12.9 C
Athens
Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «τρεις δούλοι», ο «σιωπηλός καταναγκασμός» και η εργατική χειραφέτηση, του Αλέκου Αναγνωστάκη

 

ΒΙΟΛΑΝΤΑ: όταν η έννοια της νοοτροπίας του δούλου υπερβαίνει την κυριολεκτική εμπειρία της υποδούλωσης

Δυο εικόνες. Δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι.

Από τη μια η εικόνα μέρους των εργαζομένων στα Τρίκαλα, στη ΒΙΟΛΑΝΤΑ των αδελφών Τζιωρτζώτη, την κατηγορουμένη ως δολοφόνο εταιρεία των πέντε εργατριών της.

Και από την άλλη οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων κατά την Πρωτομαγιά του 1944, λίγο πριν περάσουν στο άπειρο της βιολογικής τους ανυπαρξίας και στην ύπαρξη της ιστορικής τους αιωνιότητας.

Η πρώτη εικόνα, αυτή με τους εργάτες της εταιρείας να στέκονται στο πλευρό του εργοδότη τους είναι συνταρακτική.

Η εικόνα προκαλεί και γεννά ερωτήματα. Γιατί αυτή η συμπεριφορά;

Η στάση αυτή των εργαζομένων διαμορφώνεται μέσα σε ένα πεδίο δράσεων, επεμβάσεων και παρεμβάσεων. Κείμενο, για παράδειγμα, διακινείται στο εσωτερικό της εταιρείας με αναφορές στην επιχείρηση – «οικογένεια», το «σεβασμό» και την «ανθρώπινη σχέση» εντός της εταιρείας ανάμεσα στον εργοδότη, τον «κ. Κώστα», και τους εργαζόμενους.

Οι ίδιες οι συγκεντρώσεις έξω από την αστυνομική διεύθυνση και τα δικαστήρια, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων, δεν ήταν «αυθόρμητες». Οργανώθηκαν με παρέμβαση της εργοδοσίας μέσω ενός στενού πυρήνα στελεχών της επιχείρησης και συγγενών.

Φυσικά υπάρχουν αυτοί που έμειναν πίσω κάπου χαμένοι στο πλήθος, αυτοί που πήγαν και ύστερα απολογούνταν στους συγχωριανούς πως η ανάγκη τους έκανε, αυτοί που στα πιεστικά τηλέφωνα που δέχονταν επικαλέστηκαν ασθένεια, οικογενειακά προβλήματα κ.λπ. και δεν πήγαν, αυτοί που απάντησαν ευθαρσώς όχι (παρά τις απειλές) και δεν ήταν πάντα οι λιγότερο δυσκολεμένοι, και αυτοί που βγήκαν μπροστά με συνθήματα συμπαράστασης στην εργοδοσία, βασιλικότεροι του βασιλέως.

Ανάλογες συμπεριφορές εμφανίζονται στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Να υπενθυμίσουμε, για παράδειγμα, τις συγκεντρώσεις στην Χαλκιδική των εργαζομένων στην εταιρεία εξόρυξης χρυσού ενάντια στο ρωμαλέο και μαζικό φιλοπεριβαντολογικό κίνημα των κατοίκων της περιοχής με το αιτιολογικό πως «θα κλείσει η εταιρεία» ή της φιλοεργοδοτικές κινήσεις εργαζομένων στη Ρικομέξ όπου στα συντρίμμια του εξαώροφου κτιρίου της βρήκαν τραγικό θάνατο 39 άνθρωποι.

Πώς λοιπόν φτάνουν σε αυτό το σημείο, συνάδελφοι των δολοφονημένων εργατριών να συμπαραστέκονται στον κατ’ εξοχήν κατηγορούμενο ως υπεύθυνο της δολοφονίας και να απαρνούνται ακόμη και νεκρούς τους συναδέλφους τους;

Μια πρώτη ανάγνωση και ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς είναι ότι πρόκειται για χειραγώγηση ή για «ξεπούλημα». Ναι, υπάρχει χειραγώγηση, υπάρχει ξεπούλημα.

