Ήταν σαν σήμερα, 21η Φεβρουαρίου. Έτος 1973. Στην Αθήνα, πάνω από 3.000 φοιτητές έκαναν μαζικότατη (και ανησυχητική, για τη χούντα) την κατάληψη της Νομικής Σχολής. Στο Λάος, μετά από είκοσι χρόνια πολέμου συμφώνησαν ανακωχή η κυβέρνηση της χώρας και οι αντάρτες του μαρξιστικού κινήματος «Πάθετ Λάο». Και στη Μέση Ανατολή, πολεμικά αεροσκάφη του Ισραήλ έστειλαν «στον άλλο κόσμο» 108 ανυποψίαστους επιβάτες ενός Boeing 727, το οποίο κατευθυνόταν από την Τρίπολη της Λιβύης στο Κάιρο της Αιγύπτου.
Το λιβυκό επιβατηγό αεροπλάνο, με γαλλικό πλήρωμα και Γάλλο πιλότο, πετούσε πάνω από την έρημο του Σινά, όταν τα ισραηλινά αεροσκάφη το έπληξαν και το κατέρριψαν. Αρχικά ανακοινώθηκε ο θάνατος 70 ανθρώπων, αλλά είχαν σκοτωθεί 38 ακόμη. Η κυβέρνηση του Ισραήλ (πρωθυπουργός ήταν τότε η Γκόλντα Μέιρ) δικαιολόγησε την κατάρριψη του πολιτικού αεροσκάφους, αναφέροντας αφενός ότι αυτό πετούσε πάνω από ισραηλινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αφετέρου πως ο δε πιλότος του αγνόησε τις προειδοποιήσεις και τις εντολές για προσγείωση. Τρεις ημέρες αργότερα, όταν η κυβέρνηση Μέιρ «μέτρησε» τη διεθνή κατακραυγή και τη βρήκε υπολογίσιμη, η ισραηλινή θέση μετατοπίστηκε λίγο. Το Τελ Αβίβ παραδέχθηκε ότι έφερε «μερική ευθύνη για την τραγωδία», επιρρίπτοντας όμως το βασικό φταίξιμο στον Γάλλο πιλότο του λιβυκού αεροσκάφους και στον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου στο Κάιρο.
Τα τελευταία λόγια του Γάλλου πιλότου αποδεικνύουν ότι είχε εκλάβει ως αιγυπτιακά τα μαχητικά αεροσκάφη του Ισραήλ και έντρομος, απορημένος, ανέφερε πως άνοιγαν πυρ… Αμέσως μετά την κατάρριψη, εκπρόσωποι της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Πιλότων εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους, επισημαίνοντας ότι οι πτήσεις πάνω από τη χερσόνησο του Σινά ήταν πολύ δύσκολο να γίνουν με απόλυτη ακρίβεια, «λόγω της έλλειψης στοιχείων προσανατολισμού».
Για τον εξοργισμένο αραβικό κόσμο, το έγκλημα αυτό υπαγορευόταν από την πρόθεση του Ισραήλ να «σαμποτάρει» κάθε διπλωματική – ειρηνική διεργασία επίλυσης διαφορών. Για το Ισραήλ, ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς «τραγικών λαθών». Αλλά και το τραγικό του πράγματος δεν φάνταζε αφόρητα βαρύ – τουλάχιστον όχι πριν από την απόφαση της κυβέρνησης Μέιρ να δείξει πολύ τεθλιμμένη. Αρκεί να σημειωθεί η δήλωση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Μοσέ Νταγιάν, στις 22 Φεβρουαρίου 1973, δηλαδή την επομένη της κατάρριψης του αεροσκάφους: «Ελπίζω ότι οι τρομοκράτες (sic) και οι Λίβυοι θα αντιληφθούν ότι το συμβάν ήταν απλώς μια συντριβή αεροσκάφους, μια τραγωδία». Ναι, «απλώς»!…
Από τότε και έως την εκπνοή του 20ου αιώνα, διαδραματίστηκαν δυο ανάλογα περιστατικά, με άλλους δράστες.
Σεπτέμβριος 1983, πάνω από τη Σαχαλίνη
Την 1η Σεπτεμβρίου 1983, σοβιετικά μαχητικά αεροσκάφη κατέρριψαν κορεατικό Boeing 747 που εκτελούσε πτήση από τις ΗΠΑ στη Σεούλ. Σκότωσαν έτσι 269 ανθρώπους. Η κατάρριψη έγινε πάνω από τη νήσο Σαχαλίνη, που αποτελούσε – όπως και η χερσόνησος Καμτσάτκα – στρατηγικής σημασίας προγεφύρωμα του σοβιετικού συστήματος ασφαλείας. Εκείνη ειδικά την εποχή, η ένταση στην περιοχή ήταν μεγάλη επειδή, συν τοις άλλοις, η Ιαπωνία αμφισβητούσε όλο και εντονότερα τη σοβιετική κυριαρχία στις Κουρίλες Νήσους.
