24 C
Athens
Παρασκευή, 29 Αυγούστου, 2025

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μετά το 1974: Πώς ξαναδεθήκαμε σφιχτά στο ΝΑΤΟ – χρονικό και συμπεράσματα, του Διονύση Ελευθεράτου

Τραγουδούσε, το 1975, ο Στέλιος Καζαντζίδης: «Πέντε πάνω πέντε κάτω, στο φινάλε θα τη βρούμε – η καρδιά δεν είναι ΝΑΤΟ, έτσι να αποχωρούμε…» (στίχοι Πυθαγόρα, μουσική Χρήστου Νικολόπουλου). Ακόμη και το ερωτικό λαϊκό τραγούδι γιόρταζε – με τον τρόπο του – την έξοδο της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κίνηση που είχε γίνει στις 14 Αυγούστου του 1974, υπό συνθήκες που εξετάσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας.

Την εποχή εκείνη, εν μέσω γενικής αγαλλίασης, μόνο η χουντική και φιλο-χουντική ακροδεξιά επέκρινε την εν λόγω απόφαση της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μπορούμε μάλιστα να διακρίνουμε και ένα ιστορικό οξύμωρο: Μολονότι ο πρώην «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης διατεινόταν ότι οι Αμερικανοί τον είχαν εξαπατήσει στην υπόθεση της Κύπρου, η επαναφορά της χώρας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ήταν ένα από τα αιτήματα που σκόπευαν να προβάλλουν οι πιστοί σε αυτόν αξιωματικοί, προετοιμάζοντας το «κίνημα» το οποίο αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1975 (αυτό που σκωπτικά ονομάστηκε «πραξικόπημα της πιτζάμας»). Το παράπονο του ινδάλματός τους δεν τους πτοούσε καθώς, όπως έχει σημειώσει ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, «επί δεκαετίες καρπώνονταν την ομπρέλα της Συμμαχίας ως εργαλείο τους για την κυριαρχία τους στο εσωτερικό της χώρας».

Όπως ήδη είδαμε, τα ίδια τα κείμενα στενών συνεργατών του Καραμανλή (Τάκης Λαμπρίας, Άγγελος Βλάχος) επιβεβαιώνουν ότι η απόφαση της εξόδου από τον στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ είχε εντονότατη εσωτερική διάσταση. Κρινόταν απαραίτητη για να ικανοποιηθεί η κοινή γνώμη και να εκτονωθεί η λαϊκή αγανάκτηση που είχε φθάσει – μαζί με τα αντιαμερικανικά αισθήματα – σε δυσθεώρητα ύψη, λόγω της στάσης των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο. Αλλά και λόγω… προγενέστερων αμαρτιών τους – αρχής γενομένης από την απάθειά τους απέναντι στο πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης, το 1955.

 

Οι προσδοκίες και κάποιες τολμηρές εισηγήσεις

 

Ωστόσο, η πρόδηλη εντονότατη εσωτερική διάσταση συνυπήρχε με προσδοκίες στο διπλωματικό  και γεωπολιτικό πεδίο. Με την αποχώρηση, για πρώτη φορά η εγχώρια πολιτική ελίτ αποφάσιζε να άρει εν μέρει την ιδιότητα του «εσαεί δεδομένου» και «εύκολου» συμμάχου. Να δοκιμάσει και ολίγη… απείθεια, μήπως και αναβάθμιζε έτσι τη θέση της χώρας στην όλη ατλαντική «τάξη πραγμάτων», πιέζοντας παράλληλα για κάποια ευπρόσωπη επίλυση του Κυπριακού.

Σχηματικά, το σκεπτικό ήταν το εξής: Οι ΗΠΑ φρόντιζαν σταθερά να μη δυσαρεστούν την Τουρκία, χώρα σημαντικότατη από γεωπολιτικής πλευράς και ταυτόχρονα «δύστροπη» και απαιτητική, στις διμερείς σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα ήταν υποδεέστερο «πουλέν», αλλά κάθε άλλο παρά αμελητέο στη νότια πτέρυγα του ατλαντικού συστήματος. Εάν εμφάνιζε η Αθήνα κάποια δείγματα… απείθειας και σήκωνε για λίγο το κεφάλι (όχι όμως τόσο, ώστε να δει και ορίζοντα ολικής αποχώρησης από το ΝΑΤΟ), τότε ίσως προκαλούσε ανησυχίες που θα έκαναν την Ουάσιγκτον να την «προσέξει» περισσότερο. Ίσως…

Παράλληλα ο Καραμανλής διαλαλούσε τα όρια της… ανταρσίας. Η κυβέρνησή του δεν θα «αλληθώριζε» προς την ουδετερότητα. Οι διαβεβαιώσεις για την παραμονή στο πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ θεμελιώθηκαν στη φράση: «Γεωγραφικώς, πολιτικώς και ιδεολογικώς η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν» (11 Δεκεμβρίου 1974, στη Βουλή, στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης που σχηματίστηκε έπειτα από την εκλογική νίκη της ΝΔ, το Νοέμβριο του έτους εκείνου).

Λίγες μέρες αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 1975, σε μια σημαντική κυβερνητική σύσκεψη διατυπώθηκαν και σκέψεις πολύ… ριζοσπαστικές. Απείρως τολμηρότερες εκείνων που θα δεχόταν ο Καραμανλής, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, έβλεπε τους οπαδούς του να τον χαρακτηρίζουν συχνότερα και κατηγορηματικότερα «εθνάρχη», βασισμένοι στην – σχεδόν παλλαϊκή – επιδοκιμασία της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Στα δυνητικά σενάρια που «έπεσαν στο τραπέζι» κατά τη σύσκεψη εκείνη περιλαμβάνονταν: Η αναστολή της λειτουργίας των αμερικανικών βάσεων, η πλήρης αποχώρηση από το ΝΑΤΟ με ταυτόχρονο αναπροσανατολισμό της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, είτε και η απαίτηση να αποχωρήσουν όλες οι συμμαχικές δυνάμεις από τον ελλαδικό χώρο.

