Το Σάββατο 16/5/2026 η εφημερίδα «Απογευματινή» προανήγγειλε «εξελίξεις μετά την τραγωδία με τις δυο 17χρονες στην Ηλιούπολη», όπως επί λέξει αναγραφόταν στον υπέρτιτλο της πρώτης σελίδας. Και ο τίτλος αποσαφήνιζε: «Προς κατάργηση οι Πανελλαδικές».
Αυτά ανέφερε στην εφημερίδα η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, η οποία είπε ακόμη: «Ο θεσμός είναι αξιόπιστος, αλλά έχει αγγίξει τα όριά του. Σε συνεννόηση με τα κόμματα θα καταλήξουμε σε ένα νέο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια (…). Στόχος είναι ν’ αλλάξει η μονοδιάστατη λογική, η εξετασιοκεντρική πίεση. Το άγχος που κουβαλάνε παιδιά και οικογένειες για μια διαδικασία λίγων ωρών που για τους περισσότερους κρίνει τα πάντα».
Μένει να φανεί τι συγκεκριμένα σκοπεύουν οι κυβερνώντες να κάνουν (αν όντως σχεδιάζουν αλλαγές και δεν πετάει «λόγια του αέρα» η υπουργός, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκυρία), προς ποια κατεύθυνση και με ποιους τρόπους. Ας μην κάνουμε τώρα εικασίες. Ούτε να αναλύσουμε γιατί η παρούσα κυβέρνηση δεν γίνεται να … αρνηθεί τον εαυτό της, ως προς τα στρατηγικά της σχέδια – για την κοινωνία, την οικονομία και την εκπαίδευση. Επί του παρόντος όμως μπορεί και πρέπει να σχολιαστούν ορισμένες από τις τωρινές αναφορές της υπουργού.
Τώρα ανακαλύπτουν την «εξετασιοκεντρική πίεση»…
Πρώτον: Να λοιπόν που εκπρόσωπος της κυβέρνησης αναγνωρίζει ότι υφίσταται «μονοδιάστατη λογική», δηλαδή «εξετασιοκεντρική». Ενδιαφέρουσα κυβίστηση… Διότι μέχρι πρότινος όσοι έκαναν ανάλογες επισημάνσεις κρίνονταν – από… φωστήρες της κυβέρνησης και από διάφορα προπαγανδιστικά «παπαγαλάκια» της – ως «λαϊκιστές», «δημαγωγοί», υποστηρικτές της «ήσσονος προσπάθειας» και εχθροί της «αξιοκρατίας».
Τώρα η καθεστωτική γλώσσα καλείται να αλλάξει (μέχρι νεωτέρας), υπό την πίεση της ίδιας της τραγωδίας στην Ηλιούπολη. Υπό την πίεση του θυμού, που διακατέχει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. Υπό την πίεση και των συζητήσεων, τις οποίες «έφεραν» στη δημόσια σφαίρα οι δυο αυτοκτονίες και το επεξηγηματικό γράμμα της μίας κοπέλας.
Δεύτερον: Η αφόρητη «εξετασιοκεντρική πίεση» δεν έπεσε ουρανοκατέβατη στα σχολεία και στις οικογένειες. Την προκάλεσαν και την επαύξησαν επιλογές και ρυθμίσεις της κεντρικής εξουσίας, η οποία κινήθηκε και κινείται με συγκεκριμένους γνώμονες – πολιτικούς, οικονομικούς, ιδεολογικούς. Δεν νοείται, λοιπόν, να μιλά η κυβέρνηση για τις παραμέτρους που επηρεάζουν τόσο αρνητικά τον ψυχισμό νέων ανθρώπων ωσάν να πρόκειται για φυσικά φαινόμενα. Ή ωσάν αυτές οι παράμετροι να εισβάλλουν απρόσκλητες στο σχολικό περιβάλλον, περίπου όπως κάποιες «αμπούλες βρώμας», τις οποίες έριξαν μαθητές για «χαβαλέ» ή για να γίνει νωρίτερα το διάλειμμα.
Έλεος, δηλαδή… «Ανακαλύπτει» την «εξετασιοκεντρική πίεση» η κυβέρνηση που, μεταξύ άλλων «κατορθωμάτων» της, με τα «Ωνάσεια Σχολεία» επέβαλε το επαίσχυντο δίδυμο αρπαγής και εξοβελισμού (αρπάζουμε την υποδομή, τη δίνουμε σε αυτούς που θέλουμε και μετά λέμε στα παιδιά να σηκωθούν να φύγουν από το σχολείο και να πάνε να βρουν άλλο). Η κυβέρνηση που έθεσε ως προϋπόθεση για την αποφυγή του δεύτερου κακού – του εξοβελισμού – τις εξετάσεις. Δηλαδή: Για να μπορέσουν τα παιδιά να παραμείνουν στο ίδιο σχολείο, στο οποίο φοιτούσαν προ… αρπαγής, θα πρέπει να επιτύχουν σε εξετάσεις. Των οποίων φυσικά θα προηγούνται έξοδα για φροντιστήρια και τα όλα όσα συνοδεύουν τις εξεταστικές υποχρεώσεις.
