50 ΧΡΟΝΙΑ Αύγουστος 1976: Ο «παρ’ ολίγον πόλεμος» με την Τουρκία και τα… ενοχλητικά (μα επίκαιρα) συμπεράσματα, του Διονύση Ελευθεράτου

Αυτές τις ημέρες συμπληρώνεται μισός αιώνας από τότε. Στη συλλογική μνήμη έχει καταγραφεί η ατάκα του Ανδρέα Παπανδρέου «βυθίσατε το ‘Χόρα’» (9 Αυγούστου 1976, από την Αλεξανδρούπολη), κατά τα άλλα, όμως, λίγα πράγματα έχουν «μείνει». Και ελάχιστα ουσιώδη έχουν συζητηθεί (καθόλου τυχαίο) για εκείνη την ελληνοτουρκική κρίση στο Αιγαίο, η οποία έκανε τις κοινωνίες των δυο χωρών να θεωρήσουν, για μερικές  ημέρες, πιθανό το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύρραξης. Ήταν η πρώτη τέτοια κρίση έπειτα από τον «Αττίλα» στην Κύπρο. Θα ακολουθούσαν νέες, τον Μάρτιο του 1987, τον Ιανουάριο του 1996 και – με λιγότερη διάχυτη ένταση-  το καλοκαίρι του 2020.

Το πρώτο που αξίζει να επισημανθεί από την κρίση του 1976 ανήκει στη σφαίρα όσων φρόντισε να… καταχωνιάσει η κυρίαρχη θεώρηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Δηλαδή: Η κρίση εκείνη διέλυσε αυταπάτες που διήρκεσαν 112 ημέρες στους υπολογισμούς της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά και ευρύτερου τμήματος της εγχώριας πολιτικής ελίτ. Τόσες ημέρες παρήλθαν από τους πανηγυρισμούς και τα ξεσπάσματα αγαλλίασης για την ελληνοαμερικανική συμφωνία (15 Απριλίου 1976) – που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε «ηρεμία» και «ασφάλεια» στο Αιγαίο – μέχρι την έξοδο του τουρκικού ερευνητικού, ωκεανογραφικού σκάφους «Χόρα» (6 Αυγούστου 1976) σε περιοχές, οι οποίες κατά την Αθήνα εντάσσονταν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Αν θέλουμε να είμαστε σχολαστικοί, ίσως πρέπει να προσθέσουμε ένα – δύο εικοσιτετράωρα στις καταμετρημένες 112 ημέρες. Να δεχθούμε, δηλαδή, ότι η μεγάλη ψυχρολουσία στην Αθήνα συντελέστηκε, όχι ευθύς μόλις προέβη η κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ στην κίνησή της στο Αιγαίο, αλλά όταν διαφάνηκε τι είδους «διαιτησία» έκανε η Ουάσινγκτον και πόση αξία είχαν οι προηγηθείσες διαβεβαιώσεις της αμερικανικής πλευράς. Διαβεβαιώσεις που είχαν μάλιστα ενσωματωθεί στο κείμενο της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας του Απριλίου, για τη συνέχιση της παρουσίας των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στην χώρα μας. Συγκεκριμένα, είχε ενταχθεί στη συμφωνία ειδική επιστολή (10 Απριλίου 1976) του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, προς τον Έλληνα ομόλογό του, Δημήτρη Μπίσιο. Βάσει αυτής, η Ουάσινγκτον δεσμευόταν ότι θα μεριμνούσε για την αποτροπή απειλών κατά της ειρήνης στο Αιγαίο.

«Η Ελλάς δικαιώθηκε- αποτρέπονται οι κίνδυνοι- κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια στο Αιγαίο», ήταν ο χαρακτηριστικός, πανηγυρικός τίτλος, στις 16 Απριλίου, της εφημερίδας «Μακεδονία», που προδικτατορικά υποστήριζε την Ένωση Κέντρου αλλά στη Μεταπολίτευση μεταπήδησε στο καραμανλικό «στρατόπεδο». Μα του Απρίλη οι χαρές έμοιασαν με ανέκδοτο τον Αύγουστο.

Σε αυταπάτες περί “ασφάλειας” στο Αιγαίο – λόγω της συμφωνίας με τις ΗΠΑ – ήταν βυθισμένος ο φιλοκυβερνητικός Τύπος, λίγους μήνες νωρίτερα.

Η διαφωνία των δυο χωρών για την υφαλοκρηπίδα

Ποιο ήταν όμως το υπόβαθρο εκείνης της κρίσης ως προς τις διαφορές των δυο χωρών για το Αιγαίο; Και πώς διαμορφώνονταν οι σχέσεις καθεμίας με τις ΗΠΑ, πριν από το καλοκαίρι του 1976;

Ως προς το πρώτο: Η κρίση του 1976 είχε στον πυρήνα της το πάγιο – και παγίως εκκρεμές – ζήτημα που έμελε να  τροφοδοτήσει και στη συνέχεια «θερμές» και επικίνδυνες καταστάσεις στο Αιγαίο. Δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα για την υφαλοκρηπίδα, αλλά και τη διαδικασία επίλυσης του θέματος.