 

Ο Αβέρωφ επιμένει στον «από Βορρά κίνδυνο»

 

Ο υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ ήταν εκείνος που σήκωσε – και με ειδικό υπόμνημα – το βάρος της αναχαίτισης τέτοιων… εξτρεμιστικών ιδεών, την περίοδο εκείνη. Στο υπόμνημά του ο Αβέρωφ ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η χώρα θα έπρεπε να επιδιώξει τη διατήρηση της προστασίας που της παρείχε το ΝΑΤΟ απέναντι στον «από Βορρά κίνδυνο».

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η αναφορά αυτή, διότι την εποχή εκείνη το δόγμα του «από Βορρά κινδύνου» έφθινε, με ταχείς ρυθμούς. Ουσιαστικά θα ενταφιαζόταν λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουλίου του ’75, όταν ο Καραμανλής θα επισκεπτόταν τη Σόφια. Η επίσκεψη εκείνη, η πρώτη επίσημη που έκανε ποτέ Έλληνας πρωθυπουργός στη βουλγαρική πρωτεύουσα, επιβεβαίωσε και ταυτόχρονα επιτάχυνε την εντυπωσιακή βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο Αβέρωφ όμως, εμφανιζόταν στις αρχές του ’75 όσο… παλιομοδίτης χρειαζόταν, ώστε να βρίσκει άφθονους λόγους, για τους οποίους η Ελλάδα χρειαζόταν το ΝΑΤΟ. Κάτι ήξερε ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Ολλανδός Γιόζεφ Λουνς, όταν –  τον Αύγουστο του 1974 – κατονόμαζε τον Αβέρωφ ως… εγγύηση για την πλήρη επάνοδο της Ελλάδας στην ατλαντική «κανονικότητα».

Βεβαίως, η «πλατφόρμα Αβέρωφ» περιλάμβανε κι ένα σημείο που στη συνέχεια θα απασχολούσε πολύ την κυβέρνηση: Ότι, όσο η Ελλάδα απομακρυνόταν από τις δομές της Συμμαχίας, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες να αναλάβει η Τουρκία την πρωτοβουλία των κινήσεων, ή ακόμη και τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου.

 

Πόσο ισχυρό ήταν το χαρτί του «στρατιωτικού σκέλους»;

 

Οι τολμηρές εισηγήσεις και σκέψεις της 4ης Ιανουαρίου μπορεί να ευθυγραμμίζονταν με το κλίμα της εποχής και το λαϊκό αίσθημα, αλλά η «γραμμή Καραμανλή» πολύ δύσκολα θα πήγαινε  μακρύτερα από αυτό που είχε ήδη συντελεστεί, δηλαδή την έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Κατά πόσο, όμως, αυτό το «χαρτί» θα ταρακουνούσε τις ΗΠΑ, σε βαθμό που θα απέφερε θετικά αποτελέσματα; Το ερώτημα δεν ήταν εύκολο να απαντηθεί – τουλάχιστον όχι γρήγορα.

Οι ενδείξεις «μαρτυρούσαν» ότι η Ουάσινγκτον προβληματιζόταν, συν τοις άλλοις για τον πολιτικό και ψυχολογικό αντίκτυπο της αποχώρησης, χωρίς όμως να κρίνει ότι κινδύνευε να καταρρεύσει η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Πολύ σοβαρότερες έκριναν τις συνέπειες που θα είχε τυχόν ολοκληρωτική (όχι μερική) διακοπή της συνεργασίας Ελλάδας – ΝΑΤΟ οι Αμερικανοί εμπειρογνώμονες, οι οποίοι συνέταξαν σχετική έκθεση για λογαριασμό του Κογκρέσου. Καταμέτρησαν εννέα δυσμενή αποτελέσματα που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη. Αποτελέσματα αμιγώς επιχειρησιακά, πέρα δηλαδή από την μεγάλη πολιτική και ψυχολογική ζημιά. Συγκεκριμένα:

(Α) Θα δυσκολευόταν η αποτρεπτική αποστολή του Έκτου Στόλου και θα κόστιζε περισσότερο η συντήρησή του. (Β) Θα έπρεπε να μεταφερθούν αλλού σημαντικές εγκαταστάσεις, όπως της Νέας Μάκρης και της Κρήτης.

(Γ)  Η Ιταλία, η Τουρκία και ο Έκτος Στόλος θα έχαναν τις έγκαιρες προειδοποιήσεις, τις οποίες παρείχαν οι τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα.

(Δ) Η Τουρκία θα απείχε 700 μίλια από την εγγύτερη συμμαχική χώρα.

(Ε) Τα Στενά θα γίνονταν πιο ευάλωτα, αν εκδηλωνόταν βουλγαρική επίθεση.

(ΣΤ) Σε περίπτωση βουλγαρικής επιτυχίας, ο σοβιετικός στόλος στη Μαύρη Θάλασσα θα αποκτούσε πρόσβαση στη Μεσόγειο.

(Ζ) Αν γινόταν πόλεμος, θα ήταν σχεδόν αδύνατη η εξασφάλιση κανονικής ροής πετρελαίου.

(Η) Δεν θα μπορούσαν εύκολα οι ΗΠΑ να παράσχουν βοήθεια σε φιλικές χώρες της Μέσης Ανατολής.

(Θ)  Το ΝΑΤΟ θα έχανε τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο στους αεροδιαδρόμους, πάνω από την Ελλάδα.

 

Το γρήγορο ξεθώριασμα μιας επιτυχίας, στο Κογκρέσο

 

Πανηγύριζε ο ελληνικός Τύπος την Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1975. Στις ΗΠΑ, το Κογκρέσο είχε μόλις αποφασίσει εμπάργκο στην προμήθεια αμερικανικών εξοπλιστικών συστημάτων στην Τουρκία, εξ αιτίας της  στάση της στο Κυπριακό. «Πάγωσαν» έτσι παραδόσεις άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων. Επιτέλους, η αποχώρηση από το στρατιωτικό ΝΑΤΟ φαινόταν ν’ αποδίδει κάτι.

Η απόφαση του Κογκρέσου «βρήκε», αμέσως, δυο σφοδρούς επικριτές. Ο ένας – απολύτως αναμενόμενο – ήταν ο Τούρκος πρωθυπουργός Σαντί Ιρμάκ, ο οποίος υπογράμμισε την πιθανότητα να διαρραγούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά και να αναζητήσει η Άγκυρα όπλα εκτός του ΝΑΤΟ. Ο Ιρμάκ μάλιστα απείλησε να εκδιώξει 7.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς από τη χώρα του.

