθηκαν αποζημιώσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παράλληλα, οι επανειλημμένες καταστροφές επέβαλαν τη ριζική αναθεώρηση των πρακτικών λειτουργίας, συντήρησης και εποπτείας των ηλεκτρικών δικτύων σε περιοχές αυξημένου κινδύνου πυρκαγιάς.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν μπορεί να περιορίζεται στον εντοπισμό μιας μεμονωμένης τεχνικής αστοχίας ή στην απόδοση ευθύνης στους τελευταίους κρίκους της αλυσίδας. Οφείλει να περιλαμβάνει όλους τους εμπλεκόμενους φορείς: τις ιδιοκτήτριες εταιρείες, τους διαχειριστές και φορείς εκμετάλλευσης των δικτύων, όσους είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση και την ασφαλή λειτουργία τους, καθώς και τις αρμόδιες αρχές που εγκρίνουν, ελέγχουν και εποπτεύουν τις σχετικές εγκαταστάσεις. Εξετάζεται, επομένως, όχι μόνο αν τηρήθηκαν οι στοιχειώδεις τεχνικοί κανόνες, αλλά και αν είχαν ληφθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία μέτρα πρόληψης, αν είχαν αντιμετωπιστεί γνωστές ελλείψεις και αν επετράπη η λειτουργία των δικτύων υπό ακραίες πυρομετεωρολογικές συνθήκες χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ασφάλειας. Διαφορετικά, η ευθύνη μετακυλίεται στους λιγότερο ισχυρούς, ενώ όσοι λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις για τον σχεδιασμό, τη λειτουργία και την εποπτεία των υποδομών ή και αποκομίζουν το οικονομικό όφελος παραμένουν ουσιαστικά στο απυρόβλητο.

  1. Η περιβαλλοντική βαρύτητα του κινδύνου

Στην περιβαλλοντική αξιολόγηση ενός έργου δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο η πιθανότητα ενός δυσμενούς συμβάντος. Οφείλει να αξιολογείται και το μέγεθος της περιβαλλοντικής ζημίας που μπορεί να προκαλέσει, ακόμη και όταν η πιθανότητά του είναι σχετικά μικρή.

Η πιθανότητα εκδήλωσης μιας πυρκαγιάς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη μιας πιθανής πηγής ανάφλεξης. Εξίσου καθοριστικά για τις συνέπειές της είναι τα χαρακτηριστικά της περιοχής στην οποία εκδηλώνεται. Η ίδια τεχνική αστοχία μπορεί να έχει περιορισμένες συνέπειες όταν συμβεί σε βιομηχανική ή αστική περιοχή και εντελώς διαφορετικές όταν εκδηλωθεί μέσα σε δάσος ή σε προστατευόμενη περιοχή υψηλής οικολογικής αξίας.

Στις συγκεκριμένες περιοχές η πυρκαγιά δεν συνεπάγεται μόνο την απώλεια της βλάστησης. Μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή οικοτόπων, απώλεια βιοποικιλότητας και άγριας πανίδας, διάβρωση του εδάφους, υποβάθμιση των υδατικών πόρων και μακροχρόνιες μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ενδημικά είδη ή σπάνιους οικοτόπους, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες ή να απαιτούν δεκαετίες για την αποκατάστασή τους.

Η επιστημονική αξιολόγηση ενός ενεργειακού έργου δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στην πιθανότητα εμφάνισης μιας τεχνικής αστοχίας. Οφείλει να συνεκτιμά και τη σοβαρότητα των συνεπειών που θα είχε μια ενδεχόμενη πυρκαγιά στη συγκεκριμένη περιοχή εγκατάστασης. Η περιβαλλοντική βαρύτητα του ίδιου τεχνικού συμβάντος μπορεί επομένως να διαφέρει δραματικά ανάλογα με την οικολογική αξία και την ευαισθησία της περιοχής στην οποία εκδηλώνεται.