Αλλά ποιος μηχανισμός είναι αυτός που καθιστά δυνατή την «αθώωση» του εργοδότη;

Η σχέση εργάτη – εργοδότη και στη ΒΙΟΛΑΝΤΑ, όπως σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, εμπεριέχει ως δομικό στοιχείο το φόβο και την ανασφάλεια. Την ανασφάλεια της ανεργίας το φόβο της απώλειας ζωτικού εισοδήματος, την απειλή ακόμη και του κοινωνικού περιθωρίου.

Το δίλημμα τίθεται δομικά! Στήριξη στον εργοδότη ή κλείσιμο του εργοστασίου; Άρα το πεδίο επιλογών αποκτά βαθύτερες και συνθετότερες διαστάσεις.

Ακριβώς γι’ αυτό η δημόσια στήριξη του εργοδότη από τους εργάτες δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ευθύγραμμη ταύτιση μαζί του, μπορεί να συνυπάρχει με θυμό, φόβο και αίσθηση αδικίας για την άδικη απώλεια των συναδελφισσών.

Εδώ όμως τον δεσπόζοντα λόγο έχει η ταξική κυριαρχία η οποία στηρίζεται πρωτίστως στον «σιωπηλό καταναγκασμό των οικονομικών σχέσεων», όπως ήδη τον είχε περιγράψει ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου.

Κατά τον Μαρξ ο «σιωπηλός καταναγκασμός των οικονομικών σχέσεων» (γερμ. stummer Zwang der ökonomischen Verhältnisse) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός επιβάλλει την κυριαρχία του όχι μέσω της άμεσης σωματικής βίας ή της ιδεολογίας, αλλά μέσω των ίδιων των δομών της οικονομίας που καθιστούν την εργασία αναγκαία για την επιβίωση. 

Σε αντίθεση με τη φεουδαρχία ή τη δουλεία, όπου η βία ήταν άμεση και προσωπική, στον καπιταλισμό ο εξαναγκασμός είναι έμμεσος και «σιωπηλός». Ο εργάτης είναι «ελεύθερος» νομικά, αλλά αναγκάζεται να πουλήσει την εργατική του δύναμη επειδή δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής. Αν δεν το κάνει, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα μέσα συντήρησής του.

Ο καταναγκασμός δεν αφορά μόνο τους εργάτες αλλά και τους κεφαλαιοκράτες, οι οποίοι υποχρεώνονται από τον ανταγωνισμό της αγοράς να συσσωρεύουν κεφάλαιο και να αυξάνουν την παραγωγικότητα, αλλιώς κινδυνεύουν με οικονομική καταστροφή.

Ο «σιωπηλός καταναγκασμός», αυτή η μορφή εξουσίας συχνά δεν δρα απευθείας πάνω στο άτομο (όπως η βία), αλλά αναδιαμορφώνει το περιβάλλον του έτσι ώστε οι επιλογές του να περιορίζονται στην εξυπηρέτηση της κερδοφορίας. 

Στις ψηφιακές πλατφόρμες για παράδειγμα ο εργαζόμενος εμφανίζεται ως «ελεύθερος συνεργάτης». Ωστόσο, ο αλγόριθμος και η ανάγκη για εισόδημα τον εξαναγκάζουν να αποδέχεται χαμηλές αμοιβές και εξαντλητικά ωράρια, χωρίς τη χρήση άμεσης βίας.

 Η δε εξουσία του κεφαλαίου εμφανίζεται ως «φυσικός νόμος» ή αντικειμενική οικονομική αναγκαιότητα (π.χ. «πρέπει να γίνουν περικοπές για να μείνουμε ανταγωνιστικοί»). Αυτό αποπολιτικοποιεί την ταξική σύγκρουση, παρουσιάζοντάς την ως απλή διαχείριση δεδομένων.

Κι έτσι οι εργαζόμενοι δεν χρειάζεται να πιστεύουν ότι ο εργοδότης είναι αθώος ή δίκαιος· αρκεί να βιώνουν ότι η ίδια η υλική τους αναπαραγωγή εξαρτάται από τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης. Δεν αγνοούν τις βλάβες που υφίστανται, αλλά δίχως να βλέπουν εναλλακτική λύση προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στον προϋπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων

Κι έτσι η έννοια της νοοτροπίας του δούλου υπερβαίνει την κυριολεκτική εμπειρία της υποδούλωσης. Αντιπροσωπεύει ένα τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από εξάρτηση, φόβο ενώπιον της εξουσίας και την επιθυμία να ευχαριστήσει κανείς τον αφέντη του, ακόμη και σε βάρος της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και της συλλογικής ευημερίας.