Ο άλλος σφοδρός επικριτής της απόφασης ήταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέραλντ Φορντ, που ανέλαβε αμέσως δράση για να μεταπεισθεί το Κογκρέσο. Για την άρση του εμπάργκο πίεζε και ο Λουνς. Στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς για την τροποποίηση του καθεστώτος διευκολύνσεων που είχε θεσπιστεί το 1953. Και τον Σεπτέμβριο του 1975, διαπραγματεύσεις για τις μελλοντικές σχέσεις Ελλάδας – ΝΑΤΟ. Γρήγορα όμως κατέφθασε μια δυσάρεστη είδηση.

Στις 2 Οκτωβρίου 1975, με ψήφους 237 – 176 το Κογκρέσο αποφάσισε την μερική άρση του εμπάργκο. Τι σήμαινε αυτό; Ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να προμηθευτεί οπλικά συστήματα από τις ΗΠΑ, αρκεί να πλήρωνε σε ξένο συνάλλαγμα. Δεν ήταν αυτό εύκολο, λόγω της κακής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η τουρκική οικονομία. Η Άγκυρα θα λάμβανε ξανά αμερικανικό πολεμικό υλικό είτε δωρεάν είτε αγοράζοντάς το με χαμηλότοκα δάνεια, σαν αυτά που προβλέπονταν στο πρόγραμμα Foreign Military Sales. Ένα μήνυμα, ωστόσο, εκπεμπόταν με τη νέα απόφαση του Κογκρέσου: Στις ΗΠΑ λαμβανόταν σοβαρά υπόψη η δυσαρέσκεια της Άγκυρας, αλλά και οι προειδοποιήσεις της που αφορούσαν το ίδιο μέλλον των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, στην Τουρκία.

Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πρόεδρος Φορντ συνέδεσε τη στρατιωτική  βοήθεια στην Ελλάδα με την επάνοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και με τον μέλλον των αμερικανικών βάσεων στη χώρα. «Είναι αδιανόητον, μετά την άρσιν του εμπάργκο να τίθενται όροι στην Ελλάδα, αντί να ζητούνται παραχωρήσεις από την Τουρκίαν και να τίθενται όροι προς αυτήν», τόνισε ο Καραμανλής στον πρέσβη των ΗΠΑ Τζακ Κιούμπιτς.

Τα πράγματα χειροτέρεψαν στις 26 Μαρτίου 1976, όταν υπογράφηκε αμερικανοτουρκική αμυντική συμφωνία που προέβλεπε παραχώρηση στρατιωτικού υλικού ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, για τέσσερα χρόνια, με αντάλλαγμα την παραμονή των βάσεων των ΗΠΑ, στην Τουρκία. Επρόκειτο για πρακτική παράκαμψη και του… εναπομείναντος εμπάργκο. Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε, διακόπτοντας τις διαπραγματεύσεις για τις βάσεις στην Ελλάδα και αξιώνοντας ανάλογη βοήθεια, για τη χώρα.

 

«Εγγύηση ασφάλειας στο Αιγαίο»: Η αυταπάτη των… 100 ημερών

 

Η όλη κατάσταση έμοιαζε με «σκοτσέζικο ντους», στο οποίο σταδιακά υπερίσχυε η παγωμάρα – για την Αθήνα. Ξέσπασαν όμως πανηγύρια στις 15 Απριλίου 1976, ημέρα της μονογραφής της ελληνοαμερικανικής στρατιωτικής συμφωνίας,  που έγινε γνωστή ως συμφωνία Μπίτσιου – Κίσινγκερ, από τα ονόματα των δυο υπουργών Εξωτερικών.

«Η Ελλάς δικαιώθηκε- αποτρέπονται οι κίνδυνοι- κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια στο Αιγαίο», ήταν ο χαρακτηριστικός τίτλος της εφημερίδας «Μακεδονία», στις 16 Απριλίου. Πράγματι, το ισχυρό στοιχείο της συμφωνίας ήταν η – διατυπωμένη και σε ειδική επιστολή (10 Απριλίου) του Χένρι Κίσινγκερ προς τον Δημήτρη Μπίτσιο –  δέσμευση της Ουάσινγκτον, ότι θα μεριμνούσε για την αποτροπή απειλών κατά της ειρήνης στο Αιγαίο.

Κατά τα άλλα, στη συμφωνία προβλεπόταν στρατιωτική βοήθεια 700 εκατ. δολαρίων, μέρος της οποίας θα ήταν δωρεάν, σε τέσσερα έτη. Ορίστηκε έτσι η αναλογία 7:10 στις αντίστοιχες βοήθειες στην Ελλάδα και την Τουρκία, για την οποία είχε εγκριθεί το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου. Η συμφωνία όριζε επίσης πως οι αμερικάνικες βάσεις θα τελούσαν υπό ελληνική διοίκηση, καθώς και ότι το προσωπικό τους θα ήταν κατά 50% ελληνικό.

Την μεγάλη ανακούφιση στην Αθήνα, όμως, την κόμιζε η αμερικανική δέσμευση για «ειρήνη και ασφάλεια» στο Αιγαίο. Πρακτικά, δέσμευση για παρέμβαση και χαλιναγώγηση κάθε κίνησης που θα εγκυμονούσε κινδύνους σύρραξης, δεδομένων των διαφορετικών θέσεων που πρέσβευαν η Ελλάδα και η Τουρκία ως προς την υφαλοκρηπίδα.

Μόνο που του Απρίλη της διαβεβαιώσεις τις είδε ο Αύγουστος και γέλασε… Περίπου εκατό ημέρες διήρκεσε η ανακούφιση στην Αθήνα. Οι δύο χώρες έφθασαν αρκετά κοντά στην ένοπλη σύρραξη το καλοκαίρι του ’76, όταν το  τουρκικό «Σισμίκ Ι» βγήκε στο Αιγαίο για έρευνες στο βυθό σε περιοχές, για τις οποίες η Αθήνα θεωρούσε ότι αποτελούσαν ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Η αμερικανική δέσμευση αποδεικνυόταν «κούφια». Το Στέιτ Ντιπάρμεντ επικαλέστηκε τη διαφορά μεταξύ επιστημονικών και σεισμικών ερευνών στο βυθό, αλλά η διάκριση αυτή έπαψε να έχει σημασία όταν το τουρκικό σκάφος έκανε και σεισμικές έρευνες (5,7 και 8 Αυγούστου).