Η παραπάνω διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου νέα ενεργειακά έργα χωροθετούνται σε ορεινές περιοχές, νησιά και περιοχές του δικτύου Natura 2000, οι οποίες χαρακτηρίζονται από υψηλή οικολογική αξία και συχνά από υψηλό κίνδυνο δασικών πυρκαγιών.

Ένα κρίσιμο ερώτημα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση ενεργειακών έργων

Τα τελευταία χρόνια έχει συσσωρευθεί σημαντική επιστημονική γνώση σχετικά με τους μηχανισμούς ανάφλεξης από ενεργειακές υποδομές, τις περιβαλλοντικές συνθήκες που ευνοούν την εκδήλωση μεγάλων πυρκαγιών και τα μέτρα πρόληψης που μπορούν να περιορίσουν τον σχετικό κίνδυνο. Πολύ λιγότερο έχει εξεταστεί, ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο η συσσωρευμένη γνώση ενσωματώνεται στις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης νέων ενεργειακών έργων.

Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων εξετάζουν συνήθως τις  άμεσες επιδράσεις ενός έργου στο φυσικό περιβάλλον, όπως την κατάληψη  της γης, την αλλοίωση του τοπίου, τις επιπτώσεις στη χλωρίδα και την πανίδα ή τον  θόρυβο. Τίθεται  όμως το ερώτημα κατά πόσο αξιολογείται με την ίδια πληρότητα και ο πρόσθετος κίνδυνος πυρκαγιάς που μπορεί να συνδέεται με το σύνολο των υποδομών ενός ενεργειακού έργου, ιδιαίτερα όταν χωροθετείται μέσα ή κοντά σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές.

Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν πρόκειται για εκτεταμένα έργα που περιλαμβάνουν εκτός από τις κύριες εγκαταστάσεις παραγωγής και δρόμους πρόσβασης, υποσταθμούς, πυλώνες, γραμμές μεταφοράς και διανομής, καθώς και, ολοένα συχνότερα, συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (BESS) όπως μπαταρίες ιόντων λιθίου (Li-ion). Κάθε επιμέρους στοιχείο μπορεί να έχει σχετικά μικρή συμβολή στον συνολικό κίνδυνο, η συνδυασμένη όμως παρουσία όλων των υποδομών μπορεί να αυξήσει τον συνολικό κίνδυνο πυρκαγιάς πράγμα που καθιστά αναγκαία την αξιολόγηση της σωρευτικής τους επίδρασης.

  1. Γιατί το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τον υψηλότερο κίνδυνο δασικών πυρκαγιών, λόγω του μεσογειακού κλίματος, της παρατεταμένης θερινής ξηρασίας, της συχνής εμφάνισης ισχυρών ανέμων και της ιδιαίτερης μορφολογίας του εδάφους. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες ευνοούν όχι μόνο την εκδήλωση αλλά και την ταχεία εξάπλωση των πυρκαγιών. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, ακόμη και μια μικρή εστία ανάφλεξης μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφική πυρκαγιά.  Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών σε ορεινές περιοχές, νησιά και περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής αξίας. Εκτός από τις ίδιες τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας, τα έργα συνοδεύονται από νέα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, υποσταθμούς, πυλώνες, οδικά έργα και, ολοένα συχνότερα, από εγκαταστάσεις αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την αξιολόγηση του συνολικού κινδύνου πυρκαγιάς στις συγκεκριμένες περιοχές.

Η ίδια εικόνα προκύπτει και από την πρόσφατη ελληνική εμπειρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εσωτερικής προκαταρκτικής ανάλυσης της Πυροσβεστικής, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν από το Reuters, το 2025 το ηλεκτρικό δίκτυο θεωρήθηκε πιθανή αιτία σε 15 από τις 41 μεγαλύτερες πυρκαγιές που εξετάστηκαν, δηλαδή σε ποσοστό περίπου 36,6%. Οι πυρκαγιές κατέκαψαν περισσότερα από 200.000 στρέμματα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ακολούθησε δικαστική διερεύνηση για πιθανές ευθύνες των διαχειριστών του δικτύου.

Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι ο ΔΕΔΔΗΕ και ο ΑΔΜΗΕ οφείλουν να υλοποιούν προγράμματα προληπτικού κλαδέματος δέντρων στις περιοχές από τις οποίες διέρχονται γραμμές ηλεκτρικής ενέργειας, αποψίλωσης των χώρων κάτω από σημεία ζεύξης και λήψης κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου για την πρόληψη πυρκαγιών. Οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις επισημαίνονται και στην Έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής για τις προοπτικές διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα, η οποία παραπέμπει στις σχετικές διατάξεις της ΚΥΑ 12030/Φ109.1/1999 και του Ν. 4001/2011. Η ύπαρξη, ωστόσο, της σχετικής θεσμικής πρόβλεψης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και την πλήρη εφαρμογή της στην πράξη, καθώς κατά καιρούς έχουν καταγραφεί ελλείψεις ή καθυστερήσεις στην εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών καθαρισμού και συντήρησης.

Στην Πάρνηθα, στη Χίο, στη Βοιωτία, στον Βαρνάβα, στη Δίρφυ, στην Κερατέα, στη Μεγαλόπολη, στη Σέριφο, στην Κέα και σε άλλες πρόσφατες πυρκαγιές, οι έρευνες των αρμόδιων αρχών απέδωσαν ή διερεύνησαν ως πιθανή αιτία ηλεκτρικά δίκτυα ή άλλες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Όλες οι περιπτώσεις δείχνουν ότι δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ένα φαινόμενο που επανέρχεται και απαιτεί συστηματική διερεύνηση, διαφάνεια στα πορίσματα και ουσιαστική λογοδοσία.

Η ελληνική δικαστική εμπειρία και το ζήτημα της ευθύνης

Στην Ελλάδα, ο ρόλος των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στην πρόκληση δασικών πυρκαγιών δεν αφορά μόνο πρόσφατα περιστατικά που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση. Έχει απασχολήσει ήδη επί σειρά ετών τεχνικούς πραγματογνώμονες και δικαστήρια. Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 20 Αυγούστου 2012 στη Δάριζα Τροιζηνίας. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στις αποφάσεις 110/2025 και 1951/2025 του Αρείου Πάγου, η πυρκαγιά ξεκίνησε κάτω από δίστηλο υποσταθμό μέσης τάσης και έκαψε περίπου 7.000 στρέμματα δασικής και 3.000 στρέμματα αγροτικής έκτασης, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε καλλιέργειες, αρδευτικά συστήματα, περιφράξεις και άλλες περιουσίες.

Κατά τη δικαστική διερεύνηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για την εξέταση των τεχνικών αιτίων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από ηλεκτρικό ή θερμικό φαινόμενο στον υποσταθμό, χωρίς όμως να καταστεί δυνατό να προσδιοριστεί ο ακριβής μηχανισμός που το προκάλεσε. Η αδυναμία προσδιορισμού του ακριβούς μηχανισμού δυσχέρανε την απόδειξη συγκεκριμένης υπαιτιότητας ως προς τη λειτουργία ή τη συντήρηση της εγκατάστασης.

