«Κρίση αδιεξόδου»; Το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος σε έναν κόσμο λιτότητας και αυταρχισμού, του Νίκου Γουρλά

 

Όταν το 2011 ο Απ. Καψάλης στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστερά έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Συνδικάτα τέλος» ενδεχομένως όσοι ζούσαμε εκείνη την εποχή την φλόγα των απεργιών των μεγάλων διαδηλώσεων να αναρωτηθήκαμε γιατί σε αυτή την συγκυρία, που ακόμα δεν είχε κριθεί η μάχη, γινόταν αυτή η δυσοίωνη εκτίμηση.

Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Λίγο μετά η κυβέρνηση ψηφίζει τον νόμο 4024/2011 για την αναστολή των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ένα χρόνο αργότερα ψηφίζει τους νόμους 4046/2012 και  4093/2012 που έβαλαν την τελική ταφόπλακα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Από τότε μέχρι σήμερα παρά τις διάφορες τροποποιήσεις που δήθεν επαναφέρουν της Συλλογικές συμβάσεις, πρώτα της Αχτσιόγλου και τελευταία της Κεραμέως, η βασική ραχοκοκαλιά των μνημονιακών νόμων παραμένει. Αυτή την περίοδο πραγματεύεται το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη με τίτλο «Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του Ελληνικού συνδικαλισμού».

Ο Α.Κ. διαπίστωνε στο συγκεκριμένο άρθρο: «Ευθεία ή έμμεση, η παραγνώριση των συνδικάτων και της αυθεντικής συλλογικής διαπραγμάτευσης συνεπάγεται την αρχή του τέλους της νομοθεσίας που διέπει τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις (ν. 1264/1982, ν. 1876/1990)». Και συνεχίζοντας διαπιστώνει πως «Αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες σηματοδοτούν το τέλος του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως το γνωρίσαμε στην Ελλάδα από το 1982 μέχρι σήμερα. Ας σχεδιάσουμε επιτέλους τη νέα δομή ενός σύγχρονου συνδικαλιστικού κινήματος και ας το διεκδικήσουμε με πάθος. Δεν υπάρχει λόγος για θλίψη και φόβο από τη δική μας τη μεριά. Ας αναρωτηθούμε όσο είναι ακόμη καιρός τι είναι αυτό που αντιλαμβάνονται πλήρως και απεύχονται δημόσια η εργοδοσία και το κεφάλαιο, αλλά (κάνει πως) δεν καταλαβαίνει η εργατική πλευρά;»

Από τότε έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια με τον οδοστρωτήρα των αντεργατικών μέτρων των κυβερνήσεων της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ να ισοπεδώνει ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης που συνεχίστηκαν με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της ευελιξίας, διαμορφώνοντας ένα νέο τύπου εργαζόμενο.

Ο Α.Κ μέσα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή αποτυπώνει περιεκτικά τα βασικά χαρακτηριστικά που διαμορφώσαν το συνδικαλιστικό κίνημα από τις απαρχές του στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη μεταπολίτευση που αναπτύχθηκε μέσα σε συνθήκες καταστολής, κρατικής παρέμβασης και έντονων ταξικών συγκρούσεων. Η ιστορική του πορεία χαρακτηρίζεται από τις διαρκείς παρεμβάσεις κράτους και εργοδοσίας, τον οργανωτικό κατακερματισμό, και την κομματικοποίηση.

Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Αντίθετα, αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ένας συνδικαλισμός με αντιφάσεις. Από τη μία, αγωνιστικός και ριζοσπαστικός και από την άλλη, εξαρτημένος και γραφειοκρατικοποιημένος.

Το τέλος της κανονικότητας

Για δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση, ο ελληνικός συνδικαλισμός λειτούργησε μέσα σε ένα αδιατάρακτο πλαίσιο, σε μια κανονικότητα όπου τίποτα δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να την διαταράξει. Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν οι συλλογικές συμβάσεις, η θεσμική κατοχύρωση, η συμμετοχή στον κοινωνικό διάλογο. Αυτές οι συνθήκες δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και μεγαλύτερη συμμετοχή στις διαδικασίες των συνδικάτων.