Η σοβιετική κυβέρνηση του Γιούρι Αντρόπωφ υποστήριζε ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ συχνά εξόπλιζαν με συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης νοτιοκορεατικά επιβατηγά αεροπλάνα, ώστε αυτά να διενεργούν κατασκοπεία, ανενόχλητα. Σύμφωνα με ανακοίνωση του πρακτορείου «Τας» (την 1η Σεπτεμβρίου) πιθανότατα αυτό έκανε και το συγκεκριμένο αεροσκάφος. Κατά το «Τας», σοβιετικά καταδιωκτικά «εστάλησαν να το συνοδεύσουν και να το βοηθήσουν να προσγειωθεί, αφού νωρίτερα είχε παραβιάσει επί δυόμισι ώρες τον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ», αλλά εκείνο «πετούσε με σβηστά φώτα, δεν απαντούσε στις κλήσεις και απέφευγε κάθε ραδιοεπικοινωνία με τους Σοβιετικούς πιλότους».
Η Μόσχα παραδέχθηκε επισήμως την κατάρριψη έπειτα από πέντε ολόκληρες ημέρες, στις 6 Σεπτεμβρίου. Την παραδέχθηκε και την απέδωσε σε λάθος: Βάσει της σχετικής ανακοίνωσης, Σοβιετικός πιλότος έπληξε το Boeing 747 επειδή το μπέρδεψε με ένα αμερικανικό αναγνωριστικό RC- 135, που πετούσε δίπλα του. Η σοβιετική κυβέρνηση επικαλέστηκε την ομοιότητα ανάμεσα στους δυο τύπους αεροσκαφών (το RC- 135 αποτελεί παραλλαγή του Boeing 747), επέρριψε όμως τις ευθύνες στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, των οποίων οι υπηρεσίες ελέγχου «παρακολουθούσαν διαρκώς την πτήση του Boeing, αλλά ουδέποτε ενημέρωσαν τον πιλότο ότι είχε παρεκκλίνει από το προγραμματισμένο δρομολόγιο, όπως θα έκαναν εάν επρόκειτο για κανονική πτήση ή για απλό λάθος».
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1983, σε δηλώσεις του προς τους ξένους ανταποκριτές ο αρχηγός των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων, στρατάρχης Ογκαργκόφ, επανέλαβε ότι τα σοβιετικά καταδιωκτικά μπέρδεψαν το επιβατηγό αεροσκάφος με το κατασκοπευτικό RC – 135, αναφέροντας κάτι ακόμη: Ότι η εντολή για το χτύπημα είχε δοθεί από τον διοικητή αεράμυνας της Άπω Ανατολής και όχι από τις «κορυφές» της στρατιωτικής ή πολιτικής σοβιετικής ιεραρχίας. Ήταν προφανής η απόπειρα της Μόσχας να μειώσει – όσο γινόταν- την πολιτική βαρύτητα της κατάρριψης, που αφάνισε 269 ζωές.
Ιούλιος 1988, στον Περσικό Κόλπο
Τον Ιούλιο του 1988 διαρκούσε ακόμη ο πόλεμος ανάμεσα στο Ιράν και το Ιράκ, το οποίο υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες. Στον Περσικό Κόλπο περιπολούσαν πολεμικά πλοία των ΗΠΑ, με αποστολή να προστατεύσουν τη μεταφορά πετρελαίου. Φαίνεται όμως πως ο Ουίλιαμ Ρότζερς, πλοίαρχος του αμερικανικού αντιτορπιλικού «Vincennes», είχε στο νου του μια διευρυμένη εκδοχή αυτής της αποστολής.
Στις 3 Ιουλίου 1988, από το «Vincennes» εκτοξεύτηκαν δυο πύραυλοι εναντίον ενός επιβατηγού Airbus A300, που είχε αναχωρήσει από το Μπαντάρ Αμπάς του Ιράν και κατευθυνόταν προς το Ντουμπάι. Το ιρανικό αεροπλάνο καταστράφηκε. Σκοτώθηκαν και οι 290 επιβαίνοντες.