Η ελληνική πλευρά υποστήριζε ότι στα νησιά, βάσει του εξελισσόμενου Δικαίου της Θάλασσας, έπρεπε να αναγνωριστεί ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, ακριβώς όπως και στα ηπειρωτικά εδάφη. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα χαρακτήριζε το Αιγαίο ως θάλασσα «ειδικών περιστάσεων» και υποστήριζε ότι δεν νοούνταν δικαιώματα ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας σε τόσα διάσπαρτα νησιά και νησίδες, που θα είχαν ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί ουσιαστικά από την εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου η Τουρκία. Δηλαδή μια ηπειρωτική χώρα με εκτεταμένη ακτογραμμή στο εν λόγω πέλαγος. Έτσι, η τουρκική πλευρά αξίωνε τη διανομή του Αιγαίου με γνώμονα μια μέση γραμμή, από βορρά προς νότο.

Σε ό,τι αφορούσε τη διαδικασία επίλυσης, η μεν Αθήνα επιζητούσε την από κοινού προσφυγή των δυο χωρών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η δε Άγκυρα επιθυμούσε διμερείς πολιτικές διαπραγματεύσεις. Η Τουρκία είχε απορρίψει κι επισήμως, τον Σεπτέμβριο του 1975, την ελληνική πρόταση για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της  Χάγης.

 

Νωρίτερα: Η «βαλβίδα διαφυγής» και ο… εγγυητής Ευ. Αβέρωφ

Ως προς το δεύτερο – δηλ. τις σχέσεις των δυο χωρών με τον αμερικανικό παράγοντα:  Η Ελλάδα βρισκόταν εκτός του στρατιωτικού σκέλους του ΝΑΤΟ από τις 14 Αυγούστου 1974 (αναλυτικά εδώ). Τότε, επί των ημερών της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» και πρωθυπουργίας επίσης του Κ. Καραμανλή, αποφασίστηκε η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος, λόγω της στάσης την οποία είχε τηρήσει η Ατλαντική Συμμαχία – όπως φυσικά και οι ΗΠΑ –  στο θέμα της Κύπρου, έπειτα από την τουρκική στρατιωτική εισβολή στο νησί.

Η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ήταν «το άνοιγμα μιας βαλβίδας για τη διαφυγή της εκρηκτικά συσσωρευμένης λαϊκής αγανακτήσεως», έχει γράψει ο Παναγιώτης Λαμπρίας, στενότατος συνεργάτης του Καραμανλή, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και αναμφίβολα η λαϊκή αγανάκτηση για τις ΗΠΑ δεν αφορούσε μόνο το Κυπριακό, αλλά και την εγκαθίδρυση και στήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας (1967 – 1974).

Από τον Αύγουστο του 1974 έως την άνοιξη του 1976 το ημερολόγιο δήλωνε διαφορά περίπου είκοσι μηνών, αλλά από (γεω)πολιτικής πλευράς ήταν σαν να είχαν παρέλθει πολλά χρόνια. Η Αθήνα πολύ γρήγορα είχε στείλει προς την Ουάσινγκτον το μήνυμα πως η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ έγινε κατ’ ανάγκη, ώστε να εξευμενιστεί η κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Επίσης, ότι η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), που κυβερνούσε αυτοδύναμη από το Νοέμβριο του 1974, επεδίωκε να επαναφέρει τη χώρα στην πλήρη ατλαντική «κανονικότητα». Αρκεί η Αθήνα να «έπαιρνε κάτι», ως προς τα ελληνοτουρκικά ή το Κυπριακό.

Αξίζει να σταχυολογήσουμε ορισμένα λεχθέντα και συμβάντα από τον Αύγουστο του 1974 έως τον Αύγουστο του 1976. Αξιοπρόσεκτη ήταν μια δήλωση βεβαιότητας εκ μέρους του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, του Ολλανδού Γιόζεφ Λουνς. Όταν η Ελλάδα αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, εκείνος μαζί με τη λύπη του εξέφρασε τη σιγουριά πως η Αθήνα δεν θα επέμενε στο διηνεκές σε αυτό το… αντάρτικο. Δεν δίστασε μάλιστα να κατονομάσει και τον «άνθρωπο – κλειδί» που θεωρούσε ως εγγυητή της επανόδου: Τον Ευάγγελο Αβέρωφ, υπουργό Εθνικής Άμυνας στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» – και κατόπιν σε όλες τις κυβερνήσεις της ΝΔ , μέχρι την εκλογική της ήττα, το 1981.