Η υλική βάση αυτής της συνθήκης ήταν μια οικονομική ανάπτυξη ασταθής μεν που όμως έδινε την δυνατότητα στις κυβερνήσεις ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ να παρεμβαίνουν αναδιανεμητικά, διατηρώντας παράλληλα μια σχετική σταθερότητα στην μισθωτή εργασία. Όσο αυτοί οι όροι διατηρούνταν, το σύστημα μπορούσε να λειτουργεί. Όταν όμως κατέρρευσαν, κατέρρευσε μαζί τους και το συνδικαλιστικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης και από τότε μέχρι σήμερα το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε μια διαρκή και μόνιμη οπισθοχώρηση ανίκανο να αντισταθεί στην νεοφιλελεύθερη αντεργατική λαίλαπα.

Όμως όπως σημειώνει ο Α.Κ. το πρόβλημα δεν βγήκε στην επιφάνεια με την αποδιάρθρωση του συστήματος συλλογικών συμβάσεων μετά το 2010. Ήδη από τη δεκαετία του 2000 διαφαίνονται σοβαρές αδυναμίες που μετατρέπονται σε μικρό χρονικό διάστημα σε παθογένειες, όπως η απομάκρυνση από την βάση των εργαζομένων, η μεγαλύτερη εξάρτηση από το κράτος, η κυριαρχία του «εταιρικού» συνδικαλισμού που την κληρονομιά του την μεταφέρει ο Παναγόπουλος μέχρι της μέρες μας, και το κυριότερο ότι σε νέα τμήματα εργαζομένων, όπως των επισφαλών εργαζόμενων, η προσέγγιση ήταν από ανύπαρκτη έως περιορισμένη. Πολύ δε περισσότερο των μεταναστών.

Η κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος με λίγά λόγια, δεν ξεκινά το 2010, απλώς τότε αποκαλύπτεται με βίαιο τρόπο. Ήταν η διάλυση ενός ολόκληρου μοντέλου όταν μέσα σε λίγα χρόνια από το 100% κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις το ποσοστό αυτό φτάνει στις μέρες σύμφωνα με υπολογισμούς του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ στο 28%. Οι συλλογικές εγγυήσεις που δίνονταν μέχρι τότε για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων παύουν να υπάρχουν και γίνονται πια ατομικές και επισφαλείς.

Μνημόνια και αποδιάρθρωση

Στο κεφάλαιο 3 περιγράφεται η συνεχιζόμενη μνημονιακή επιβολή στην εργατική τάξη. Οι εργαζόμενοι στην χώρα μας είναι στον πάτο όλων των δεικτών των Ευρωπαϊκών χωρών. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις 35 χώρες, μετά το Μεξικό και την Κολομβία, πολύ κοντά στη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Οι πραγματικοί μισθοί καταγράφουν τη μεγαλύτερη επιδείνωση μεταξύ των ετών 2010 και 2019, αλλά και χειροτέρευση μεταξύ του 2019 και του 2022 (4η χαμηλότερη θέση μετά την Τσεχία, την Ολλανδία και τη Γερμανία). Η Ελλάδα έχει επίσης μακράν το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, πίσω από το Μεξικό, τη Σλοβακία και την Τουρκία. Πάνω από το 65% των πολιτών βιώνουν οικονομικές δυσχέρειες, ποσοστό μεγαλύτερο από το 2010, αλλά ελαφρώς βελτιωμένο σε σύγκριση με το 2019.

Από την παραπάνω περιγραφή προκύπτουν πολλά ερωτήματα που πρέπει να απασχολήσουν το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα: Γιατί φτάσαμε έως εδώ; Γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν κατάφερε όχι να ανατρέψει, έστω να ανακόψει την ολοκληρωτική επίθεση του κεφαλαίου παρά τους μεγάλους αγώνες της εργατικής τάξης το 2010 – 2013;