Η γαλήνη εξασφαλίστηκε σε βάρος των ελληνικών θέσεων και αυτό προκάλεσε μεγάλη δυσφορία στην Αθήνα. Η κυβέρνηση έκρινε ότι θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένη μια ένοπλη αναμέτρηση, όχι μόνο για άμεσους λόγους, αμιγώς επιχειρησιακούς, αλλά και επειδή σε περίπτωση που άνοιγε ένας κύκλος τέτοιων αντιπαραθέσεων με την Τουρκία θα κινδύνευε σοβαρά η «ευρωπαϊκή προοπτική» της Ελλάδας. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην ΕΟΚ είχαν αρχίσει τον Ιούλιο του 1976. Στις τάξεις της «ευρωπαϊκής οικογένειας» εκδηλώνονταν σκεπτικισμοί και επιφυλάξεις, μήπως η ένταξη της Ελλάδας μετέφερε τις ελληνοτουρκικές διαφορές μέσα στην Κοινότητα.

 

 

Και μετά, η χίμαιρα για τον Τζίμι Κάρτερ…

 

Στον απόηχο των γεγονότων του καλοκαιριού, το Νοέμβριο του 1976 συνάφθηκε η ελληνοτουρκική συμφωνία που έμεινε γνωστή ως Πρωτόκολλο της Βέρνης. Βάσει αυτού, οι δυο χώρες αναλάμβαναν την υποχρέωση «όπως απόσχουν πάσης πρωτοβουλίας ή πράξεως σχετικής προς την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου η οποία θα ηδύνατο να παραβλάψει την διαπραγμάτευσιν». Έτσι έμελε να αποκλιμακωθεί η ένταση στο Αιγαίο, για αρκετά χρόνια. Η κυβέρνηση Καραμανλή θα χειριζόταν τα ζητήματα του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ, χωρίς την ανησυχία για κάποια νέα απειλή «ανάφλεξης», εκεί.

Αλλά ο Νοέμβριος του 1976 ήταν και ο μήνας του μεγάλου ενθουσιασμού σε Αθήνα και Λευκωσία, επειδή στις προεδρικές εκλογές (2/11) επικράτησε ο Τζίμι Κάρτερ των Δημοκρατικών, ο οποίος τασσόταν υπέρ της επίλυσης του Κυπριακού στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ και των αρχών που υπαγόρευε ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην Ελλάδα σκιτσογράφοι είχαν «ντύσει» τον Κάρτερ με φουστανέλα. Στην Κύπρο χτύπησαν χαρμόσυνες καμπάνες, μετά τη νίκη του. Οργανώνονταν μάλιστα και… κηδείες των «κακών», δηλαδή του Φορντ και του Κίσινγκερ. Σε αυτούς τους δύο, όπως και στον Λουνς, είχε προσωποποιηθεί το όλο πρόβλημα.

Η χίμαιρα διήρκεσε λίγες εβδομάδες, αφ’ ότου ο Κάρτερ ανέλαβε καθήκοντα. Κατόπιν, με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ τόνιζε πόσο ζωτικής, στρατηγικής σημασίας ήταν για την Ουάσινγκτον η πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων με την Άγκυρα, που κρατούσε στο χέρι της το «χαρτί» της άρσης των «διευκολύνσεων» στους Αμερικανούς, διατηρώντας ανοικτό και το ενδεχόμενο της αποχώρησής της από το ΝΑΤΟ. Η πλήρης άρση εμπάργκο όπλων ήταν βασική επιδίωξή της και όλα έδειχναν ότι τα πράγματα προς τα εκεί όδευαν.

 

 

«Ούτε πέρσι προσπαθήσατε να συγκρατήσετε την Άγκυρα»

 

«Θα ήταν ευκολότερο για την Ελλάδα να φύγει και είτε να μείνει ουδετέρα είτε να ενταχθεί αλλού, αν είχε άλλη κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Αμερική θα βρισκόταν μεταξύ δυο εκβιαστών». Αυτό είπε ο Καραμανλής στις 18 Φεβρουαρίου 1977 στον απεσταλμένο του Κάρτερ Κλαρκ Κλίφορντ, που πραγματοποιούσε τετραήμερη περιοδεία στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Επίσης, δείχνοντας όσο βαθιά πληγή ήταν τα συμβάντα του Αυγούστου 1976 στο Αιγαίο, ο Έλληνας πρωθυπουργός παραπονέθηκε στον Κλίφορντ πως οι ΗΠΑ τότε δεν έκαναν τίποτα για να συγκρατήσουν την Άγκυρα. Υπογράμμισε δε ότι η αυτοσυγκράτηση της Αθήνας ήταν αυτή που απέτρεψε μια ένοπλη σύρραξη ανάμεσα σε δυο χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ.

Στην ουσία ο Καραμανλής ζητούσε να εκτιμηθεί η «μη εκβιαστική» στάση της Αθήνας, χωρίς να προστίθεται στην ελληνική διαπραγματευτική «φαρέτρα» κάτι άλλο, που θα μπορούσε να προβληματίσει σοβαρά την Ουάσινγκτον. Ο 10 Μαϊου 1977 συναντήθηκε με τον Κάρτερ, στο Λονδίνο, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής των κρατών – μελών του ΝΑΤΟ. «Αν πράγματι θέλετε να επιστρέψω στη Συμμαχία, δεν έχετε παρά να συμβάλετε στη λύση του Κυπριακού», είπε ο Έλληνας πρωθυπουργός στον Αμερικανό πρόεδρο. Ψυχρότατο ήταν το κλίμα στη συνάντησή τους.