 

Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» και κάποια… αιρετικά

Στις 11 Δεκεμβρίου 1974, διαβάζοντας στη Βουλή τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης που σχηματίστηκε έπειτα από την εκλογική νίκη της ΝΔ (17.11.1974), ο Κ. Καραμανλής έσπευσε να διαλαλήσει τα όρια της «απείθειας». Με την πασίγνωστη φράση «γεωγραφικώς, πολιτικώς και ιδεολογικώς η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν», ουσιαστικά ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε περίπτωση αποχώρησης από το πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ανεξαρτήτως της γραμμής την οποία θα τηρούσαν εφεξής η Συμμαχία και οι ΗΠΑ, στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά. Κι ότι αποκλειόταν να υιοθετήσει η χώρα στάση ουδετερότητας στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή.

Σήμερα θα υπέθετε κάποιος ότι τα λόγια του Κ. Καραμανλή έστελναν απλώς καθησυχαστικό μήνυμα στην Ουάσινγκτον και νουθετούσαν την ελληνική κοινωνία και τις άλλες εγχώριες πολιτικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τα… τρελά όνειρα, για ριζοσπαστικότερες κατευθύνσεις στην εξωτερική πολιτική. Όμως, όσο κι αν δείχνει αδιανόητο με τα σημερινά πολιτικά – ιδεολογικά δεδομένα, πιθανότητα υπήρξε και ένας ακόμη αποδέκτης του «ξεκαθαρίσματος» εκείνου: Το ίδιο το κόμμα του Κ. Καραμανλή. Και τα κυβερνητικά στελέχη.

Παρά τη σαφή οριοθέτηση που έκανε ο «εθνάρχης», λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 1975, σε μια σημαντική κυβερνητική σύσκεψη «έπεσαν στο τραπέζι» και δυνητικά σενάρια, όπως: Η αναστολή της λειτουργίας των αμερικανικών βάσεων, η πλήρης αποχώρηση από το ΝΑΤΟ με ταυτόχρονο αναπροσανατολισμό της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, η απαίτηση να αποχωρήσουν όλες οι συμμαχικές δυνάμεις από τον ελλαδικό χώρο.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα δεχόταν ασφαλώς ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος με τη σύσκεψη της 4ης Ιανουαρίου μάλλον πρόσφερε μια «βαλβίδα διαφυγής αγανακτήσεως» (για να θυμηθούμε τον Π. Λαμπρία) και σε κάποιους υφισταμένους του, που… τα είπαν και ξεθύμαναν. Κι αντίβαρο σε όλα εκείνα τα «εξτρεμιστικά» ήταν ο Ευ, Αβέρωφ, ο οποίος ζητούσε να παραμείνει η χώρα κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ, για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν πως η Ατλαντική Συμμαχία παρείχε στην Ελλάδα προστασία απέναντι στον «από Βορρά κίνδυνο». Το επιχείρημα αυτό ηχούσε ήδη πολύ «ντεμοντέ». Την εποχή εκείνη το δόγμα του «από Βορρά κινδύνου» έφθινε ταχύτατα. Ουσιαστικά θα ενταφιαζόταν λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουλίου του ’75, όταν ο Καραμανλής θα επισκεπτόταν τη Σόφια.

Το δεύτερο επιχείρημα της «γραμμής Αβέρωφ» ήταν περισσότερο διεισδυτικό: Ότι, όσο η Ελλάδα απομακρυνόταν από τις δομές της Συμμαχίας, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες να αναλάβει η Τουρκία την πρωτοβουλία των κινήσεων, ή ακόμη και τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου.

 

«Αίρετε το εμπάργκο και από πάνω μας πιέζετε ;…»

Ένα μήνα, πάντως, ύστερα από εκείνη την κυβερνητική σύσκεψη, η σχετική αναταραχή που προκλήθηκε στις ΗΠΑ εξ αιτίας της ελληνικής αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ «σφραγίστηκε» από μια εξέλιξη, για την οποία πανηγύρισε ο ελληνικός Τύπος, στις 5 Φεβρουαρίου 1975. Το Κογκρέσο αποφάσισε  εμπάργκο στην προμήθεια αμερικανικών εξοπλιστικών συστημάτων στην Τουρκία, εξ αιτίας της  στάση της στο Κυπριακό. «Πάγωσαν» έτσι παραδόσεις άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η Άγκυρα αντέδρασε σφοδρότατα. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Σαντί Ιρμάκ δήλωσε ότι ήταν πιθανό να  διαρραγούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά και να αναζητήσει η χώρα του όπλα εκτός του ΝΑΤΟ. Επιπλέον απείλησε να εκδιώξει 7.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς από τη χώρα του.