Στα κεφάλαια 5 και 6 ο Α.Κ. δίνει τις δικές του απαντήσεις που πρέπει να συζητηθούν από το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για μια κρίση λειτουργίας, αλλά για μια βαθιά θεσμική και κοινωνική αποδιάρθρωση του ίδιου του πυρήνα της συλλογικής εργατικής εκπροσώπησης. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις της μνημονιακής περιόδου αποδυνάμωσαν τις συλλογικές συμβάσεις, περιόρισαν τον ρόλο της διαπραγμάτευσης μετατοπίζοντας την ισορροπία δύναμης υπέρ της εργοδοσίας και του κράτους. Η συλλογική ρύθμιση των όρων εργασίας, που αποτελούσε ιστορικά τον πυρήνα του συνδικαλισμού, απογυμνώθηκε από το περιεχόμενό της, παρέμεινε τυπικά, αλλά στην ουσία της έχει ακυρωθεί.

Οι συνέπειες αυτής της απορρύθμισης χειροτέρεψαν απότομα το επίπεδο της ζωής των εργαζομένων αλλά και της εικόνας του συνδικαλιστικού κινήματος. Οι εργαζόμενοι είδαν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται, είδαν τους όρους εργασίας να γίνονται χρόνο με τον χρόνο όλο και χειρότεροι, είδαν να περνάνε δεκάδες νομοθετήματα για το ωράριο την ευελιξία κ.λπ. χωρίς ουσιαστικά αντίσταση πέραν κάποιων ψοφοδεών 24ωρων.

Όλα τα παραπάνω οδήγησαν σε έναν «ευτελισμό» του συνδικαλισμού που σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες ανατροπές στα συνδικαλιστικά δικαιώματα με τους περιορισμούς στην απεργία την αποδυνάμωση της προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών δημιουργούν τεράστιες δυσκολίες στην συλλογική δράση. Το πιο κρίσιμο όμως είναι ότι αυτή η συνθήκη δημιούργησε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Η κοινωνική εμπιστοσύνη προς τα συνδικάτα καταρρέει, όπως δείχνουν τα στοιχεία, αφού εμφανίζονται ανίκανα να αναχαιτίσουν την απορρύθμιση ή να εκφράσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Συνολικά, τα δύο κεφάλαια συγκλίνουν στο ότι το συνδικαλιστικό κίνημα χαρακτηρίζεται από μια διπλή κρίση. Θεσμική με την αποδόμηση των μηχανισμών συλλογικής διαπραγμάτευσης, και αφετέρου κοινωνική-πολιτική, με την απαξίωση και περιθωριοποίηση των ίδιων των συνδικάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνδικαλιστικό κίνημα αποδυναμωμένο, με περιορισμένα μέσα δράσης και αβέβαιη προοπτική, εγκλωβισμένο σε ένα περιβάλλον αυταρχικής λιτότητας που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την ανασυγκρότησή του.

Ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιχειρεί μια πιο συνολική και πολιτική ερμηνεία των εξελίξεων που περιεγράφηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Το βασικό του συμπέρασμα είναι ότι η αποδόμηση του συνδικαλισμού δεν αποτελεί ένα απομονωμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο καθεστώς «λιτοταυταρχισμού», δηλαδή σε μια μορφή διακυβέρνησης όπου η οικονομική λιτότητα συνδυάζεται με την ενίσχυση αυταρχικών πρακτικών και τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών στους χώρους εργασίας. Δεν είναι μόνο οι υλικές απώλειες στους μισθούς και τα δικαιώματα αλλά και μια νέα «κανονικότητα» όπου η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς εξαφανίζεται την στιγμή που το κράτος δεν λειτουργεί πλέον ως διαμεσολαβητής, αλλά ως ενεργός παράγοντας επιβολής πολιτικών υπέρ του κεφαλαίου, περιορίζοντας με όλα τα μέσα την συλλογική δράση ενισχύοντας μορφές «πειθαρχικής» διακυβέρνησης.

Αυτή η εξέλιξη ευνόησε την παραπέρα ανάπτυξη του εταιρικού γραφειοκρατικού συνδικαλισμού όπως εκφράστηκε με τον πρόσφατο νόμο της Κεραμέως ενώ αποτυπώθηκε και στο πρόσφατο συνέδριο της ΓΣΕΕ όπου ο υπόδικος Παναγόπουλος εκλέχθηκε με δόξα και τιμή για άλλη μια φορά πρόεδρος, την στιγμή που μπορεί κάποιες ταξικές δυνάμεις να βελτιώνουν τα ποσοστά τους που όμως αυτές οι επιτυχίες, όσο ενθαρρυντικές και να είναι, δεν αλλάζουν την κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω.

