6.3 C
Athens
Τρίτη, 13 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η τέχνη ως ταξικό πεδίο μάχης: Από την θεωρία του Μαρξ στη λογοκρισία του Γ Ράιχ, του Βασίλη Βάβουλα


Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει τον μηχανισμό της καλλιτεχνικής λογοκρισίας υπό το πρίσμα της θεωρίας της σύγκρουσης (conflict theory) των Μαρξ και Ένγκελς. Αναλύει πώς η κυρίαρχη τάξη, κατέχοντας τα μέσα πολιτισμικής παραγωγής (γκαλερί, μουσεία, ΜΜΕ), χρησιμοποιεί την λογοκρισία όχι για λόγους αισθητικής ή ηθικής, αλλά ως εργαλείο προστασίας της εξουσίας της και καταστολής κάθε ιδεολογικής πρόκλησης.

Βασικά σημεία ανάλυσης

Η Θεωρία της σύγκρουσης: Πώς η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής οδηγεί στην οικονομική εκμετάλλευση και πώς η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει τις δικές της αξίες για να δικαιολογήσει την ανισότητα.

Αλλοτρίωση και τέχνη: Η σύνδεση μεταξύ του εργάτη που αποξενώνεται από το προϊόν του και του καλλιτέχνη που πιέζεται να παράγει έργα συμβατά με τις απαιτήσεις της αγοράς ή της κρατικής ιδεολογίας

Η λογοκρισία ως ταξικό όπλο: Η ανάλυση της λογοκρισίας ως αντανάκλασης της πάλης μεταξύ της κυρίαρχης και της υποτελούς τάξης.

Πώς εφαρμόζεται η θεωρία της σύγκρουσης στις συζητήσεις για την λογοκρισία της τέχνης; Πώς συνδέεται το ναζιστικό καθεστώς με όλα αυτά; Η καλλιτεχνική λογοκρισία δεν είναι ποτέ μια ουδέτερη πράξη αισθητικής ή ηθικής τάξεως, αλλά ένα πεδίο σκληρής ταξικής αντιπαράθεσης. Το παρόν κείμενο αναλύει τη σχέση εξουσίας και τέχνης, εφαρμόζοντας τη μαρξιστική θεωρία σε μια από τις πιο κραυγαλέες και ηχηρές περιπτώσεις πολιτισμικής καταστολής στην ιστορία.

Η αστική κριτική προσπαθεί διαχρονικά να παρουσιάσει την τέχνη ως μια «θεία επιφοίτηση» ή μια ατομική υπόθεση του δημιουργού, αποκομμένη από την υλική πραγματικότητα. Όμως η τέχνη είναι μια παραγωγική διαδικασία (Benjamin). Στις μέρες μας, το έργο τέχνης χάνει την αίγλη του ιερού αντικειμένου και αποκτά πολιτική λειτουργία. Η λογοκρισία, λοιπόν, δεν στρέφεται κατά της ομορφιάς, αλλά κατά της πολιτικής χρήσης της εικόνας. Όταν η τέχνη παύει να είναι τελετουργία για την ελίτ και γίνεται εργαλείο για τις μάζες, η άρχουσα τάξη σπεύδει να την βάλει στην θέση της, χρησιμοποιώντας το μέσο της καταστολής, επανιδρύοντας βίαια τον έλεγχο πάνω στην προβολή/διανομή της.

Η θεωρία της Σύγκρουσης: Μέσα παραγωγής και ταξική συνείδηση

Οι Μαρξ και Ένγκελς εξηγούν ότι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής οδηγεί αναπόφευκτα στην οικονομική εκμετάλλευση. Μια μικρή ομάδα καπιταλιστών κατέχει τον απόλυτο έλεγχο της παραγωγής, ενώ οι εργάτες αναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ως το μόνο μέσο επιβίωσης.

Οι προύχοντες αποκομίζουν κέρδος πληρώνοντας τους εργάτες λιγότερο από την αξία της παραγωγής τους, παράγοντας την λεγόμενη υπεραξία. Λόγω αυτού, οι εργάτες αποσυνδέονται από τον ίδιο τους τον κόπο και τα δημιουργήματά τους. Αυτή η αίσθηση αλλοτρίωσης διογκώνεται, μεγαλώνοντας το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, καθώς η κυρίαρχη τάξη διατηρεί την εξουσία της προωθώντας ιδέες κι αξίες που δικαιολογούν την ανισότητα, κάνοντας το καθεστώς της να φαντάζει φυσικό και αυτονόητο.

Η αλλοτρίωση του δημιουργού δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά μια ωμή εργασιακή πραγματικότητα. Στον σύγχρονο καπιταλισμό εν δυνάμει ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σε έναν προλετάριο της γραμμής. Ένας δημιουργός που ζει σε διαρκή εργασιακή ομηρία, αναγκάζεται να ευθυγραμμίσει το περιεχόμενο της δουλειάς του με τις αισθητικές και πολιτικές προτιμήσεις των χρηματοδοτών ή των κηδεμόνων του. Η οικονομική βία της επιβίωσης επιβάλλει μια σιωπηλή λογοκρισία, που η ανάγκη για το επόμενο μεροκάματο κατακρεουργεί την κριτική επέμβαση.