Εναντίον του εμπάργκο τάχθηκε ο Γ. Λουνς, αλλά και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέραλντ Φορντ, που ανέλαβε αμέσως δράση για να μεταπεισθεί το Κογκρέσο. Το οποίο, όντως, προχώρησε σε μερική άρση του εμπάργκο, στις 2 Οκτωβρίου 1975. Σύμφωνα με την απόφασή του, η Άγκυρα θα μπορούσε να προμηθευτεί οπλικά συστήματα από τις ΗΠΑ, αρκεί να πλήρωνε σε ξένο συνάλλαγμα. Κάτι τέτοιο δεν έδειχνε πολύ εύκολο, καθώς ήταν κακή η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Όμως η νέα απόφαση του Κογκρέσου φανερά «έκλεινε το μάτι» στην Άγκυρα. Επιβεβαίωνε ότι στις ΗΠΑ λαμβανόταν σοβαρά υπόψη η τουρκική δυσαρέσκεια, αλλά και οι προειδοποιήσεις της για το ίδιο μέλλον των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, στην Τουρκία.

Καθώς «ενός κακού μύρια έπονται», η ελληνική διπλωματία βίωσε ένα ακόμη: Ο πρόεδρος Τζ.Φορντ συνέδεσε τη στρατιωτική  βοήθεια στην Ελλάδα με την επάνοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και με τον μέλλον των αμερικανικών βάσεων στη χώρα. «Είναι αδιανόητον, μετά την άρσιν του εμπάργκο να τίθενται όροι στην Ελλάδα, αντί να ζητούνται παραχωρήσεις από την Τουρκίαν και να τίθενται όροι προς αυτήν», τόνισε ο Κ. Καραμανλής στον πρέσβη των ΗΠΑ Τζακ Κιούμπιτς. Στην Ουάσινγκτον, όμως, ήξεραν ότι καμία έκφραση αγανάκτησης εκ μέρους του Κ. Καραμανλή δεν θα άλλαζε την ήδη αποφασισμένη – και ευνοϊκή για τις ΗΠΑ- «ρότα» των Αθηνών.

Έτσι, ουδείς αξιωματούχος στις ΗΠΑ ανησύχησε στα σοβαρά για τυχόν απρόβλεπτες αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης, όταν – στις 26 Μαρτίου 1976-  υπογράφηκε αμερικανοτουρκική αμυντική συμφωνία. Αυτή προέβλεπε παραχώρηση στρατιωτικού υλικού ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, για τέσσερα χρόνια, με αντάλλαγμα την παραμονή των βάσεων των ΗΠΑ, στην Τουρκία. Επρόκειτο για πρακτική παράκαμψη και του… εναπομείναντος εμπάργκο (που θα «εξέπνεε» και τυπικά το καλοκαίρι του 1978, επί προεδρίας Τζίν Κάρτερ στις ΗΠΑ).

Το υποτιθέμενο «μεγάλο ατού», η επιστολή Κίσινγκερ…

Οι Αμερικανοί τακτοποίησαν όλες τις εκκρεμότητές τους με την ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις, στα μέσα Απριλίου. Θα παρέμεναν, εκτός από δυο (Λαγκαδά και Ελευσίνας), τις οποίες οι Αμερικανοί δεν θεωρούσαν απαραίτητες. Το αντάλλαγμα ήταν η παροχή στρατιωτικής βοήθειας ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια (η γνωστή αναλογία 7:10 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία). Αλλά για την ελληνική διπλωματία το μεγάλο «ανταποδοτικό όφελος» θα ήταν η διαβεβαίωση για την ασφάλεια στο Αιγαίο, όπως δινόταν στην επιστολή του Χ. Κίσινγκερ προς τον Δ. Μπίτσιο.

Η ανομολόγητη σκέψη που πρυτάνευσε τότε, σε ελεύθερη απόδοση: Χαλάλι η ουσιαστική ακύρωση του εμπάργκο. Μπορεί, επίσης, να μην σημειώθηκε καμία ουσιαστική πρόοδος στο Κυπριακό στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ (αυτός ήταν ο αναφερόμενος στην απόφαση του Κογκρέσου λόγος για την επιβολή του εμπάργκο  – η άσκηση πίεσης προς την Άγκυρα για τα της Κύπρου), αλλά τουλάχιστον η Ελλάδα «έπαιρνε»  κάτι απτό: Θα έχει το κεφάλι της ήσυχο ως προς το Αιγαίο…

Μια διάκριση χωρίς νόημα

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 1976. Όσοι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι ετοιμάζονταν για ένα χαλαρό, καλοκαιρινό «week end», υποχρεώθηκαν να το ξεχάσουν. Την ημέρα εκείνη το «Χόρα» έπλευσε σε ύδατα που η Άγκυρα θεωρούσε αμφισβητούμενα και η Αθήνα ελληνικά. Οι Τούρκοι επιστήμονες εργάστηκαν επί τέσσερις ώρες με διάφορα όργανα και επανέλαβαν τη δραστηριότητά τους την επόμενη ημέρα. Πάνω από το «Χόρα» πετούσαν ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη. Γύρω του, πλοία του πολεμικού ναυτικού έκαναν προειδοποιητικούς ελιγμούς.