Προοπτικές και δυνατότητες ανασύνταξης

Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον για το συνδικαλιστικό κίνημα και την εργατική τάξη υπάρχουν δυνατότητες ανασύνταξης; Προς τα πού κατευθύνεται και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ανασυγκροτηθεί; Σε αυτά τα ερωτήματα ο Α.Κ. απαντά πως το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, ανάμεσα στην παρατεταμένη παρακμή και σε μια δύσκολη αλλά υπαρκτή δυνατότητα ανασύνταξης που περνά μέσα από την παραδοχή πως οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης δεν επαρκούν πλέον για να εκφράσουν τη σύγχρονη εργατική τάξη, ιδιαίτερα σε συνθήκες ευελιξίας, επισφάλειας και κατακερματισμού της εργασίας.

Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι εγκλωβισμένο σε δομές που αντιστοιχούν σε μια παλαιότερη εποχή σταθερής εργασίας, αδυνατώντας να ενσωματώσει τα νέα τμήματα της εργατικής τάξης (νέοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, εργαζόμενοι σε πλατφόρμες, μετανάστες κ.λπ.). Η εμφάνιση της «γενιάς των 700 ευρώ» δεν ήταν απλώς μια περιγραφή. Αντανακλούσε μια βαθιά μετάβαση από τη σχετικά σταθερή μισθωτή εργασία σε ένα καθεστώς επισφάλειας, προσωρινότητας και αβεβαιότητας. Οι νέοι εργαζόμενοι εισέρχονταν στην αγορά εργασίας χωρίς τις συλλογικές εγγυήσεις των προηγούμενων γενεών, αλλά και χωρίς ουσιαστική εκπροσώπηση.

Τα συνδικάτα, αντί να αναγνωρίσουν αυτή τη μετατόπιση και να την ενσωματώσουν στη στρατηγική τους, παρέμειναν προσανατολισμένα σε έναν πυρήνα εργαζομένων που σταδιακά συρρικνωνόταν. Δημιουργήθηκε έτσι ένα διπλό ρήγμα αφενός μεταξύ «παλαιών» και «νέων» εργαζομένων, αφετέρου μεταξύ οργανωμένων και μη οργανωμένων. Αυτό βάθυνε ακόμα περισσότερο την γραφειοκρατικοποίηση και την απόσταση από την μεγάλη μάζα των εργαζομένων ενισχύοντας την κρίση εκπροσώπησης, ενώ η ήττα της περιόδου των Μνημονίων άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα απογοήτευσης και αποστράτευσης.

Προοπτικές

Για να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση ο Α.Κ. προχωρά στη διατύπωση όρων και κατευθύνσεων για μια πιθανή ανασυγκρότηση. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η αυτή δεν μπορεί να προκύψει «από τα πάνω», μέσα από θεσμικές προσαρμογές, αλλά απαιτεί μια επανασύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες και εμπειρίες των εργαζομένων. Αυτό σημαίνει:

  • Στροφή προς πιο αποκεντρωμένες, συμμετοχικές και μαχητικές μορφές οργάνωσης.
  • Ενσωμάτωση των πιο ευάλωτων και αόρατων τμημάτων της εργασίας.
  • Ανασυγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας σε συνθήκες κατακερματισμού.
  • Επανανοηματοδότηση του συνδικαλισμού όχι μόνο ως μηχανισμού διαπραγμάτευσης, αλλά ως φορέα ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής διεκδίκησης.

