Η ΟΠΔΙ (Ομάδα Πρόληψης και Διαμεσολάβησης) αποτελεί ένα ειδικό σώμα της ΕΛ.ΑΣ που δημιουργήθηκε με σκοπό την στοχευμένη αστυνόμευση και καταστολή σε περιοχές οπού κατοικούν σε μεγάλο ποσοστό κοινότητες Ρομά.
Η ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής) αντίστοιχα αποτελεί ένα ειδικό σωμα των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ, η οποία συγκροτήθηκε στη βάση του ρατσιστικού δόγματος εκδίωξης και καταστολής των μεταναστών.
Η δημιουργία εξειδικευμένων αστυνομικών μονάδων που εστιάζουν την επιχειρησιακή τους δράση σε συγκεκριμένες κοινωνικές ή φυλετικές ομάδες είναι προφανές πως δεν καταπολεμά με κάποιον τρόπο την εγκληματικότητα, αλλά ενισχύει ένα μοντέλο καταστολής που αντιμετωπίζει ολόκληρες κοινότητες ως εκ προοιμίου ύποπτες, αναπαράγοντας στερεότυπα, εδραιώνοντας κοινωνικούς αποκλεισμούς και διευρύνοντας τις διακρίσεις.
Στις ΗΠΑ η δράση της ICE έχει ήδη μέτρησει νεκρούς με την δολοφονία της Renee Good και του Alex Prete στις αρχές του 2026, καθώς και δεκάδες θανάτους εντός των φυλακών της ICE λόγω της απάνθρωπης μεταχείρησης και της κακοποίησης των κρατουμένων.]
Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, η επιχειρησιακή φύση και οι πρακτικές της ΟΠΔΙ οδηγούν σε δυσανάλογους ελέγχους και σε μορφές φυλετικής στοχοποίησης (racial profiling), όπου η επιλογή των ελεγχόμενων συνδέεται περισσότερο με την καταγωγή ή τον τόπο κατοικίας τους παρά με συγκεκριμένα στοιχεία τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Αυτή η λογική οδήγησε στην δολοφονία του Κώστα Φραγκούλη, του Νίκου Σαμπάνη και άλλων ρομ που δολοφονήθηκαν απο την Ελληνική Αστυνομία, βάσει του φυλετικού τους προφίλ. Από την σύσταση της ΟΠΔΙ οι καταγγελίες για έντονη χρήση βίας σε ελέγχους και στους καταυλισμούς είναι συνεχείς.
Το racial profiling θεμελιώνει εξ’ ορισμού την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς θέτει την φυλετική ταυτότητα ενός ατόμου ως κύριο παράγοντα υπόνοιας τέλεσης εγκλημάτων και παγιώνει επί της ουσίας την περιθωριοποίηση αυτού και την διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων
Η στοχευμένη αστυνόμευση και η συγκρότηση ειδικών σωμάτων δεν αντιμετωπίζει τις κοινωνικές και οικονομικές αιτίες της εγκληματικότητας. Αντίθετα, αναπαράγει τον φαύλο κύκλο του αποκλεισμού: ολόκληρες κοινότητες αντιμετωπίζονται ως «ύποπτοι πληθυσμοί», υφίστανται εντατικότερη αστυνόμευση και καταστολή, έρχονται συχνότερα σε επαφή με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους και στιγματίζονται ακόμη περισσότερο στην κοινωνική συνείδηση. Συνεπώς ενισχύεται ένα δόγμα συστηματικού ρατσισμού απέναντι στις μειονοτικές κοινότητες το οποίο αξιοποιείται άρτια από το ίδιο το κράτος και από την ακροδεξία.
Το κίνημα οφείλει να θέσει σαφή αιτηματολογία για την κατάργηση αυτών των σωμάτων, και να σταθεί πραγματικά αλληλέγγυο στην κοινότητα των Ρομά με αγώνα για την άρση των κοινωνικών αποκλεισμών, την ίση πρόσβαση σε θέσεις εργασίας, την εκπαίδευση και την υγεία χώρις ρατσιστικές προκαταλήψεις που οδηγούν στην περιθωριοποίηση τους. Η αλήθεια είναι πως συνολικά το κίνημα σε κρίσιμες στιγμές έχει δείξει δισταγμό και μερική φοβία, να βρεθεί “στο ύψος των περιστάσεων”, και αυτό φάνηκε στο πως για παράδειγμα στις διαδηλώσεις μετά την δολοφονία του Νίκου Σαμπάνη, η αντίδραση μας δεν ήταν αυτή που θα αναλογούσε στο γεγονός οτί η αστυνομία σκότωσε πυροβολώντας στο ψαχνό έναν άνθρωπο, με την μαζικότητα να αποτελεί διακύβευμα. Χρειάζεται περισσότερη τριβή με αυτές τις κοινότητες και δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης, προκειμένου να ξεπεραστεί αυτό το “μούδιασμα”.