Το διάβημα διαμαρτυρίας της Αθήνας στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών και η απάντηση της Άγκυρας επιβεβαίωσαν το χάσμα που χώριζε τις δυο πλευρές ως προς την υφαλοκρηπίδα. Στο «πεδίο», το σκηνικό γινόταν ολοένα και πιο αγωνιώδες, καθώς το επιστημονικό προσωπικό του «Χόρα» συνέχιζε τις έρευνες,  βορειοδυτικά  της Λέσβου. Τις εντατικοποίησε τη Δευτέρα, 9 Αυγούστου, συγκεντρώνοντας στοιχεία για το αν υπήρχε ή όχι πετρέλαιο στον βυθό του Αιγαίου. Την ίδια ημέρα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Α. Παπανδρέου, κάλεσε την κυβέρνηση να βυθίσει το «Χόρα».

Βυθισμένη στην απογοήτευση, όμως, ήταν ήδη η κυβέρνηση Καραμανλή από τη στάση των ΗΠΑ. Η Αθήνα διαπίστωσε ότι κακώς είχε βασιστεί στις διαβεβαιώσεις της επιστολής Κίσινγκερ, η οποία (υποτίθεται) πως ακριβώς τέτοιες περιπτώσεις κάλυπτε. Για να θεμελιώσει τη θέση του ότι δεν συνέβαινε και κάτι… πολύ σημαντικό ή δραματικό, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έκανε μια διάκριση μεταξύ επιστημονικών και σεισμικών ερευνών. Μόνο που αυτή η διάκριση, την οποία η ελληνική διπλωματία δεν απέρριπτε a priori, κατέληξε ακαδημαϊκή, χωρίς αντίκρισμα, αφ’ ης στιγμής το προσωπικό του «Χόρα» άρχισε να κάνει και σεισμικές έρευνες.

Η διπλή προσφυγή της ελληνικής πλευράς

Πόσο κοντά στην ένοπλη αναμέτρηση, όμως, έφθασαν η Ελλάδα και η Τουρκία εκείνον τον Αύγουστο; Και τι ακριβώς κρινόταν από την αποστολή του «Χόρα»; Ας δούμε πώς συνόψισε τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ο ιστορικός Σωτήρης Ριζάς, σε παλιότερο (Ιούλιος 2021) κείμενό του στην «Καθημερινή». Οι εκτιμήσεις του δείχνουν πολύ κοντινές στην πραγματικότητα:

« Ενδεχόμενη έρευνα στον βυθό σήμαινε έμπρακτη αμφισβήτηση των ελληνικών θέσεων και δικαιωμάτων, και αυτό με τη σειρά του έθετε θέμα πραγματικής προστασίας τους. Στρατιωτική εμπλοκή ήταν όμως ανεπιθύμητη για πολλούς λόγους: η ελληνική επικράτεια ήταν ευπαθής σε πολλά σημεία ως προς τα νησιά και τις νησίδες και συνεπώς σε τετελεσμένα. Απώλεια εδάφους θα σήμαινε έναν φαύλο κύκλο ελληνοτουρκικών αναμετρήσεων σε βάθος χρόνου. Αυτό θα σήμαινε όχι μόνο οικονομική αποσταθεροποίηση αλλά και απώλεια της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδας. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα είχαν αρχίσει τον Ιούλιο του 1976 και πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν οι επιφυλάξεις αρκετών Ευρωπαίων αξιωματούχων που απέρρεαν από το ενδεχόμενο η ένταξη της Ελλάδας να ενέπλεκε άμεσα την Κοινότητα στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Συνεπώς, από την οπτική της κυβέρνησης Καραμανλή, η κρίση έπρεπε να αποκλιμακωθεί το συντομότερο δυνατό».

Ο τρόπος που προκρίθηκε στην Αθήνα για την αποκλιμάκωση ήταν η διπλή προσφυγή, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το δεύτερο, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσε να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς, έπειτα από μονομερή προσφυγή. Όπως αναμενόταν, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κήρυξε και επισήμως τον εαυτό του αναρμόδιο για κάτι τέτοιο, στις 19 Δεκεμβρίου του 1978, με ευρύτατη πλειοψηφία, 12 – 2. Οι δυο ψήφοι ανήκαν στον Ισπανό δικαστή Φεντερίκο Κάστρο και στην Έλληνα Μιχάλη Στασινόπουλο, που είχε διατελέσει εδώ και πρόεδρος της Δημοκρατίας (1974 – 1975).

Όσο για το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αυτό εξέδωσε απόφαση (την 395) στις 25 Αυγούστου 1976. Κι ήταν  η αναμενόμενη. Από τη μία πλευρά κάλεσε την Αθήνα και την Άγκυρα σε διμερείς συνομιλίες για την επίλυση των διαφορών τους. Από την άλλη,  υπεδείκνυε να ληφθούν υπόψη και άλλες διαδικασίες, όπως η επίλυση από το Διεθνές Δικαστήριο. Δεδομένης της τουρκικής άρνησης, το δεύτερο γινόταν τυπικό ευχολόγιο.