Εκ διαμέτρου αντίθετη, θερμότατη, υπήρξε η ατμόσφαιρα στη συνάντηση του Κάρτερ με τον Τούρκο πρωθυπουργό  Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξύμνησε το ρόλο της Τουρκίας, ως ακρογωνιαίου λίθου του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι επιθυμούσε να άρει πλήρως το Κογκρέσσο το εμπάργκο όπλων στην Τουρκία και διαχώρισε πλήρως το ζήτημα αυτό, από την επίλυση του Κυπριακού.

 

 

Ο Ντάβος, ο Χέιγκ και ο… Καζαντζίδης

 

Σταθερό ήταν το μοτίβο, από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, όταν απευθυνόταν στην Ουάσιγκτον : Θα μπορούσε η χώρα μας να αναπροσανατολίσει ριζικά την εξωτερική της πολιτική, κατά τρόπο που θα ήταν πολύ δυσάρεστος για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά δεν το κάνει, διότι έχει σταθερές αρχές η κυβέρνηση της ΝΔ,  η οποία κέρδισε και τις εκλογές του Νοεμβρίου 1977, αν και με μειωμένη ισχύ, σε ποσοστό ψήφων και έδρες.

Η Ουάσιγκτον, όμως, δεν είχε κανένα λόγο… να συγκινηθεί. Η ελληνική απουσία από το στρατιωτικό – και μόνο – σκέλος του ΝΑΤΟ δεν φαινόταν, από μόνη της, αρκετή να της προκαλέσει αφόρητους πονοκεφάλους. Και, πέραν αυτού, οι ΗΠΑ  αντιλαμβάνονταν καθαρά κάτι: Ότι η κυβέρνηση Καραμανλή βιαζόταν η ίδια να επαναφέρει τη χώρα πλήρως στο ΝΑΤΟ, φοβούμενη τις συνέπειες της απουσίας ελληνικού κλιμακίου στην Ενιαία Στρατιωτική Διοίκηση της Συμμαχίας. Φοβούμενη ότι θα ρυθμίζονταν και επιχειρησιακά όρια στο Αιγαίο, ερήμην της Αθήνας.  Φοβούμενη, τελικά, μια υπέρμετρη ισχυροποίηση της Τουρκίας στις δομές του ΝΑΤΟ.

Έτσι, από τον Δεκέμβριο του 1977 άρχισαν διαπραγματεύσεις για τη φόρμουλα επιστροφής της «άσωτης» Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας. Κατέληξαν, τον Μάιο του 1978, στη συμφωνία του Ιωάννη Ντάβου με τον Αλεξάντερ Χέιγκ (αρχηγός ΓΕΕΘΑ ο πρώτος, Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης ο δεύτερος).

Σε αδρές γραμμές, η συμφωνία προέβλεπε επάνοδο της Ελλάδας με τους όρους που ίσχυαν προ του 1974. Ως αντάλλαγμα, η Αθήνα αναλάμβανε τη δέσμευση να διαπραγματευτεί τα όρια του νέου στρατηγείου Λάρισας, αλλά και να συζητήσει για ένα νέο συμμαχικό status, που άφηνε ανοιχτό το ενεχόμενο να ανατεθεί ο επιχειρησιακός έλεγχος του Αιγαίου σε μη ελληνικές μονάδες.

Η συμφωνία Ντάβου – Χέιγκ έμελε να περάσει «από σαράντα κύματα», καθώς η Τουρκία αντιδρούσε στο γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν χωρίς τη δική της συμμετοχή. Η Άγκυρα δεν είχε αντίρρηση στην επάνοδο της Ελλάδας, αξίωνε όμως πρώτα να οριστούν τα όρια ευθύνης των αεροπορικών δυνάμεων των δύο χωρών στο Αιγαίο.

Από τη δύση του 1977 και τις αρχές του 1978, ήταν σαν να περιέγραφαν την όλη κατάσταση οι… στίχοι του τραγουδιού του Καζαντζίδη – αλλά αυτή τη φορά όχι για την αποχώρηση, αλλά την επάνοδο στο ΝΑΤΟ: «Πέντε πάνω πέντε κάτω, στο φινάλε θα τη βρούμε…»

 

 

«Περιμένετε από Έλληνα πρωθυπουργό τέτοιο πράγμα;»

 

Στις 3 Απριλίου 1978 το Στέιτ Ντιπάρμεντ επισημοποίησε την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να άρει πλήρως το εμπάργκο και να χορηγήσει στην Τουρκία βοήθεια ύψους 225 εκατ. δολαρίων, για το 1979.  Η Αθήνα  διαμαρτυρήθηκε. Κατόπιν ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση ορισμένων – σχετικών με τις βάσεις – σημείων μιας «φρέσκιας» (είχε μονογραφηθεί τον Ιούλιο του 1977) ελληνοαμερικανικής συμφωνίας, την τελική επικύρωση της οποίας η κυβέρνηση είχε λόγο να καθυστερεί. Και αυτό διότι το Κογκρέσο σκόπευε να την εγκρίνει μαζί με την  αμερικανοτουρκική. Αν όμως γινόταν αυτό, τότε αμέσως θα «τελείωνε» και το αμερικανικό εμπάργκο στην Τουρκία.

Η ελληνική κυβέρνηση έμοιαζε πλέον με αγκιστρωμένο ψάρι. Το πνεύμα της επιχειρηματολογίας του Καραμανλή, όταν απευθυνόταν στους Αμερικανούς αξιωματούχους, ήταν πως δεν του έδιναν ουσιαστικά ανταλλάγματα για ένα σημαντικό «επίτευγμά» του: Ότι είχε καταφέρει να εξοικειώσει ένα τμήμα της κοινής γνώμης, αλλά και «μερίδα» της αντιπολίτευσης, με την ιδέα ότι ήταν αναγκαία η παραμονή της χώρας στην ατλαντική ρότα και η επιστροφή στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Ο ίδιος ο Καραμανλής θα ανέφερε (αργότερα) πως βίωσε μερικές από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής του «στα μισά» του 1978, στη  Σύνοδο Κορυφής χωρών – μελών του ΝΑΤΟ, στην Ουάσινγκτον. Στο προταθέν κείμενο περιλαμβανόταν μια σύσταση στο Κογκρέσο: Να άρει το εμπάργκο όπλων στην Τουρκία. «Θα είχα το δίλημμα, ή να συνυπογράψω  το ανακοινωθέν ή να αρνηθώ και να φύγω και από το πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ», σημείωσε ο Καραμανλής.