Η δικαστική διερεύνηση της πυρκαγιάς ανέδειξε ένα ευρύτερο νομικό ζήτημα: αν ο φορέας που διαχειρίζεται μια εγκατάσταση από την οποία απορρέει ιδιαίτερος κίνδυνος μπορεί να υποχρεωθεί σε αποζημίωση ακόμη και όταν δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένη αμέλεια. Με τις αποφάσεις 110/2025 και 111/2025, η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου έκρινε ότι η ευθύνη του ΔΕΔΔΗΕ προϋποθέτει υπαιτιότητα και ότι, χωρίς ειδική νομοθετική πρόβλεψη, δεν μπορεί να θεμελιωθεί αντικειμενική ευθύνη του μόνο βάσει της αρχής της διακινδύνευσης, δηλαδή μόνο επειδή ελέγχει μια εγκατάσταση από τη λειτουργία της οποίας απορρέει ιδιαίτερος κίνδυνος. Σε προηγούμενα στάδια της δικαστικής διαδικασίας είχε γίνει δεκτή διαφορετική ερμηνεία. Σύμφωνα με αυτήν, όποιος εκμεταλλεύεται μια εγκατάσταση που ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους και αποκομίζει οφέλη θα έπρεπε να φέρει και το βάρος των ζημιών που προκαλεί, ακόμη και όταν ο πληγείς αδυνατεί να αποδείξει συγκεκριμένη υπαιτιότητα. Η απόφαση 1951/2025, διαπιστώνοντας τούτη τη διάσταση στη νομολογία και τη γενικότερη σημασία του ζητήματος, παρέπεμψε το σχετικό νομικό ερώτημα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Η υπόθεση της Δάριζας δείχνει επομένως ότι είναι δυνατό να τεκμηριωθεί τεχνικά και δικαστικά ότι μια πυρκαγιά ξεκίνησε από ηλεκτρική εγκατάσταση, ακόμη και όταν δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής μηχανισμός της αστοχίας. Αναδεικνύει όμως ένα σοβαρό ζήτημα προστασίας των πληγέντων: μπορεί να αποδεικνύεται η προέλευση της πυρκαγιάς, αλλά να παραμένει εξαιρετικά δυσχερής η απόδειξη της υπαιτιότητας που απαιτείται για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης. Για τον λόγο αυτό, τα τεχνικά πορίσματα, οι πραγματογνωμοσύνες και οι δικαστικές αποφάσεις δεν πρέπει να παραμένουν διάσπαρτα και δυσπρόσιτα. Η συστηματική δημοσιοποίησή τους θα επέτρεπε την αξιοποίηση των συμπερασμάτων τους για την πρόληψη, τον έλεγχο της συντήρησης των δικτύων και την απόδοση ευθυνών όπου προκύπτουν. Παράλληλα, απαιτείται ένα δημόσιο και ενιαίο μητρώο περιστατικών, στο οποίο θα καταγράφονται η αρχική εκτίμηση της αιτίας, το τελικό πόρισμα, το είδος της εγκατάστασης, οι συνθήκες εκδήλωσης της πυρκαγιάς και η έκταση των ζημιών.

Η διερεύνηση των αιτίων αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την πρόληψη επόμενων καταστροφών όσο και για την απόδοση ευθυνών σε όλους όσοι έχουν αρμοδιότητα για τον σχεδιασμό, την έγκριση, τη λειτουργία, τη συντήρηση και την εποπτεία των ενεργειακών υποδομών.

  1. Από την αναγνώριση του κινδύνου στον σχεδιασμό και την πρόληψη

Ο κίνδυνος πρόκλησης δασικών πυρκαγιών από ενεργειακές υποδομές πρέπει να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη στον σχεδιασμό και στη χωροθέτηση των έργων. Δεν αρκεί κάθε εγκατάσταση να εξετάζεται απομονωμένα ούτε η αξιολόγησή της να περιορίζεται στην τυπική συμμόρφωση με τις ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές. Απαιτείται να συνεκτιμώνται το ιστορικό πυρκαγιών της περιοχής, η μορφολογία του εδάφους, η βλάστηση, οι επικρατούσες πυρομετεωρολογικές συνθήκες, η δυνατότητα πρόσβασης των δυνάμεων πυρόσβεσης, η γειτνίαση με οικισμούς και η οικολογική αξία του φυσικού περιβάλλοντος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αξιολόγηση του συνολικού κινδύνου όταν στην ίδια περιοχή συγκεντρώνονται διαφορετικές ενεργειακές υποδομές: αιολικές ή φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, υποσταθμοί, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας και νέα δίκτυα μεταφοράς ή διανομής. Η εξέταση κάθε έργου χωριστά μπορεί να υποτιμά τον συνολικό κίνδυνο που προκύπτει από τη συνύπαρξη πολλών εγκαταστάσεων, τη διάνοιξη νέων δρόμων και ζωνών διέλευσης, την αύξηση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και την επέκταση των δικτύων μέσα σε δασικές ή άλλες ευαίσθητες φυσικές περιοχές.