Αρχικά η Ουάσινγκτον ισχυρίστηκε ότι καταρρίφθηκε ιρανικό πολεμικό αεροσκάφος που έκανε επιθετική κίνηση κατά του «Vincennes», σε διεθνή ύδατα. Γρήγορα όμως η κυβέρνηση των ΗΠΑ (πρόεδρος ήταν ακόμη ο Ρόναλντ Ρίγκαν) παραδέχθηκε ότι είχε κτυπηθεί επιβατηγό αεροσκάφος, ένεκα λάθους, «τραγικού μεν, αλλά κατανοητού». Για να καταστεί «κατανοητό» το λάθος, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ισχυρίστηκαν πως το Airbus κατέβαινε γρήγορα και κατευθυνόταν προς το «Vincennes», καθώς και ότι η συγκεκριμένη πτήση (η 655 της Iran Air) δεν ήταν εντός της προκαθορισμένης διαδρομής.
Στις μάχες της επικοινωνίας, σημασία έχει να κρατά κάποιος τα πράγματα θολωμένα τουλάχιστον για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα, εάν είναι ανέφικτο να συντηρεί επ’ άπειρον την παραπληροφόρηση. Αυτό ακριβώς συνέβη και τότε. Τα νερά «ξεθόλωσαν» στις 28 Ιουλίου 1988, δηλαδή λίγες εβδομάδες έπειτα από τον θάνατο των 290 ανθρώπων. Τότε, έκθεση του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ διέψευσε τους αρχικούς ισχυρισμούς. Το ιρανικό σκάφος ανερχόταν, δεν κατερχόταν. Το σήμα που εξέπεμπε πιστοποιούσε ότι δεν ήταν πολεμικό αεροσκάφος. Η πτήση του δεν ήταν καθόλου «μυστηριώδης». Και, επιπλέον, εξακριβώθηκε ότι το αμερικανικό αντιτορπιλικό βρισκόταν σε ιρανικά ύδατα και όχι σε διεθνή.
Το «τραγικό αλλά κατανοητό» λάθος μετατράπηκε σε σκέτο «τραγικό» αλλά, έστω κι έτσι, οι ΗΠΑ βρήκαν τρόπο να εξιλεωθούν: Δέχθηκαν να πληρώσουν 61,8 εκατομμύρια δολάρια στις οικογένειες των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονταν 66 παιδιά. Διότι κάθε κρίμα, μπορεί να «σβηστεί» με χρήμα…
Θα ανέμενε κανείς ότι τουλάχιστον θα έπεφτε σε δυσμένεια ο πλοίαρχος Ρότζερς, για την αδικαιολόγητη απόφασή του. Όμως, όχι. Ίσα – ίσα, ο Ρότζερς τιμήθηκε και με το μετάλλιο «Legion of Merit» για τη συνολική, «εξαιρετική υπηρεσία» του κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο…
Υποβάθμιση και λήθη για 398 ψυχές
Αυτές ήταν τρεις μαζικές ανθρωποθυσίες, των τριών τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Ομοειδείς, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά: Ένοπλες δυνάμεις κρατών καταρρίπτουν πολιτικά επιβατηγά αεροπλάνα, προκαλούν μαζικούς θανάτους, εξηγούνται, εκφράζουν «λύπη» και τέρμα. Ακολούθησαν – στον τρέχοντα αιώνα – και άλλα τέτοια συμβάντα. Ας περιοριστούμε όμως στα τρία προαναφερθέντα που προηγήθηκαν του «τέλους της Ιστορίας» – για να θυμηθούμε την κωμικοτραγική «προφητεία» του Φράνδις Φουκουγιάμα. Ας εστιάσουμε σε αυτά, για έναν λόγο: Από το 1973, το 1983 και το 1988 μας χωρίζει πολύς χρόνος κι έτσι μπορούμε να κρίνουμε τι έχει χαράξει στη συλλογική μνήμη καθένα εκ των τριών αντίστοιχων εγκλημάτων.
«Τη συλλογική μνήμη ποιών;», θα ρωτήσει με το δίκιο του κάποιος. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη συλλογική μνήμη της «συλλογικής Δύσης». Ας υποθέσουμε ότι ρωτάμε χίλιους πολίτες της Ευρώπης, των ΗΠΑ και του Καναδά τι θυμούνται ή τι έχουν μάθει (εξαρτάται από την ηλικία καθενός τους) για τις τρεις αυτές ανθρωποθυσίες. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε να στοιχηματίσει με απόλυτη σιγουριά για το αποτέλεσμα: Η μεγάλη πλειονότητα των ερωτηθέντων – και η συντριπτική πλειονότητα των νεότερων εξ αυτών – γνωρίζει πολύ καλά την ενδιάμεση κατάρριψη, εκείνη του 1983. Όχι τις άλλες δύο.
