Κάπου το 2018, σε κάποιο συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ, ο Γιάννης Παναγόπουλος έκανε την εξής τοποθέτηση, αναφερόμενος στον ρόλο των «κοινωνικών εταίρων» και της ταξικής συνεργασίας: «Ο ρόλος αυτός θεμελιώνεται πάνω σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διαπραγμάτευσης. Η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού αφορά το πότε μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά. Όταν το κεφάλαιο και η εργασία μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν; Ή όταν υπάρχει ταξική πόλωση και σύγκρουση; Αν και η απάντηση δεν είναι αυτονόητη για όλους, τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί η αυτονόητη υπεράσπιση του κοινωνικού διαλόγου».
Από αυτή την τοποθέτηση, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια την παρέμβαση της αστικής τάξης και του κεφαλαίου, αλλά και την υποταγή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, θα καταλάβουμε ότι ο Παναγόπουλος —που είναι πρόεδρος 20 χρόνια στη ΓΣΕΕ— δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας εκπρόσωπός τους στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Αποτελεί εκτρωματική μετεξέλιξη και αποτέλεσμα της επιβολής από την Ε.Ε. και την αστική τάξη της πολιτικής του «κοινωνικού διαλόγου» και των «κοινωνικών εταίρων».
Η πολιτική αυτή ξεκινά από το μακρινό 1985, όταν ο Ζακ Ντελόρ κάλεσε τους ηγέτες των ευρωπαϊκών συνδικάτων (ETUC) και των εργοδοτικών οργανώσεων (UNICE, CEEP) για να ξεκινήσουν έναν επίσημο, διμερή κοινωνικό διάλογο σε κοινοτικό επίπεδο, με στόχο την εμπλοκή των «κοινωνικών εταίρων» στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, ειδικά στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς, στην οργάνωση του χρόνου εργασίας και στη λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Είναι συμπτωματικό άραγε ότι την ίδια χρονιά η κυβέρνηση του Παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ καθαίρεσε, με δικαστικό πραξικόπημα, την αιρετή διοίκηση της ΓΣΕΕ, επειδή έχασε την πλειοψηφία, και στη θέση της διόρισε «δικούς της» συνδικαλιστές;
Στα μέρη μας αυτό πήρε την πλήρη μορφή του το 1997, όπου κατέληξε στο «Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000» του λεγόμενου «αρχιερέα της διαπλοκής», Κώστα Σημίτη, που ο Γ. Παναγόπυολος πρωτεργάτης του «εκσυγχρονιστικού» ρεύματος την δεκαετία του ‘90 έφερε τον Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και στην εξουσία. Ο κοινωνικός διάλογος, λοιπόν, θεσμοθετήθηκε, βάζοντας το πλαίσιο των αντεργατικών μέτρων που θα λαμβάνονταν τις επόμενες δεκαετίες. Στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ, οι δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και της Αυτόνομης Παρέμβασης —παράταξης του τότε Συνασπισμού— τάσσονται υπέρ του κοινωνικού διαλόγου, ενώ αυτός καταψηφίζεται από τις δυνάμεις της ΕΣΑΚ.
Απότοκο αυτής της συμφωνίας είναι ο «προπομπός» νόμος 2639/1998, που βάζει τις βάσεις για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Δίνει τη δυνατότητα, με επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή με συμφωνίες εργοδότη και συμβουλίου εργαζομένων, να επιβάλλεται 9ωρη ή 10ωρη απασχόληση για ορισμένους μήνες, με ετήσιο υπολογισμό του χρόνου εργασίας, να εφαρμόζεται η εκ περιτροπής εργασία και να καθιερώνονται τα «stage». Πάνω σε αυτόν τον νόμο στηρίχτηκαν όλες οι αντιδραστικές αντεργατικές αναδιαρθρώσεις που ακολούθησαν, φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας με τα 13ωρα κ.λπ. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην εισηγητική έκθεση του νόμου μνημονεύεται πως: «Τα μέτρα του νομοσχεδίου αποτελούν προϊόν του κοινωνικού διαλόγου που κατέληξε στο Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000».