Το κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται είναι ότι το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ο κίνδυνος μιας μόνιμης περιθωριοποίησης, όπου τα συνδικάτα θα λειτουργούν ως αποδυναμωμένοι θεσμοί χωρίς ουσιαστική επιρροή κάτι σαν ΜΚΟ ,(όπως χαρακτηριστικά είπε σε μια εκδήλωση της Μετάβασης για το συνδικαλιστικό κίνημα)και από την άλλη, υπάρχει η δυνατότητα μιας ανασυγκρότησης , υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτυχθούν νέες μορφές συλλογικής δράσης που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ταξικές αντιθέσεις. Η έκβασή αυτής της μάχης θα εξαρτηθεί από το αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι συλλογικές τους οργανώσεις θα κατορθώσουν να υπερβούν τα όρια του υπάρχοντος μοντέλου και να συγκροτήσουν νέες μορφές οργάνωσης, ικανές να επαναφέρουν τη συλλογική δράση στο προσκήνιο.

«Αριστερά, κινήματα, συνδικαλισμός»

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου λειτουργεί ως πολιτική σύνθεση όλων των προηγούμενων διαπιστώσεων και ταυτόχρονα ως μια κριτική αποτίμηση των σχέσεων ανάμεσα στην Αριστερά, τα κοινωνικά κινήματα και τον συνδικαλισμό. Το βασικό του συμπέρασμα είναι ότι η κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς μια βαθιά ανασύνταξη αυτής της τριπλής σχέσης.

Πρώτο. Αναδεικνύεται η στρατηγική ανεπάρκεια της Αριστεράς να στηρίξει και να ανανεώσει το εργατικό κίνημα. Παρά τις ιστορικές της αναφορές στον κόσμο της εργασίας, εμφανίζεται είτε εγκλωβισμένη σε θεσμικές λογικές διαχείρισης είτε αποκομμένη από τις πραγματικές διεργασίες στους χώρους δουλειάς. Η εμπειρία της κρίσης και των Μνημονίων επιβεβαιώνει ότι χωρίς ισχυρή κοινωνική βάση και ενεργό εργατικό κίνημα, ακόμη και πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη αδυνατούν να αντιστρέψουν τις κυρίαρχες πολιτικές.

Δεύτερο. Επισημαίνεται η αποσύνδεση ανάμεσα στα κοινωνικά κινήματα και τον συνδικαλισμό. Τα κινήματα της προηγούμενης περιόδου (πλατείες, αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις κ.λπ.) ανέδειξαν δυναμικές συλλογικής δράσης, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν διάρκεια ή να μετασχηματιστούν σε σταθερές οργανωτικές μορφές και σχέσεις.

Τρίτο. Υπογραμμίζεται ότι η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος προϋποθέτει μια νέα σχέση με τα κινήματα και μια διαφορετική στρατηγική της Αριστεράς. Δεν αρκεί η επιστροφή σε παλαιά μοντέλα ούτε η απλή αναπαραγωγή οργανωτικών σχημάτων απαιτείται:

  • Σύνδεση των συνδικάτων με ευρύτερα κοινωνικά αιτήματα (στέγαση, δημόσια αγαθά, δικαιώματα).
  • Άνοιγμα σε νέες μορφές κινηματικής δράσης και συμμετοχής.
  • Ενίσχυση της δημοκρατίας στη βάση των συνδικάτων.
  • Συγκρότηση ενός νέου εργατικού μετώπου που να υπερβαίνει τον κατακερματισμό και την διάσπαση.

Το πιο κρίσιμο συμπέρασμα του τελευταίου κεφαλαίου είναι ότι χωρίς εργατικό κίνημα, η ίδια η Αριστερά χάνει την κοινωνική της γείωση και τον λόγο ύπαρξής της. Η αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν είναι απλώς ένα επιμέρους πρόβλημα, αλλά πλήγμα για κάθε προοπτική κοινωνικού μετασχηματισμού.

Συνολικά, το κεφάλαιο του βιβλίου καταλήγει σε μια σαφή πολιτική θέση: Η αναγέννηση του συνδικαλιστικού κινήματος περνά μέσα από μια νέα, ζωντανή σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τα κινήματα. Χωρίς αυτή τη σύγκλιση, η κρίση θα διαιωνίζεται. Με αυτήν την νέα σχέση ανοίγει έστω και δύσκολα η δυνατότητα να επανέλθει η συλλογική δράση στους τόπους δουλειάς και η εργατική τάξη στο επίκεντρο των κοινωνικών εξελίξεων.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