Τα του 1973 και του 1988 είναι σχεδόν ξεχασμένα και για πολλούς παντελώς άγνωστα. Όταν καταλάγιασαν οι διεθνείς αντιδράσεις, οι οποίες στις τάξεις του «δυτικού κόσμου» ήταν συγκρατημένες και ηχούσαν περισσότερο ως απορία για το «πώς έγινε το κακό» (όχι ως θηριωδίες), τα εγκλήματα του ’73 και του ’88 άρχισαν να παραδίδονται στη λήθη. Όχι φυσικά επειδή κάποια «πραγματολογικά» στοιχεία οδηγούσαν στο αντικειμενικό συμπέρασμα πως θα έπρεπε να αναγνωριστούν ελαφρυντικά, αλλά διότι άλλο ήταν να κάνουν κάτι τέτοιο οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί και άλλο οι Σοβιετικοί.
Για την κατάρριψη του νοτιοκορεατικού αεροσκάφους, κατά τα επόμενα χρόνια γυρίστηκαν τηλεταινίες, στις ΗΠΑ και τον Καναδά. Μουσικοί έγραψαν τραγούδια- περισσότερο γνωστό και ευθύ ήταν το «Murder in the Skies» (1984) του Γκάρι Μουρ. Στη χώρα μας, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς ενέταξε στην απόπειρά του να συμβάλει σε μια «πολιτιστική αντεπίθεση» της ΟΝΝΕΔ και γενικότερα της ελληνικής Δεξιάς το κομμάτι «Οι κόκκινοι σκοτώσαν την ειρήνη», που το εμπνεύστηκε από την κατάρριψη του νοτιοκορεατικού αεροσκάφους. Δεν υπέπεσε στην αντίληψή μας κάποια διαμαρτυρία καλλιτεχνικής μορφής, στον δυτικό κόσμο, για τα συμβάντα της 21ης Φεβρουαρίου 1973 και της 3ης Ιουλίου 1988. Το πρώτο ενέπνευσε μελαγχολικά ποιήματα στη Λιβύη και την Αίγυπτο, όχι όμως στη «συλλογική Δύση». Από τότε, άλλωστε, η ρετσινιά του «αντισημιτισμού» ήταν έτοιμη να πέσει εναντίον οποιουδήποτε θα εξέπεμπε έστω κι ένα «έ, όχι κι έτσι…»
Τρεις παρεμφερείς «ανθρωποθυσίες», 667 χαμένες ζωές συνολικά. Αλλά το «παρεμφερές» αίρεται, στο στάδιο της αποτίμησης… Εκεί, τα θύματα διαχωρίστηκαν. Οι 269 απώλειες αποδόθηκαν σε ενσυνείδητη βαρβαρότητα, οι 398 – τελικά – σε λάθη και βεβιασμένες επιλογές, «υπό την ένταση των στιγμών». Και κάπως έτσι, οι 398 απώλειες οδηγήθηκαν, μέσω της υποβάθμισης, στη λήθη.
Το απόφθεγμα του Όργουελ κα τα διαφορετικά «μέτρα και σταθμά»
Η Ιστορία «εντέλλεται» να γίνει ξεχασιάρα, με επιλεκτικό τρόπο. «Όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον κι όποιος ελέγχει το παρόν ξαναγράφει το παρελθόν», παρατηρούσε ο Τζορτζ Όργουελ. Η επιλεκτική λήθη βοηθά το θόλωμα της κρίσης κι αυτό με τη σειρά του φέρνει ευκολότερα την αποδοχή των «δυο μέτρων και σταθμών», για όλα. Για το διεθνές δίκαιο, τις ηθικές αρχές, τις ανθρώπινες αξίες, την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Όχι πως το τελικό στάδιο είναι οπωσδήποτε απρόσιτο, αν δεν έχουν προηγηθεί η μερική λήθη και η βολική άγνοια. Αλλά, χωρίς αμφιβολία, το δίδυμο «λήθη – άγνοια» βοηθά. Πολύ…
Ειδικά στις «νεο – αποικιοκρατικές» λογικές και πρακτικές, οι οποίες με περισσότερη ένταση και λιγότερα προσχήματα χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά της Δύσης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τα «δυο μέτρα και σταθμά» βασιλεύουν, έχοντας ως «αντιβασιλέα» τον μανιχαϊσμό.