Τη δεύτερη ημέρα των εργασιών δεν πήγε στη Σύνοδο ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ειδοποίησε όμως τον Κάρτερ και τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ πως θα αναγκαζόταν να κάνει χρήση του βέτο. «Είναι αδιανόητο να περιμένετε από Έλληνα πρωθυπουργό να ζητήσει από το αμερικανικό Κογκρέσο την άρση του εμπάργκο στην την Τουρκία», ανέφερε. Τελικά η σύσταση απαλείφθηκε από το κείμενο. Η Αθήνα ένιωσε μια προσωρινή ανακούφιση – σαν τον… Ναστραιδίν Χότζα, στη γνωστή ιστορία με το ασφυκτικά γεμάτο δωμάτιο.

Η εξέλιξη όμως ήταν αναπόδραστη. Την 25η  Ιουλίου και την 1η Αυγούστου 1978  τα δυο Σώματα στις ΗΠΑ υπερψήφισαν την άρση του εμπάργκο, προς μεγάλη χαρά του Κάρτερ. Το «χρύσωμα του χαπιού» που θα κατάπινε η Αθήνα ήταν η υπερψήφιση – στη Γερουσία- και μιας τροπολογίας, που όριζε ότι η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια σε Ελλάδα και Τουρκία θα στηριζόταν στην αναλογία 7:10.

Το εμπάργκο άρθηκε, λοιπόν χωρίς να έχει…  αρθεί (έστω και εν μέρει), ο λόγος, για τον οποίο είχε επιβληθεί. Η Άγκυρα δεν είχε δείξει σημάδια διαλλακτικότητας στο Κυπριακό, για το οποίο κατόπιν η κυβέρνηση Κάρτερ ανέλαβε πρωτοβουλία, από κοινού με τη Βρετανία και τον Καναδά. Τον Νοέμβριο του 1978 οι τρεις χώρες υπέβαλαν σχέδιο, που ενσωμάτωνε βασικά στοιχεία μιας διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας. Η Κύπρος το απέρριψε.

 

Η επιστροφή στις ατλαντικές… εργοστασιακές ρυθμίσεις

 

Ως προς τους όρους της ελληνικής επανόδου, από τη χαραυγή του 1980 άνοιξε ένας νέος γύρος αναζήτησης ισορροπιών. Αυτές αποτυπώθηκαν στο σχέδιο του Μπέρναντ Ρότζερς, διοικητή των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.

Αθήνα και Άγκυρα συμφώνησαν στη βάση του σχεδίου αυτού στις 19 Οκτωβρίου 1980, όταν στην Ελλάδα πρωθυπουργός ήταν ο Γεώργιος Ράλλης (ο Καραμανλής είχε γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας, μερικούς μήνες νωρίτερα). Η ρύθμιση των ορίων επιχειρησιακής ευθύνης ουσιαστικά μετατέθηκε στο μέλλον. Τις ημέρες εκείνες συζητιόταν πολύ ένα «καταπραϋντικό» άρθρο των New York Times, που τόνιζε ότι η πρόοδος της τεχνολογίας και η συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση των δυνατοτήτων παρακολούθησης καθιστούσαν μάλλον τυπική τη σημασία των επί μέρους Διοικήσεων στο Αιγαίο.

Τη Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 1980, το υπουργικό συμβούλιο, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Ράλλη, ενέκρινε ομόφωνα τη συμφωνία επανένταξης στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ – λίγες ημέρες αργότερα θα την επικύρωνε και η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή.

Οι ογκώδεις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που ακολούθησαν έδειξαν πως οι  εχθρικές για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ διαθέσεις δεν είχαν υποχωρήσει στην ελληνική κοινωνία τόσο, όσο ισχυριζόταν (ότι τις είχε μειώσει) ο Καραμανλής όταν απευθυνόταν στους Αμερικανούς και ζητούσε… ανταποδοτικές κινήσεις εκ μέρους τους.

Είχε βεβαίως δίκιο ο Καραμανλής να αναζητά αναγνώριση για κάτι άλλο: Για τις κατασταλτικές πρακτικές που είχε νωρίτερα επιστρατεύσει, με σκοπό να μειωθεί, όχι φυσικά αυτός καθ’ εαυτός ο λαϊκός αντιαμερικανισμός (αυτό ήταν ανέφικτο), αλλά τα περιθώρια έκφρασής του. Πρακτικές, όπως ήταν η τιτάνια αστυνομική επιχείρηση που έγινε στη Ρόδο τον Μάιο του 1976, εναντίον των κατοίκων που – παρά τα δακρυγόνα και τις συλλήψεις – κατόρθωσαν να εμποδίσουν την αποβίβαση των πληρωμάτων δυο πλοίων του Έκτου Στόλου. Όπως το γεγονός ότι η κυβέρνησή του το 1976 ικανοποίησε την (διατυπωμένη από τον Νοέμβριο του ’75) αξίωση του πρέσβη Κιούμπιτς να σταματήσει να φθάνει η πορεία στο κτήριο της Πρεσβείας των ΗΠΑ. Το 1977 μάλιστα η αστυνομία ανέλαβε δράση έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, για να μην ξεκινήσει καν η πορεία.

Και μετά από την πλήρη επιστροφή στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» του ατλαντισμού, τον Νοέμβριο του 1980, η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Ράλλη να κρατήσει όλους τους διαδηλωτές μακριά από την Πρεσβεία θα φέρει εκείνο το κτηνώδες, κατασταλτικό αμόκ που θα σκοτώσει τον Κουμή και την Κανελλοπούλου.

 

Ο «σχεδόν πόλεμος» του 1987, ως αντιστροφή του 1976  

 

Οι ελληνοαμερικανικές διαπραγματεύσεις για τις βάσεις διακόπηκαν τον Ιούνιο του 1981, ενώ η χώρα όδευε προς εκλογές. Συνεχίστηκαν επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και είχαν αίσια έκβαση για την Ουάσινγκτον (το 1983). Οι αμερικανικές βάσεις παρέμειναν… ακλόνητες, όπως και η Ελλάδα στο ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. Αυτό που κλονίστηκε για τα καλά τον Μάρτιο του 1987 ήταν το Πρωτόκολλο της Βέρνης και η όποια σιγουριά για «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο.