Όσο σοβαρότερες μπορεί να είναι οι συνέπειες μιας τεχνικής αστοχίας, τόσο αυστηρότερη οφείλει να είναι η αξιολόγηση πριν από την έγκριση και εγκατάσταση του έργου. Σε περιοχές υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς ή ιδιαίτερης οικολογικής αξίας, η δυνατότητα λήψης τεχνικών μέτρων δεν πρέπει να θεωρείται από μόνη της επαρκής. Πρέπει να εξετάζεται προηγουμένως αν η συγκεκριμένη χωροθέτηση είναι πράγματι αποδεκτή ή αν η αποφυγή της εγκατάστασης αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο πρόληψης.

Ο σχεδιασμός δεν μπορεί επίσης να γίνεται χωρίς πλήρη ενημέρωση και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Οι κάτοικοι πρέπει να έχουν πλήρη ενημέρωση για τους γνωστούς και τεκμηριωμένους κινδύνους, τα διαθέσιμα στοιχεία, τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης, τα σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και τους φορείς που φέρουν την ευθύνη για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τον έλεγχο των εγκαταστάσεων. Η κοινωνική συναίνεση δεν εξασφαλίζεται με μια τυπική διαδικασία διαβούλευσης ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένη όταν κρίσιμες πληροφορίες παραμένουν δυσπρόσιτες ή όταν οι αντιρρήσεις των τοπικών κοινωνιών αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο που πρέπει απλώς να παρακαμφθεί.

Η συνειδητοποίηση του κινδύνου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για υπεύθυνες αποφάσεις, αποτελεσματική πρόληψη και ουσιαστική λογοδοσία. Όταν ο κίνδυνος έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και έχει επιβεβαιωθεί από πραγματικά περιστατικά, τεχνικές έρευνες και δικαστικές αποφάσεις, δεν μπορεί πλέον να αγνοείται στον ενεργειακό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό.

  1. Επίλογος

Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών ανέδειξαν με δραματικό τρόπο την ανάγκη ουσιαστικής αναθεώρησης των πολιτικών πρόληψης. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν μία από τις αναγνωρισμένες πηγές ανάφλεξης και ότι ο κίνδυνος δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζεται ή να αντιμετωπίζεται ως ένα σπάνιο ή αναπόφευκτο τεχνικό συμβάν.

Η αναγνώριση του κινδύνου επιβάλλει να επανεξεταστούν όχι μόνο τα τεχνικά μέτρα προστασίας, αλλά και ο ίδιος ο σχεδιασμός, η κλίμακα και κυρίως η χωροθέτηση των ενεργειακών έργων. Η λεγόμενη ενεργειακή μετάβαση, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δεν αποτελεί μια περιβαλλοντικά ουδέτερη διαδικασία. Όταν υπηρετεί την άναρχη επέκταση μεγάλων επενδύσεων και τη βιομηχανοποίηση δασών, βουνών, νησιών και προστατευόμενων περιοχών, μπορεί να δημιουργεί νέους σοβαρούς κινδύνους για τα οικοσυστήματα και τις τοπικές κοινωνίες.

Η επιστημονική γνώση δεν πρέπει επομένως να χρησιμοποιείται μόνο για την ασφαλέστερη λειτουργία ήδη προαποφασισμένων έργων, αλλά και για να απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα: αν ένα έργο πρέπει να εγκατασταθεί στη συγκεκριμένη θέση, στην προτεινόμενη κλίμακα και με το συγκεκριμένο σύνολο συνοδών υποδομών. Σε περιοχές υψηλού πυρομετεωρολογικού κινδύνου ή ιδιαίτερης οικολογικής αξίας, η αποφυγή ενός έργου ενδέχεται να αποτελεί αποτελεσματικότερο μέτρο πρόληψης από οποιαδήποτε εκ των υστέρων τεχνική παρέμβαση.