Ως κι αυτό έχει κάνει η κυβέρνηση, που τώρα «ανακαλύπτει» τις βλαβερές συνέπειες της «εξετασιοκεντρικής λογικής»…
Μα αυτά ακριβώς έλεγε η Νίκη Κεραμέως…
Τρίτον: Θεωρεί τώρα η υπουργός Παιδείας ότι κάτι δεν πάει καλά, όταν για το μέλλον των παιδιών «μια διαδικασία λίγων ωρών κρίνει τα πάντα». Ναι; Αλήθεια; Μα αυτό ακριβώς το δόγμα, ότι δηλαδή ένα γραπτό κρίνει τις δυνατότητές σου με απόλυτη αξιοπιστία (ίσως όση χαρακτηρίζει και το VAR όταν ελέγχει ποδοσφαιρικές φάσεις) δεν υπήρξε η «ηθική θεμελίωση» της περιβόητης ΕΒΕ, της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής; Αυτά δεν έλεγε η τότε – αρχές 2021- υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως;
Δεν ισχυριζόταν πως ένα γραπτό έδειχνε πλήρως τις μαθησιακές ικανότητες του υποψηφίου, που θα έπρεπε να προστατευθεί από τον κίνδυνο να χάσει χρόνο, προσπαθώντας ματαίως να αποφοιτήσει από πανεπιστήμιο; Δεν θεωρούσε δεδομένη αυτήν την ματαιότητα η – έχουσα μαντικές ικανότητες – Νίκη Κεραμέως (δεινότερη αυτή κι από το VAR, αφού αποφαίνεται και για μελλοντικές «φάσεις»), στη «λογική» της οποίας δεν υπήρχαν καν οι έννοιες «προσπάθεια» ή «βελτίωση», αλλά μόνο το αξίωμα πως οι δυνατότητες ενός υποψηφίου ακτινογραφούνται σε ένα δίωρο, σε μια κόλλα χαρτί;
Αυτή η «επιχειρηματολογία» δεν επιστρατεύθηκε προκειμένου η ΕΒΕ να αφήσει εκτός των ΑΕΙ δεκάδες χιλιάδες νέους, δυνάμει πελάτες των ιδιωτικών πανεπιστημίων ή «πανεπιστημίων»; Πού ακριβώς ήταν τότε η νυν υπουργός; Αν διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη φρικώδη λογική, γιατί δεν το έλεγε ανοιχτά (με το δικό της τρόπο, έστω) η κυρία Ζαχαράκη, που λίγο νωρίτερα ήταν και υφυπουργός Παιδείας; Αν πάλι συμφωνούσε, τότε ποιο νόημα έχει ο σημερινός «προβληματισμός» της;
Η ΕΒΕ και το μήνυμα του θεσμικού τσαρλατανισμού
Τέταρτον: «Ο θεσμός είναι αξιόπιστος, αλλά έχει αγγίξει τα όριά του», γνωματεύει η υπουργός. Ε, δεν γίνεται «και η πίτα γερή και ο σκύλος χορτάτος». Δεν νοείται να μας λένε πως όσα έγιναν ήταν καλώς καμωμένα κι απλώς κάπως… φρακάρισαν. Ειδικά η λέξη «αξιοπιστία» ηχεί ως πικρό ανέκδοτο. Ακόμη και αναλυτές πολιτικά συντηρητικοί επεσήμαναν ότι η θέσπιση της ΕΒΕ, σε συνάρτηση με τους συντελεστές τους οποίους επέλεγε κάθε πανεπιστημιακό τμήμα, «χαντάκωσε» και πολλούς υποψήφιους που είχαν συγκεντρώσει υψηλές βαθμολογίες στα καίρια μαθήματα. Δηλαδή σε εκείνα που αντιστοιχούσαν στα επιστημονικά αντικείμενα, τα οποία τους ενδιέφεραν. Μέγα επίτευγμα, αυτό… Όπως επίσης και η εικόνα των δεκάδων πανεπιστημιακών τμημάτων – κυρίως περιφερειακών – χωρίς εισακτέους. Κι όλο τούτο το πράγμα το λένε «αξιόπιστο»…
Έχει μεγάλη, αυτοτελή σημασία η «ικανότητα» μιας ρύθμισης (της ΕΒΕ) να «κόβει» από τα ΑΕΙ και υποψηφίους που τα πήγαν καλά στη διαδικασία, η οποία κατά τα άλλα θεωρείται «τέλειος» μετρητής δυνατοτήτων και προδιαγραφών. Διότι εν προκειμένω ο παραλογισμός εκπέμπει κι ένα μήνυμα προς τους νέους ανθρώπους: Συνειδητοποιήστε πόσο λίγο «μετράτε», εσείς, οι ζωές και τα όνειρά σας. Αποδεχθείτε ότι είστε έρμαια, όχι μόνο των ημέτερων στρατηγικών επιλογών, αλλά ακόμη και αυτού του ημέτερου θεσμικού τσαρλατανισμού.