Έτσι, έμενε ως «παρακαταθήκη» η αναφορά στον απ’ ευθείας πολιτικό διάλογο για την υφαλοκρηπίδα, δηλαδή ακριβώς σε εκείνη τη μέθοδο την οποία η ελληνική διπλωματία πάσχιζε να αποφύγει, προκρίνοντας τη Χάγη (πιθανότατα διότι θεωρούσε ότι οι προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας ευνοούσαν τις θέσεις της Αθήνας) . Στο εξής, οι πιέσεις του «διεθνούς παράγοντα» θα ασκούνταν εντονότερα προς την ελληνική πολιτική ηγεσία, για διμερείς συνομιλίες. Ουσιαστικά, τότε «εγκαινιάστηκε» ο ελληνοτουρκικός διάλογος μετά το 1974, άλλο αν δεν κόμισε κάποια σύγκλιση απόψεων- επί της ουσίας των διαφορών.

Η Βέρνη και η διπλή όψη του καταλαγιάσματος  

Στον απόηχο της κρίσης του Αυγούστου, το Νοέμβριο, άρχισαν διμερείς συζητήσεις στη Βέρνη. Απέληξαν στη συμφωνία της Βέρνης (11 Νοεμβρίου 1976). Αυτή προέβλεπε ότι η Τουρκία και η Ελλάδα αναλάμβαναν την υποχρέωση «όπως απόσχουν πάσης πρωτοβουλίας ή πράξεως σχετικής προς την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, η οποία θα ηδύνατο να παραβλάψει την διαπραγμάτευσιν».

Η συγκεκριμένη «πλατφόρμα» επαναβεβαιώθηκε – και με μεγαλύτερη έμφαση – τον Μάρτιο του 1978, στη συνάντηση των δυο πρωθυπουργών στο Μοντρέ. Οι  Κ. Καραμανλής και Μπ. Ετσεβίτ συμφώνησαν να απόσχουν οι δυο χώρες από υποθαλάσσιες έρευνες στις αμφισβητούμενες περιοχές.

Αυτό το καταλάγιασμα  απέτρεψε νέες τέτοιες κρίσεις στο Αιγαίο για κάτι παραπάνω από 10,5 χρόνια. Πολύ λιγότερα έτη ηρεμίας (στα ελληνοτουρκικά) χρειαζόταν ο Κ. Καραμανλής, για να προωθήσει τους δύο μεγάλους στρατηγικούς στόχους του. Π πρώτος ήταν η πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Ο δεύτερος αφορούσε τη μεθόδευση της (προαποφασισμένης) επανόδου στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κάτι που έμελε να γίνει τον Οκτώβριο του 1980, όταν ο Κ. Καραμανλής βρισκόταν στην Προεδρία της Δημοκρατίας και πρωθυπουργός – αρχηγός της ΝΔ ήταν ο Γεώργιος Ράλλης.

Εάν, μετά το καλοκαίρι του 1976, ξεσπούσαν και άλλες σοβαρές κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και αναδεικνυόταν ξανά η… ποιότητα της «προστατευτικής ομπρέλας» των ΗΠΑ και της Ατλαντικής Συμμαχίας, τότε προφανέστατα η κυβέρνηση της ΝΔ  θα αντιμετώπιζε σοβαρές αναζωπυρώσεις του αντιαμερικανισμού, ο οποίος κάθε άλλο παρά είχε «σβήσει» στην ελληνική κοινωνία. Κατά συνέπεια, τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο καθιστούσαν καλύτερα ελεγχόμενες και τις όποιες εσωτερικές «φουρτούνες», στη ρότα της επιστροφής στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η κυβέρνηση και η όλη πολιτική ελίτ στην Ελλάδα γνώριζαν ότι η κρίση του Αυγούστου 1976 είχε αφήσει αρνητικότατα αποτυπώματα. Η Άγκυρα κατάφερε εμπράκτως να προβάλει (να «εγγράψει», όπως συνήθως αναφέρεται στη διπλωματική ή και δημοσιογραφική ορολογία) τις αξιώσεις που επιθυμούσε. Κενό γράμμα αποδείχθηκαν οι αμερικανικές διαβεβαιώσεις, μολονότι αποτελούσαν μέρος γραπτής συμφωνίας. Κι αυτό το μεγάλο παράπονο δεν σταμάτησε να το εκφράζει ο Κ. Καραμανλής στους Αμερικανούς, μάλλον σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τους πείσει ότι «κάτι χρωστούσαν» στην Αθήνα…

«Θα βρισκόσασταν μεταξύ δυο εκβιαστών»…  

Αυτό το παράπονο, ότι δηλαδή η Ουάσινγκτον δεν έκανε τίποτα για να χαλιναγωγήσει την Άγκυρα τον Αύγουστο του ’76, άκουσε από το στόμα του Κ. Καραμανλή στις 18 Φεβρουαρίου 1977 ο Κλαρκ Κλίφορντ, ειδικός απεσταλμένος του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ.