Η αποτελεσματική πρόληψη των δασικών πυρκαγιών προϋποθέτει πλέον την πλήρη ενσωμάτωση της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης στον ενεργειακό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, των φυσικών οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας δεν μπορεί να αποτελεί δευτερεύουσα παράμετρο της ενεργειακής πολιτικής, αλλά βασικό κριτήριο κάθε σχετικής απόφασης.

Η Χάρις Γιαννοπούλου είναι πυρηνική ιατρός

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Επιστημονικά άρθρα

  1. Bowman, D. M. J. S., Balch, J. K., Artaxo, P., et al. (2009). Fire in the Earth System. Science, 324(5926), 481–484.
  2. Keeley, J. E., & Syphard, A. D. (2016). Climate change and future fire regimes: Examples from California. Geosciences, 6(3), 37.
  3. Manousakis, N. M., Kalkanis, K., Sinioros, D. P., Kokkosis, A., & Psomopoulos, C. S. (2026). Wildfire and smoke effects on power transmission and distribution systems safety: An analytical review. Frontiers in Energy Research, 14, 1759856. https://doi.org/10.3389/fenrg.2026.1759856 (Frontiers)
  4. Mitchell, J. W. (2013). Power line failures and catastrophic wildfires under extreme weather conditions. Engineering Failure Analysis, 35, 726–735.
  5. Radeloff, V. C., Helmers, D. P., Kramer, H. A., et al. (2018). Rapid growth of the U.S. wildland–urban interface raises wildfire risk. Proceedings of the National Academy of Sciences, 115(13), 3314–3319.
  6. Tsounakis, A. S., & Vovos, P. N. (2026). Mapping tool for assessing wildfire ignition potential from overhead distribution lines. Progress in Disaster Science, 31, 100622. https://doi.org/10.1016/j.pdisas.2026.100622 (ScienceDirect)
  7. Vahedi, S., Zhao, J., Pierre, B., et al. (2025). Wildfire and power grid nexus in a changing climate. Nature Reviews Electrical Engineering, 2, 225–243. https://doi.org/10.1038/s44287-025-00150-0 (Nature)

Β. Επίσημες εκθέσεις, βάσεις δεδομένων και λοιπές πηγές

  1. California State Auditor. (2021). Electrical Utility Wildfire Mitigation Efforts.
  2. Comunidade Intermunicipal do Baixo Alentejo – CIMBAL. (2026). Programa Sub-Regional de Ação de Gestão Integrada de Fogos Rurais do Baixo Alentejo. Aviso n.º 17634/2026/2, Diário da República, Série II, n.º 135, 15 Ιουλίου
  3. Goldammer, J. G., Ξανθόπουλος, Γ., Ευτυχίδης, Γ., Μάλλινης, Γ., Μητσόπουλος, Ι., Δημητρακόπουλος, Α., κ.ά. (2019). Επιτροπή για τις προοπτικές διαχείρισης πυρκαγιών δασών και υπαίθρου στην Ελλάδα: Έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής που συστάθηκε με την Πρωθυπουργική Απόφαση Υ60 (ΦΕΚ 3937/Β/2018). Αθήνα.
  4. Instituto da Conservação da Natureza e das Florestas – ICNF. Estatísticas de Incêndios Rurais: Informação oficial do Sistema de Gestão de Informação de Incêndios Florestais (SGIF), 1980–2025.
  5. Ministerio para la Transición Ecológica y el Reto Demográfico – MITECO. Estadística General de Incendios Forestales (EGIF): Base de Datos Nacional de Incendios Forestales. Gobierno de España.
  6. (2025, 24 September). How Greece’s neglected power grid fuels wildfire destruction.
  7. 2009 Victorian Bushfires Royal Commission. (2010). Final Report, Volume II: Fire Preparation, Response and Recovery – Chapter 4: Electricity-Caused Fire. State of Victoria, Australia.

 

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