Στην ηθική της «συλλογικής Δύσης» υπάρχουν καλές και κακές θεοκρατίες στη Μέση Ανατολή. Καλές και κακές λαϊκές εξεγέρσεις, αναλόγως του αν αμφισβητούν αρεστά ή μη καθεστώτα (άφθονα παραδείγματα παρέχει η «Αραβική Άνοιξη»). Καλές και κακές σφαγές διαδηλωτών (αλήθεια, πόσοι θυμούνται ότι τις ειρηνικές διαδηλώσεις των σιιτών στο Μπαχρέιν το 2011 τις είχαν πνίξει στο αίμα τα στρατεύματα της Σαουδικής Αραβίας, με την οποία «η Ελλάδα μοιράζεται τις ίδιες αξίες», κατά την αξέχαστη δήλωση του στρατηγού Φλώρου;). Καλές και κακές αυταρχικές ή και ανοιχτά δικτατορικές κυβερνήσεις, ανά τον κόσμο. Αλά καρτ επίκληση του διεθνούς δικαίου. Καλοί και κακοί «αναθεωρητισμοί». Καλές και κακές εφαρμογές του δόγματος του «ζωτικού χώρου», με επίκληση «λόγων ασφάλειας». Καλές και κακές χαράξεις «ζωνών επιρροής». Καλές και κακές χρήσεις απαγορευμένων όπλων. Και πάει λέγοντας. Όλα τούτα θα χρειάζονταν αρκετές σελίδες απλώς για να καταγραφούν και τόμους ολόκληρους για να αναλυθούν.
Και η κατάληξη…
Αλλά να που η «συλλογική Δύση» δεν είναι πια και τόσο «συλλογική», στα πάντα. Διότι στις τάξεις της κάποιοι (οι ΗΠΑ του Τραμπ) νιώθουν αρκετά ισχυροί και συνάμα πιεσμένοι από τα δεδομένα που διαμόρφωσε ο διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός στη «μακρά διάρκειά του», ώστε επιλέγουν να αξιοποιήσουν τη δύναμή τους για να ορθοποδήσουν σε βάρος και «εταίρων και συμμάχων». Και έρχεται η στιγμή, κατά την οποία κάποιοι στην Ευρώπη συνειδητοποιούν ότι ο ετσιθελισμός και τα «δυο μέτρα και σταθμά» (πότε ανοικτά διακηρυττόμενα και πότε σιωπηρώς γενόμενα ανεκτά) στο διεθνές δίκιο μπορεί να επιφέρουν διαλύσεις μακρινών κρατών, αρπαγές γης στην Παλαιστίνη και πετρελαίων από τη Βενεζουέλα, αλλά τελικά ο «νόμος της ζούγκλας» επιφυλάσσει και απειλητικούς βρυχηθμούς για την Γροιλανδία. Όπως και για την Αλμπέρτα του Καναδά- και ποιος ξέρει τι έπεται.
Μακάρι οι σκέψεις και οι κρίσεις των κοινωνιών της Δύσης να αρχίσουν να επανεξετάζουν και να απορρίπτουν αυτά τα θέσφατα της «νεο- αποικιοκρατίας», η οποία χθες μπορεί να ήταν συγκεκαλυμμένη και περιοριζόμενη από κάποιους κανόνες, αλλά σήμερα όχι. Άλλωστε τα ίδια και τα ομογάλακτα θέσφατα και τα διπλά «μέτρα και σταθμά» οδήγησαν ως εδώ και τις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες: Το κυρίαρχο «σύστημα αξιών» του «γεωπολιτικού ρεαλισμού», αυτό που παλιότερα ζητούσε κατανόηση ή και αδιαφορία για τα θύματα πχ των δυο εκ των τριών προαναφερθεισών αεροπορικών ανθρωποθυσιών και στη συνέχεια (1999) αξίωνε πανηγυρισμούς για τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία και τη βίαιη χάραξη νέων συνόρων, σήμερα έφθασε να απαιτεί από τις κοινωνίες της Ευρώπης να προετοιμαστούν οι ίδιες για πόλεμο, για φέρετρα.
Οπότε, ακόμη κι αν δυσκολεύεται κανείς να κρίνει το ηθικό υπόβαθρο του δρόμου που διανύθηκε, έχει πολλούς λόγους να κρίνει την «ασφάλεια» που αυτός θα εξασφάλιζε. Όχι φυσικά στους «παρακατιανούς» της υφηλίου, αλλά στους «τυχερούς» της Δύσης..