Φυσικά εάν δεν συνειδητοποιήσεις τον εαυτό σου ως δούλο δεν θ’ αντιληφθείς ποτέ σου τον αφέντη, όπως πολύ όμορφα περιέγραφε ο Χέγκελ στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» και τη διαλεκτική του παραβολή του Αφέντη / Δούλου.

Αλλά «ο δούλος που έχει συνείδηση της σκλαβιάς του και αγωνίζεται εναντίον της είναι επαναστάτης». Ενώ ο δούλος που δεν συνειδητοποιεί τη σκλαβιά του και μαραζώνει σε μια σιωπηλή, ασυνείδητη, δίχως φωνή, ζωή σκλάβου είναι απλώς δούλος.» Αλλά «ο δούλος που του τρέχουν τα σάλια όταν περιγράφει αυτάρεσκα τις απολαύσεις της σκλαβιάς και θαυμάζει τον καλό και ευγενικό αφέντη είναι τσιράκι και κάθαρμα». Β. Ι. Λένιν, “Στη μνήμη του κόμη Χάιντεν”.

Κάθε εκμετάλλευση του ανθρώπου ξεκινά με την παραμόρφωση της ψυχής του, ώστε αυτή να μπορεί να υποταχθεί. Χωρίς αυτή την υποταγή, ο σκλάβος δεν είναι σκλάβος. Κι έτσι η βλασφημία κατά των πεποιθήσεων του «κυρίου» — κατά της ψυχής του, του θεού του — δεν συγχωρείται.

Αυτή η κατηγοριοποίηση του δούλου και από τον Λένιν ορθώνει το καθοριστικό ζήτημα της συλλογικής δράσης. Η συλλογική δράση απαιτεί εμπιστοσύνη ότι και οι άλλοι θα κινηθούν, έχει την ανάγκη συλλογικών μηχανισμών που μειώνουν το ατομικό ρίσκο.

Η εργοδοτική παρέμβαση, ο «στενός πυρήνας συγγενών κ.ά.», εδώ ακριβώς δρουν και επιδρούν. Η εργοδοτική παρέμβαση επιχειρεί τη μετατόπιση του ισοζυγίου φόβου και ελπίδας σε βάρος της ελπίδας. Μετατόπιση που σε συνδυασμό με την καθημερινή εμπειρία της εργασιακής ανασφάλειας, της εντατικοποίησης και της εξάρτησης κάνει τη σύγκρουση να φαίνεται μάταιη.

Το πολιτικό συμπέρασμα

Είναι ειρωνεία του καπιταλισμού ότι ενώ οι εργαζόμενοι αναζητούν εργασία ως θεραπεία για την «υλική τους ανασφάλεια», η μισθολογική σχέση δεν σβήνει τόσο αυτή την «ανασφάλεια», όσο τη θεσμοθετεί. Το να εργάζεσαι για έναν μισθό σημαίνει να αντιμετωπίζεις ταυτόχρονα και «τη συνεχή απειλή της απόλυσης».

Γι’ αυτό και η ηθικολογία, η γενική καταγγελία των εργαζομένων ως «συνένοχων», μεταφράζει και περιορίζει ένα δομικό πρόβλημα σε ατομική ή και συλλογική αποτυχία.

Αυτό όμως που μπορεί να μεταβάλλει τη στάση των εργαζομένων υπέρ τους δεν είναι η γενικόλογη απόδοση ευθυνών αλλά είναι η υλική εμπειρία ότι η συλλογική δράση μπορεί να αποδώσει (παρόλο μάλιστα που τίποτα δεν είναι προεξασφαλισμένο). Είναι η πολιτική συγκέντρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων ώστε να αλλάξουν οι συσχετισμοί υπέρ της εργασίας, να αντιστραφεί η φορά των εξελίξεων υπέρ των λαϊκών δυνάμεων.

Αυτό είναι το πολιτικό συμπέρασμα.

Η ταξική συνείδηση ώστε η εργατική τάξη να δρα για τον εαυτό της δεν προηγείται του αγώνα· παράγεται μέσα από μορφές οργάνωσης και συλλογικές δράσεις που μειώνουν το ατομικό ρίσκο και αλλάζουν τον υπολογισμό κόστους – οφέλους.