Η διαδικασία αστικοποίησης της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος, που μέσω του «κοινωνικού διαλόγου» νομιμοποιεί τις επιλογές εργοδοσίας και κεφαλαίου, έρχεται από πολύ μακριά. Δεν έχει να κάνει, όπως υποστηρίζεται από ορισμένους, με «ρεφορμιστικές» απλώς δυνάμεις και συνδικαλιστές, αλλά πρόκειται —μέσω του κοινωνικού εταιρισμού— για την έκφραση της αστικής τάξης μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα, που σε συμμαχία με την εργοδοσία, το κράτος και τις κυβερνήσεις επιδιώκει τον κατακερματισμό, την απογοήτευση και την υποταγή της εργατικής τάξης. Και το έχει σε μεγάλο βαθμό καταφέρει αφού η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα είναι στο 7% ενώ ορισμένοι μελετητές το δίνουν κάτω από 5%.
Αυτό εκφράστηκε με την εδραίωση των συνδικαλιστών της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ σε μεγάλους τομείς στρατηγικής σημασίας —στις τράπεζες, στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες— όπου ανοιχτά υποστηρίζονταν από τους μηχανισμούς του κράτους και της εργοδοσίας όπου η συνδικαλιστική επιρροή της ΠΑΣΚΕ φτάνει το 42%, όπως καυχήθηκε ο Παναγόπουλος στην συνέντευξη του. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. της ΓΣΕΕ αποτελείται από εκπροσώπους αυτών των χώρων, διευθύνοντες συμβούλους και CEO επιχειρήσεων μέχρι «μασκαρεμένους» επιχειρηματίες. Ακόμα, ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η ΓΣΕΕ συντάχτηκε με το «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα του 2015, μαζί με το ΣΕΒ, το ΣΕΤΕ, την Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Εφοπλιστών;
Είναι, συνεπώς, απολύτως φυσικό αυτός ο μηχανισμός να υιοθετήσει τη μείωση των μισθών κατά 22% και 32% για τους νέους, στο όνομα της «αντοχής της οικονομίας», ή να διοργανώνει σεμινάρια σε συνδικαλιστικά στελέχη με θέμα «Ικανότητα διαχείρισης συγκρούσεων στον χώρο εργασίας», με διοργανωτή το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ — γεγονός που συνοδευόταν και από τα «οφέλη», αφού μέσα από αυτά τα σεμινάρια κάποιοι έτρωγαν με χρυσά κουτάλια.
Για να φτάσουμε μέχρι το σήμερα, όπου στη μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση αναδίδεται η δυσωδία της διαπλοκής και της διαφθοράς, με εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών, κρατικών υπηρεσιών και διαφόρων «θεσμών», σε μια περίοδο που η κυβέρνηση ψήφιζε τα 13ωρα, τα 6ήμερα, τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ενώ αυτές τις μέρες συζητείται στη βουλή το νομοσχέδιο Κεραμέως για τις ΣΣΕ που είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας με την ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου, τον οποίο μάλιστα τοποθετούν τοποτηρητή της εφαρμογής του νόμου.
Η διερεύνηση της σχέσης των συνδικάτων με το αστικό πολιτικό σύστημα, σε συνδυασμό με το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος, παραμένει κρίσιμο ζήτημα. Η επιδίωξη κεφαλαίου, κράτους και Παναγόπουλων είναι μέσω του κοινωνικού εταιρισμού οι ταξικές δυνάμεις να βρεθούν στο περιθώριο, καλλιεργώντας την άποψή ότι οι αγώνες είναι περιττοί, ότι οι απεργίες δεν έχουν κανένα νόημα (και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους όταν γίνονται να είναι άμαζες και άρα αναποτελεσματικές), ότι μόνο με συνεννόηση μπορούν να έχουν όφελος οι εργαζόμενοι. Δηλαδή, αυτό που πρέσβευε ο Λάσκαρης για την κατάργηση της ταξικής πάλης την δεκαετία του 70, αυτός ο εσμός το φέρνει στο σήμερα μέσα από δρόμους που καλλιεργούν την παθητικότητα, την απογοήτευση, την αποστράτευση. Και για τον ρόλο τους αυτό αμείβονται πλουσιοπάροχα από το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις με όλους τους τρόπους, νόμιμους και παράνομους.
Το να φύγει ο Παναγόπουλος από την ηγεσία της ΓΣΕΕ (αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο) θα αλλάξει το καθεστώς αυτής της συνδικαλιστικής μαφίας που έχει καταλάβει την ΓΣΕΕ; Προφανώς όχι. Οι πιθανότητες να αλλάξουν οι συσχετισμοί εντός του ασφυκτικού πλαισίου που έχει διαμορφώσει αυτός ο συνδικαλισμός των Παναγόπουλων, είναι ελάχιστες. Αλλά αυτή είναι η πρόκληση στην οποία χρειάζεται να βρουν απαντήσεις οι ταξικές δυνάμεις.