Η τέχνη ως μέρος του ιδεολογικού εποικοδομήματος

Στη μαρξιστικό αφήγημα, η κοινωνία χωρίζεται στη βάση (οικονομία, σχέσεις παραγωγής) και στο εποικοδόμημα (νόμοι, πολιτική, θρησκεία, τέχνη). Η ανωτέρα τάξη εφόσον ελέγχει τη βάση, οφείλει να ελέγχει και το εποικοδόμημα για να νομιμοποιεί την κυριαρχία της.

Η τέχνη λοιπόν, χάνει την ιδιότητα της αθώας αναζήτησης και λαμβάνει αυτή του μηχανισμού που είτε αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία είτε την αμφισβητεί. Όταν η τέχνη γίνεται επικίνδυνη για τη βάση, το εποικοδόμημα ενεργοποιεί τη λογοκρισία ως ανοσοποιητικό σύστημα του status quo. Έτσι, η λογοκρισία αντικατοπτρίζει τη συνεχή πάλη μεταξύ των κυριάρχων και των υποτελών.

Ο θεσμικός έλεγχος και η αλλοτρίωση του δημιουργού

Όπως η κυρίαρχη τάξη κατέχει τα μέσα οικονομικής παραγωγής, έτσι ελέγχει και τα μέσα πολιτισμικής παραγωγής (γκαλερί, μουσεία, μεγάλα ΜΜΕ). Αυτά τα ιδρύματα λειτουργούν ως πύλες, καθορίζοντας ποιες ιδέες θα προβληθούν και ποιες θα αποσιωπηθούν. Συχνά, η λογοκρισία εκλογικεύεται μέσω «ηθικών» λόγων ή λόγων «δημόσιας αιδούς». Αυτές οι αξίες, ωστόσο, είναι διαμορφωμένες από τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Από την πλευρά των καλλιτεχνών, αυτό οδηγεί στην αλλοτρίωση. Ακριβώς όπως ο εργάτης αποξενώνεται από το προϊόν του, ο καλλιτέχνης αισθάνεται αποσυνδεδεμένος από τη δημιουργική του έκφραση όταν πιέζεται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της αγοράς ή τις θεσμικές προσδοκίες. Η λογοκρισία μετατρέπει την τέχνη σε εμπόρευμα ή εργαλείο προπαγάνδας, αφαιρώντας της τον ρόλο της ως εργαλείο κοινωνικής κριτικής.

Υπόθεση: Η «Εκφυλισμένη Τέχνη» στο Γ’ Ράιχ

Το απόλυτο παράδειγμα αυτής της θεωρίας είναι η περίπτωση της «Εκφυλισμένης Τέχνης» από το ναζιστικό καθεστώς. Το 1937, το Γ’ Ράιχ δέσμευσε χιλιάδες έργα μοντέρνας τέχνης και τα εξέθεσε με σκοπό τον δημόσιο χλευασμό τους. Το ναζιστικό κράτος συγκέντρωσε τον απόλυτο έλεγχο των μουσείων, παίρνοντας την ιδιοκτησία των μέσων πολιτισμικής παραγωγής. Έργα κομμουνιστών, Εβραίων και αβάν-γκαρντ καλλιτεχνών κατασχέθηκαν επειδή αμφισβητούσαν την Άρια αισθητική ιδιοσυγκρασία. Η έκθεση παρουσίασε αυτά τα έργα σε ένα υποτιμητικό πλαίσιο, νομιμοποιώντας τον ναζιστικό αυταρχισμό πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία και παράλληλα υποσκάπτοντας την καινοτομία.

Οι δημιουργοί αλλοτριώθηκαν βίαια είτε απολύθηκαν από τις θέσεις τους, είτε τους απαγορεύτηκε να δημιουργούν καθώς πολλοί οδηγήθηκαν στην εξορία. Ωστόσο, η ιστορία έδειξε ότι η καταπίεση γεννά την αντίσταση. Η απαγορευμένη τέχνη επέζησε και, μετά την πτώση του ναζισμού, απέκτησε νέο νόημα, συμβολίζοντας την ελευθερία απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Παρ’ όλα αυτά, η ναζιστική επίθεση στην τέχνη δεν περιορίστηκε μόνο εκεί. Συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού με το όνομα Επιμελητήριο Πολιτισμού του Ράιχ (Reichskulturkammer), το οποίο επέβαλε έναν απολυταρχικό θεσμικό αποκλεισμό. Κανείς για να εργαστεί, έπρεπε να κατέχει πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης.

Συμπεράσματα

Η περίπτωση του 1937 υπενθυμίζει ότι ο έλεγχος της τέχνης είναι πάντα πολιτικός. Σήμερα, αν και η λογοκρισία μπορεί να μην εμφανίζεται με τη μορφή των ναζιστικών διαταγμάτων (παρότι έχουμε στα χέρια μας απτά παραδείγματα, βλ. περιπτώσεις Μ. Καραβέλα έως τα πρόσφατα γεγονότα στην Πινακοθήκη), παραμένει παρούσα μέσω των αλγορίθμων, της εμπορευματοποίησης και του θεσμικού αποκλεισμού. Η κατανόηση της τέχνης ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης είναι το πρώτο βήμα για τη διεκδίκηση ενός πολιτισμού που θα λειτουργεί ως απελευθερωτική δύναμη και όχι ως εργαλείο κυριαρχίας.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

  • Marx, K., & Engels, F. (1972). The German Ideology.
  • Jelavich, P. (1999). National Socialism, art, and power in the 1930s.
  • Levi, N. (2014). Modernist form and the myth of Jewification.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