Η αγορά εργασίας και η αγορά «αριστείας»
Κατά τα άλλα (που δεν είναι ακριβώς «άλλα»), οι βασικές συντεταγμένες είναι «ιερές»: Διαρκής αποδυνάμωση της δημόσιας εκπαίδευσης. Συνεχές κοινωνικό και ταξικό «κοσκίνισμα» (άλλωστε, τι να κάνουμε τώρα, ο νεαρός από το Περιστέρι πρέπει να γίνει ψυκτικός ή επισκευαστής ανελκυστήρων, όπως έλεγε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2019). Αναγωγή των φροντιστηρίων, άρα της οικονομικής δυνατότητας των οικογενειών, σε ρυθμιστή – σχεδόν απόλυτο – των προοπτικών και του μέλλοντος των νέων ανθρώπων.
Σε τελική ανάλυση, αν το αντέχουν η τσέπη και η συνείδηση, υπάρχει πρόσβαση σε «‘χεράτα’ και… πέτσινα πτυχία», όπως αναφερόταν και στον κεντρικό τίτλο του ρεπορτάζ που δημοσίευσαν τα «Νέα» (2-3/5, στον απόηχο της υπόθεσης Μακάριου Λαζαρίδη). Ρεπορτάζ που επιβεβαίωσε όσα λίγο – πολύ «ο κόσμος έχει τούμπανο», σχετικά με το πώς λειτουργεί στις τάξεις φορέων της ιδιωτικής εκπαίδευσης η «φάμπρικα των πέτσινων πτυχίων», με τιμοκαταλόγους που κυμαίνονται από 400 έως 8.000 ευρώ. Κι αν έχεις «δόντι», μια χαρά μπορούν τα πλασματικά πειστήρια μορφωτικής επάρκειας να σου εξασφαλίσουν κάποια θέση στο Δημόσιο. Αν πάλι δεν έχεις «δόντι», ιδού ένα μεγάλο κίνητρο ν’ αποκτήσεις, με τη… δέουσα, σώφρονα πολιτική συμπεριφορά. Διότι τις δυσκολίες που παρουσιάζει η αγορά εργασίας, τις βλέπει και γελά η αγορά «αριστείας ».
Τα ιδιωτικά, οι μύθοι και ένα… θαύμα: Έπαψε να υπάρχει νομικός «κορεσμός»
Παραβίασαν το Σύνταγμα (παλιά τους τέχνη…), για να λειτουργήσουν στην Ελλάδα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή «πανεπιστήμια». Έταξαν ιδιωτικά πανεπιστήμια… φοβερού και τρομερού επιπέδου. Κι όταν ανακοινώθηκαν τα δώδεκα που είχαν καταθέσει αίτημα για άδεια λειτουργίας εδώ, διαπιστώθηκε ότι τα δέκα από αυτά συνεργάζονταν ήδη με ελληνικά κολλέγια, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Έταξαν «ισότητα» στις ευκαιρίες εισαγωγής στα δημόσια ΑΕΙ και στα ιδιωτικά, μέσω της ΕΒΕ. Τεράστιο ψέμα. Για την εισαγωγή σε δημόσιο ΑΕΙ απαιτείται η ΕΒΕ του αντίστοιχου Τμήματος, η οποία στις περιζήτητες σχολές φθάνει ή και υπερβαίνει (σε μερικές περιπτώσεις κατά πολύ) το 14 – 15. Αλλά για να μπεις σε ένα ιδιωτικό, αρκεί η κατά πολύ μικρότερη ΕΒΕ του αντίστοιχου Πεδίου. Γύρω στο 8,4 – 9, δηλαδή.