Ξέσπασε, τότε, μια κρίση κατά πολύ σοβαρότερη εκείνης του 1976. Μια κρίση που έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία «μια ανάσα» πριν από την ένοπλη σύρραξη. Επίμαχο κεντρικό θέμα, η υφαλοκρηπίδα, σε συνδυασμό με τα κοιτάσματα της Θάσου.

Παρακάμπτοντας το χρονικό των γεγονότων, που περιλάμβανε μεταξύ άλλων την έξοδο του «Πίρι Ρέις» (πρώην «Σισμίκ») σε διαφιλονικούμενα νερά, παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Καστελόριζο, πλήρη πολεμική προετοιμασία, εκκένωση παραμεθόριων χωριών στον Έβρο και… ραφιών στα σούπερ μάρκετ, φθάνουμε στο «δια ταύτα»: Η Άγκυρα «έκανε πίσω» κι αυτό στην Ελλάδα πανηγυρίστηκε ως μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια πύκνωσαν οι διμερείς επαφές και δρομολογήθηκε η πολυσυζητημένη συμφωνία Παπανδρέου – Οζάλ, στο Νταβός (Ιανουάριος 1988). Όμως ένα «ζουμ» στον «παρά τρίχα πόλεμο» έχει την αυτοτελή σημασία του. Ειδικά στις κινήσεις της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, στις οποίες πιστώθηκε η τουρκική υποχώρηση.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός θεώρησε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως πολλαπλά υπεύθυνους για τη στάση της Άγκυρας. Είναι αλήθεια ότι προσέδιδε ιδιαίτερη πειστικότητα στα λόγια του το (διπλό) γεγονός ότι, κατά τις ημέρες εκείνες, ο Οζάλ βρισκόταν στις ΗΠΑ – για λόγους υγείας-  και επισκεπτόταν την Τουρκία ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Κάσπαρ Ουάινμπεργκερ. Ομοίως και η δήλωση που έκανε από την Άγκυρα, προτού αποπλεύσει το «Πίρι Ρέις», ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Περλ: «Ελπίζω ότι η Ελλάδα δεν θα κάνει κουταμάρες…».

Επικαλούμενη «λόγους εθνικής ασφάλειας», η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αναστέλλει τη λειτουργία της αμερικανικής βάσης στη Νέα Μάκρη, που εξυπηρετούσε τις επικοινωνίες του Έκτου Στόλου.  Ουσιαστικά, η Αθήνα έλεγε… κατάμουτρα στην Ουάσινγκτον ότι υποψιαζόταν πως, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης, η βάση θα βοηθούσε την Άγκυρα στον τομέα των πληροφοριών. Ο Αμερικανός πρέσβης Ρόμπερτ Κίλι ενημερώθηκε ότι θα γινόταν το ίδιο και με τις υπόλοιπες αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα, αν η Ουάσινγκτον δεν έπραττε «τα δέοντα».

Προειδοποίησε, επίσης, η κυβέρνηση τις ΗΠΑ ότι η Ελλάδα δεν θα δίσταζε να αλλάξει ριζικά την εξωτερική της πολιτική και τους αμυντικούς της σχεδιασμούς, αναζητώντας μάλιστα εξοπλιστικά συστήματα από χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ή ακόμη και συμμαχίες με κράτη – μέλη του. Προς επίρρωση, ο υπουργός Εξωτερικών Κάρολος  Παπούλιας ταξίδεψε αστραπιαία στη Βουλγαρία και μετέφερε στον πρόεδρό της,  Τεοντόρ Ζίβκοφ, «σοβαρό προσωπικό μήνυμα» του Παπανδρέου.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ΗΠΑ και ΝΑΤΟ θορυβήθηκαν για τα καλά. Η Ουάσινγκτον άσκησε όλη την επιρροή της στην Άγκυρα και τα αποτελέσματα έμοιαζαν με… αντιστραμμένο 1976. Τότε που, έπειτα από την κρίση του Αυγούστου, είχε μείνει στην Αθήνα η πίκρα, επειδή οι ΗΠΑ δεν εκτιμούσαν την απόφαση της Ελλάδας να αποφύγει «εκβιασμούς» και «υπερβάσεις ορίων»…

 

Επισημάνσεις και συμπεράσματα  (τέσσερα σημεία)     

 

Πρώτον: Σήμερα, η κυρίαρχη αντίληψη θεωρεί λανθασμένη την απόφαση του ’74 για αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Βάσει αυτής της κριτικής, στο όνομα της αξιοπρέπειας και της ικανοποίησης του λαϊκού αισθήματος ο Καραμανλής έκανε μία κίνηση που δεν απέφερε κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα έδωσε εντός του ΝΑΤΟ προβάδισμα στην Τουρκία, ή απείλησε να δώσει – εξαρτάται από το πώς κρίνει κανείς τους όρους της επανόδου, του 1980.

Στην πραγματικότητα, όμως, το ατελέσφορο της κίνησης εκείνης υπενθυμίζει έναν βασικό κανόνα – και μάλιστα από εκείνους που δύσκολα «σηκώνουν» εξαιρέσεις: Κανένα διαπραγματευτικό όπλο δεν θα αποδώσει εάν εκείνος που το σηκώνει, όχι μόνο αποφεύγει να το εντάξει σε μια συνολικότερη τακτική, αλλά επί πλέον το κρατά με… χέρι τρεμάμενο. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο αντίστοιχο «what if ?», δηλαδή αν και τι θα μπορούσε να αποφέρει μια άλλη χρήση του όπλου, που θα συνοδευόταν και από μέριμνα για διεύρυνση του οπλοστασίου. Το σίγουρο όμως είναι ότι, έτσι, δεν θα τελεσφορούσε.

Δεύτερον: Ανατρέχοντας στην «εκκίνηση» εκείνης της «ανταρσίας», δηλαδή στο ξεχείλισμα του ποτηριού που επέφερε η στάση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ επί των ημερών του «Αττίλα», συναντάμε την θεωρία που τα ρίχνει όλα στον Κίσινγκερ και… ξεμπερδεύει. Συνοπτικά, η εν λόγω θεώρηση: Το ’74 «πέσαμε» σε κακή συγκυρία. Στην Ουάσινγκτον υπήρχε κενό εξουσίας, λόγω του σκανδάλου Γουότεργκειτ. Για όλα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής αποφάσιζε, τότε, ένα πρόσωπο και δυστυχώς αυτό ήταν ο «ανθέλληνας Κίσινγκερ».