Άκουσε κάτι ακόμη, τότε, ο Κλίφορντ από το στόμα του Έλληνα πρωθυπουργού: «Θα ήταν ευκολότερο για την Ελλάδα να φύγει και είτε να μείνει ουδετέρα είτε να ενταχθεί αλλού, αν είχε άλλη κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Αμερική θα βρισκόταν μεταξύ δυο εκβιαστών».

Η φράση αυτή, όσο κι αν φέρει τη σφραγίδα της τότε εποχής, έχει και κάτι το διαχρονικό. Εμπεριέχει το πνεύμα που, με ελάχιστες προσωρινές εξαιρέσεις, χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει τη στάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Ουάσινγκτον. Δηλαδή την έκκληση, σχεδόν ικεσία, να εκτιμηθεί η ατλαντική «σύνεση» της Αθήνας. Η οποία, σε αντίθεση με την Άγκυρα (που κατά καιρούς απειλούσε με ολική αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και «παζάρευε» για τα πάντα), δεν διανοείτο να απομακρυνθεί από τα ατλαντικά «θέσφατα». Και ουδέποτε «εκβίαζε»…

Η συζήτηση που δεν έγινε στη «δημόσια σφαίρα»

Από την κρίση του Αυγούστου 1976, στη «δημόσια σφαίρα» έμεινε ένα ερώτημα: Τελικά, η προτροπή του Α. Παπανδρέου για βύθιση του «Χόρα» έγινε κατόπιν συνεννόησης με τον Κ. Καραμανλή, ώστε να δοθεί προς τα έξω η εικόνα μιας ελληνικής πολιτικής τάξης ενωμένης και αποφασισμένης για όλα; Ή μήπως δεν έγινε έτσι και ήταν αυθεντικές οι κατοπινές επικρίσεις της ΝΔ σε βάρος του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, για εκείνη τη δήλωση; Επικρατέστερη θεωρείται η πρώτη εκδοχή, αλλά η αναζήτηση και οι αντιπαραβολές δηλώσεων και μαρτυριών συνεχίζεται (ενδεικτικά εδώ).

Ενδιαφέρον θέμα, όντως. Αλλά το αξιοπρόσεκτο – όχι ανεξήγητο – είναι ότι σε αυτό, άντε και σε μερικές «ψυχρές» υπομνήσεις του χρονικού, εξαντλούνται οι περισσότερες από τις όποιες αναφορές γίνονται στον «παρ’ ολίγον πόλεμο» του 1976. Τα συμπεράσματα από την κρίση εκείνη, βλέπετε, ήταν και παραμένουν αρκούντως ενοχλητικά για την κυρίαρχη θεώρηση (πραγμάτων και… δραμάτων).

Αν δούμε τον Αύγουστο του 1976 ως συνδετικό κρίκο με τα προγενέστερα, τι θα διαγνώσουμε; Μία ακόμη βαρύγδουπη διάψευση της προσδοκίας ότι η άκριτη ευθυγράμμιση με τα «θέλω» των ΗΠΑ θα επιβραβευόταν, λειτουργώντας ως καλό αντίβαρο στην ξεχωριστή θέση που κατείχε (και κατέχει) η «δύστροπή» Τουρκία στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Ουάσινγκτον.

Τουλάχιστον η ανώμαλη προσγείωση του 1976 δεν συνδέθηκε με τόσο τραγικά αποτελέσματα, όσο εκείνα του καλοκαιριού 1974. Τότε που ο απολύτως πειθήνιος στις ΗΠΑ «αόρατος δικτάτορας» Ιωαννίδης (είναι γνωστά ακόμη και τα ονόματα των καθοδηγητών του από τη CIA) έμεινε με την απορία γιατί η Ουάσινγκτον τον «κορόιδεψε», τηρώντας τη γνωστή στάση στο Κυπριακό, μολονότι εκείνος με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου είχε εξυπηρετήσει τον στόχο της ανατροπής του Μακάριου. Δεν ήταν, επίσης, η ανώμαλη προσγείωση του 1976 τόσο τραγική, όσο εκείνη που είχε χαρακτηρίσει τον Σεπτέμβριο του 1955. Τότε που η πολιτική ελίτ στην Αθήνα αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να υποστεί τέτοιο πογκρόμ το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, κάτω από τα απαθή βλέμματα του ΝΑΤΟ, αν και η Ελλάδα επί μία πενταετία ουσιαστικά κυβερνιόταν από τον… πρέσβη των ΗΠΑ, Τζον Πιουριφόι. Αλλά η έλλειψη τέτοιας τραγικότητας από το καλοκαίρι του 1976 δεν σημαίνει και ανυπαρξία «υλικού», προσφερόμενου για συμπεράσματα.