Χωρίς πραγματική προστασία από αντίποινα, χωρίς δίκτυα αλληλεγγύης που να μεταφράζονται σε υλική στήριξη και χωρίς έστω μικρές αλλά απτές νίκες που να σπάνε το ενδεχόμενο της ήττας, η «σύγκρουση» παραμένει μια απαγορευτική επιλογή για τον μεμονωμένο εργαζόμενο. Αντίθετα, κάθε υλική κατάκτηση, ακόμη και περιορισμένη, διευρύνει το πεδίο του εφικτού και μετατρέπει την αλληλεγγύη από ηθική αξίωση σε ρεαλιστική στρατηγική. Εδώ βρίσκεται η αξία της τακτικής, η αξία εκείνης της πολιτικής που στοχεύει σε νίκες φάρους αυτοπεποίθησης και αισιοδοξίας.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι επομένως το γιατί οι εργαζόμενοι «αθωώνουν» τον εργοδότη, αλλά ποιοι υλικοί όροι κάνουν αυτή τη στάση περισσότερο λογική για αυτούς.

Η αλλαγή αυτής της πραγματικότητας δεν είναι ζήτημα ηθικής αλλά οργάνωσης, πολιτικής υποστήριξης και υλικών νικών. Μόνο εάν υπάρχει βάσιμη, σχετικά, ελπίδα πως θα μειωθεί το «κόστος της ρήξης», θα αυξηθεί η πιθανότητα συλλογικού αποτελέσματος τότε και η αντίσταση στην εργοδοσία θα είναι σε πρώτη ανάγνωση ορθολογική επιλογή που μπορεί να μετατρέπεται και σε αυτοθυσία καθώς τα γεγονότα θα εξελίσσονται και οι ανάγκες «θα απαιτούν».

Τις θεωρίες, πρέπει πάντα να φροντίζουμε να τις πραγματώνουμε σε πράξεις, ώστε να έχουν πραγματική αξία ως θεωρίες, έτσι που όχι μόνο να ανασυσταίνουν αλλά και να καθιστούν δραστικές και αποτελεσματικές τις δυνάμεις δράσης των συλλογικών υποκειμένων.

Σε αυτό το σημείο έρχονται οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων την Πρωτομαγιά του 1944.

Εκεί «πηγαίναμε να πεθάνουμε για την ωραία ζωή. Πηγαίναμε να πεθάνουμε για τα ιδανικά μας. Κατάλαβες; Θυμάμαι ότι η πιο ωραία εποχή της ζωής μου ήταν η εποχή της Κατοχής, όπου ο θάνατος δεν είχε τίποτα από το φόβο και τη μιζέρια» (Διδώ Σωτηρίου συνέντευξη σε Τ. Βερβενιώτη).

«Το Κόμμα, η οργάνωση, η συλλογικότητα, συνέδεε τους ανθρώπους, μέσω της πίστης και μείωνε τον φόβο του ατομικού θανάτου. Οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι ο δικός τους θάνατος θα έφερνε πιο κοντά την πραγμάτωση του οράματος, αφού τα άλλα μέλη της ομάδας θα συνέχιζαν τον αγώνα (Σκούρας κ.ά. 1991: 188-192). Θα συνέχιζαν να παλεύουν για την «ωραία ζωή», «για την ευτυχία της ανθρωπότητας», γιατί «όποιος ξέρει να ζει, ξέρει και να πεθαίνει. Κατάλαβες;» (Τ. Βερβενιώτη «Οι Άμαχοι του Ελληνικού Εμφυλίου. Η δυναμική της Μνήμης», Εκδόσεις Κουκκίδα 2021, σελ. 91).

Εδώ ιχνογραφείται έντονα η επίδραση του στρατηγικού στόχου στη καθημερινή συμπεριφορά και στη στάση ζωής των πολιτών.

Αποκαλύπτεται η ουσιαστική και άμεση σύνδεση του στρατηγικού στόχου με την τακτική και πώς αυτή η σύμπηξη νοηματοδοτεί την ίδια τη ζωή. Γι’ αυτό και «ο θάνατος δεν είχε την έννοια του θανάτου. Είχε την έννοια της ζωής» (ό.π.).

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