Κανένα κενό εξουσίας, όμως, δεν υπήρχε στις ΗΠΑ το 1955, ούτε επί Κάρτερ, ούτε το 1987, ούτε, ούτε… Οι κατά καιρούς αποκλίνουσες εκτιμήσεις ανάμεσα σε διαφορετικά «κέντρα », στις ΗΠΑ, δεν αναιρούν την ύπαρξη «σταθερών» στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και υπολογισμούς.

Η αναζήτηση μεμονωμένων «κακών »  ασφαλώς εξυπηρετεί τον στρουθοκαμηλισμό και τις προσπάθειες να κρυφτούν τα αδιέξοδα της πολιτικής που υπαγορεύεται από το «να συνεχίσουμε να είμαστε τα πιο υπάκουα  παιδιά του ατλαντισμού, δεν μπορεί, κάποτε θα επιβραβευθούμε». Κι ακριβώς επειδή βολεύει αυτή η αναζήτηση, αναπαράγεται διαρκώς. Κάποτε ήταν ο Κίσινγκερ και ο Λουνς. Στα πιο πρόσφατα χρόνια ήταν ο Γενς Στόλτενμπεργκ, του ΝΑΤΟ… Κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα ρεσιτάλ κενολογίας, που τα τελευταία χρόνια επεφύλασσε υποκριτικά… κορδώματα για ανύπαρκτες «απομονώσεις» της Τουρκίας, μέχρι να καταλήξει στη σημερινή… σειρά παραπόνων.

Τρίτον: Αξίζει να σταθούμε λίγο στην κραυγαλέα διάψευση των ελπίδων που είχαν εναποτεθεί στον Κάρτερ, για μια πιο ισορροπημένη «γραμμή» των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά. Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της… χρόνιας αδυναμίας που διακατέχει την ελληνική πολιτική ελίτ. Αδυναμία να «ακτινογραφηθούν» σωστά οι  προτεραιότητες «των άλλων» – ιδίως των ΗΠΑ (κάποτε και της «Αντάντ»). Και εύκολη αναγωγή των ευσεβών πόθων σε γεωπολιτικά «δεδομένα».

Ακριβώς επειδή αυτό το… κουσούρι κρατά στο χρόνο, η επισήμανσή του ενοχλεί. Έτσι, έχουν δημοσιευθεί «αναλύσεις» που ισχυρίζονται ότι δεν ήταν ακριβώς «φιάσκο» και προϊόν αυταπατών όλο εκείνο το πανηγύρι. Ότι ο Κάρτερ «στράβωσε» εξ αιτίας της αδιαλλαξίας του προέδρου της Κύπρου, Σπύρου Κυπριανού, που δεν αποδέχθηκε το σχέδιο των τριών χωρών. Μόνο που, όποια άποψη κι αν έχει καθένας για το σχέδιο εκείνο και τις επιλογές της Λευκωσίας, δεν αλλάζει… το ημερολόγιο. Ο «φουστανελάς» Τζίμι είχε αποσαφηνίσει την πολιτική του γραμμή, η οποία προφανώς καθιστούσε γραφικά τα προηγηθέντα γλέντια, ενάμιση έτος (και βάλε) προτού υποβληθεί η πρόταση για το Κυπριακό. Δεν θα γυρίσουμε τώρα ανάποδα και το χρόνο, επειδή κάποιοι αρνούνται να δουν τα προφανή…

Τέταρτον: Διαβάζοντας κανείς τον Τύπο της εποχής, αλλά και το ίδιο το Αρχείο Καραμανλή (τον όγδοο τόμο), διαπιστώνει ότι η Κομισιόν χρησιμοποίησε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις ως μοχλό έντονης πίεσης προς την ελληνική κυβέρνηση, με σκοπό να επανενταχθεί πλήρως Ελλάδα στο ΝΑΤΟ και να δείξει  μεγαλύτερη υποχωρητικότητα στις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία και τη Συμμαχία. Εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα ήταν η Γαλλία, τουλάχιστον το 1974 -75. Μάλιστα τον Οκτώβριο του 1977 η Κοινότητα «μπλοκάρισε» διαδικασία στο Συμβούλιο της Ευρώπης, ώστε να μην εκδοθεί καταδικαστική απόφαση κατά της Τουρκίας για μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο.

Επαναλαμβάνουμε, αρκετά σχετικά εξιστορεί ο ίδιος ο Καραμανλής. Κοίτα να δεις, ο «εθνάρχης» να δίνει πόντους στο «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»…

Από το 1974 – 80 μέχρι σήμερα έχουν συντελεστεί τεράστιες αλλαγές στον κόσμο. Δεν είναι η ελληνική εφημερίδα «Απογευματινή» που γράφει πως το ΝΑΤΟ στερείται λόγου ύπαρξης, όπως στις 14 Αυγούστου 1974. Είναι ο Ιταλός υπουργός Άμυνας, Γκουίντο Κροζέτο αυτός που λέει ακριβώς το ίδιο (Ιούνιος 2025), με το σκεπτικό ότι στο σύγχρονο κόσμο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν πάψει να είναι «το κεντρικό σημείο αναφοράς». Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να δίνει «ένα σκασμό λεφτά» για το ΝΑΤΟ, αλλά ξέρει ότι σε επόμενη κρίση (ας πούμε στο Αιγαίο) θα τρέμει πάλι το φυλλοκάρδι της, μέχρι να δει αν και πώς θα ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ποιος, ξέρει ίσως αυτή να είναι η «τιμωρία» μας, επειδή, όπως δείχνουν οι έρευνες  του Pew Research Center στις χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ (διαβάσαμε την τελευταία τον Ιούλιο του 2024), στην Ελλάδα έξι στους δέκα ενήλικες έχουν αρνητική άποψη για τη Συμμαχία. Κι ας μην ζούμε στο 1974 ή το 1980…

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