Εάν, πάλι, δούμε την κρίση του Αυγούστου 1976 ως συνδετικό κρίκο με τα μεταγενέστερα, όρεξη να’ χουμε να μετράμε… Να μετράμε διαψεύσεις της αιώνιας προσδοκίας πως η ιδιότητα του «δεδομένου», «πειθήνιου συμμάχου», οσονούπω θα βρει επιβράβευση.

Το τμήμα της αλυσίδας με τα «χτυπητά» κατοπινά αρχίζει από την πλήρη διάψευση των ελπίδων που είχαν αφελώς εναποτεθεί στην προεδρία του «φιλέλληνα» Τζίμι Κάρτερ και εκτείνεται μέχρι τα σημερινά, αμήχανα …ξυσίματα κεφαλιών, τα οποία… στο εσωτερικό τους έχουν «καρφωμένο» τη σκέψη ότι , δεν μπορεί, η «υπάκουη χώρα» θα ανταμειφθεί: «Μα γιατί οι Αμερικανοί είναι έτοιμοι να δώσουν F-35 στην Άγκυρα, με όσα αυτή έχει κάνει; Γιατί στην τελευταία Σύνοδο του ΝΑΤΟ οι σύμμαχοι έσταζαν μέλι για την Τουρκία;». Και αρκετά ακόμη «γιατί»…

Αντί επιλόγου     

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα συμβάντα στην κρίση του 1976 πρέπει να εξαιρεθούν από την κατηγορία των ερεισμάτων στα παραπάνω συμπεράσματα, επειδή τότε η χώρα, ούσα ακόμη εκτός του στρατιωτικού σκέλους του ΝΑΤΟ, δεν βρισκόταν σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ. Μόνο που η ουσία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το «ακόμη». Στη βεβαιότητα για το προσωρινό του πράγματος (ή «ατοπήματος»…)

Ούτως ή άλλως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το «χαρτί» της εξόδου από το στρατιωτικό σκέλος θα αποδεικνυόταν επαρκώς πιεστικό, ακόμη κι αν η κυβέρνηση Καραμανλή το είχε «παίξει» αποφασιστικότερα. Σίγουρα η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ήταν για τις ΗΠΑ δυσάρεστη από πολιτικής και ψυχολογικής πλευράς – η δε σχετική αναταραχή «έφερε» και την προαναφερθείσα απόφαση του Κογκρέσου για το οπλικό εμπάργκο στην Τουρκία. Η Ουάσινγκτον, όμως, δεν έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος να καταρρεύσει η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Οι Αμερικανοί εμπειρογνώμονες που συνέταξαν σχετική έκθεση για το Κογκρέσο έκριναν ότι θα ήταν πολύ σοβαρότερες οι συνέπειες μιας τυχόν ολοκληρωτικής διακοπής της συνεργασίας Ελλάδας – ΝΑΤΟ.

Αλλά και αυτό το – ας πούμε απροσδιόριστης ισχύος – «χαρτί» του στρατιωτικού σκέλους ουσιαστικά το αποδυνάμωσε η κυβέρνηση Καραμανλή καθιστώντας σαφές, πρώτον, ότι κανέναν συνδυασμό του με άλλες κινήσεις δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει (ό,τι κι αν έπρατταν ή δεν έπρατταν οι ΗΠΑ) και, δεύτερον, πώς… αδημονούσε να το άρει. Όταν τραβάς περίστροφο και το βάζεις στο τραπέζι για να το βλέπει η «άλλη πλευρά», δεν πρέπει να τρέμει το χέρι σου. Ούτε να χαϊδεύεις νευρικά τη θήκη του, δείχνοντας ότι βιάζεσαι να το εναποθέσεις πάλι εκεί.

Εκτός εάν το βασικό ζητούμενο ήταν – και ήταν – η εξασφάλιση της λαϊκής επιδοκιμασίας το 1974, κατά το φθινόπωρο του οποίου το σύνθημα «ΝΑΤΟ – CIA – προδοσία» ακουγόταν – στεντόρειο – και στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της ΝΔ. Οπότε ίσως είναι περιττό να κρίνουμε τα περεταίρω με γνώμονες που παραπέμπουν σε βούληση και τόλμη για κάτι παραπάνω.

ΥΓ: Περισσότερα για την περίοδο 1976 – 1980 από γεωπολιτικής πλευράς, για την «ψυχρολουσία» με τον Τζίμι Κάρτερ, αλλά και για το ποια ζημιά έκριναν οι Αμερικανοί ειδικοί ότι θα προκαλούσε στο ΝΑΤΟ τυχόν ολική αποχώρηση της Ελλάδας από αυτό, εδώ).

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