Για χάρη των ιδιωτικών, όμως, πέτυχαν ένα… θαύμα: Κατά μαγικό τρόπο σταμάτησε να παρατηρείται «κορεσμός» σε κάποια γνωστικά αντικείμενα και στα αντίστοιχα επαγγελματικά πεδία. Τι μας έλεγε το 2019 η κυβέρνηση, δια στόματος Νίκης Κεραμέως, ώστε να δικαιολογηθεί η κατάργηση του άρθρου 36 του Ν. 4610/2019 που προέβλεπε την ίδρυση Νομικής Σχολής στην Πάτρα; «Για τη ΝΔ έχει σημασία η εκπαίδευση να συμβαδίζει με την αγορά εργασίας, πράγμα που εν προκειμένω δεν μπορεί να συμβεί, καθώς η Ελλάδα μετρά χιλιάδες άνεργους δικηγόρους». Τα ίδια, για τις «ανάγκες της αγοράς», δήλωσε η Κεραμέως και το 2021, προσθέτοντας: «Το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι μια νέα Νομική Σχολή. Είναι ευρύτερη η συζήτηση για την αναδιάταξη του πανεπιστημιακού χάρτη. Ποια τμήματα εξυπηρετούν τις εθνικές και αναπτυξιακές ανάγκες».
Κατόπιν ήρθαν τα ιδιωτικά ιδρύματα. Τα τρία από τα τέσσερα που έλαβαν άδεια διαθέτουν Νομικές Σχολές. Ναι, τόσο εύκολα πήγαν περίπατο ή… μετρήθηκαν αλλιώς οι «αναπτυξιακές ανάγκες».
Οι διαψεύσεις και των οικονομικών προσδοκιών
Προτού ακόμη ανακοινωθεί πόσα και ποια ιδρύματα κατέθεσαν αιτήσεις, η δημόσια συζήτηση είχε σπείρει αρκετές αμφιβολίες. Αμφιβολίες για το κατά πόσο η διεθνής εμπειρία, πρώτον, είναι ακριβώς αυτή την οποία σκιαγραφούσε η κυβέρνηση και, δεύτερον, δικαιολογούσε τους διθυράμβους. Ακόμη και πανεπιστημιακοί που κάποτε υποστήριζαν την ιδέα ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα αποτελούσαν – διεθνώς – μια θετική τομή, ανέλυαν τους λόγους για τους οποίους άλλαξαν άρδην γνώμη (ενδεικτικά εδώ https://commonality.gr/periklis-gkogkas-mythoi-kai-alitheies-gia-ta-mi-kratika-panepistimia/ ). Σε όλα αυτά, όμως, υπήρχε ένα αντίβαρο και η κυβέρνηση της ΝΔ το διέδωσε, ευρύτατα και εντονότατα.
Το αντίβαρο είναι η αντίληψη πως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή «πανεπιστήμια», με όσα «κουσούρια» κι ατέλειες κι αν κουβαλούν, τουλάχιστον θα κρατήσουν εδώ χιλιάδες νέα παιδιά. Θα βρουν σε αυτά καταφύγιο νέοι, των οποίων οι οικογένειες ειδάλλως θα μάτωναν οικονομικά, προκειμένου να στηρίξουν (κι αν θα μπορούσαν) σπουδές στο εξωτερικό. Επίσης – είπαν – ότι θα βρουν στα ιδιωτικά μια λύση νέοι, που δεν αντέχουν το οικονομικό βάρος της διαμονής σε απομακρυσμένες πόλεις (πχ Κομοτηνή), όπου εδρεύουν δημόσια ΑΕΙ.
Μόνο που «οι σπουδές στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης είναι πολύ φθηνότερες από τις σπουδές στα ιδιωτικά πανεπιστήμια εδώ», όπως επί λέξει τόνισε ο μαθηματικός και ερευνητής Στράτος Στρατηγάκης σε ανάλυσή του (εδώ https://www.naftemporiki.gr/society/2001958/posa-idiotika-panepistimia-antechei-i-ellada/ ), Σε αυτήν επίσης αμφισβητείται ο ισχυρισμός (ή τουλάχιστον το αυταπόδεικτό του) ότι τα χρήματα που θα έδινε κάποιος για ενοίκιο και διαμονή σε μια επαρχιακή πόλη – έδρα δημόσιου ΑΕΙ υπερκαλύπτουν το κόστος διδάκτρων και ζωής στην Αθήνα.
Αναρωτιέσαι αν «τρολάρουν»…
Αυτόν τoν «ωραίο» στίβο έφτιαξε η κυβέρνηση, για να δώσουν αγώνες ζωής οι νέοι άνθρωποι. Οι οποίοι μεγάλωσαν στην εποχή των μνημονίων. Στους καιρούς της καθολικής προσυπογραφής μιας ζοφερής διαπίστωσης: Ότι για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρονικά, τα παιδιά έδειχναν καταδικασμένα να ζήσουν χειρότερα ή και πολύ χειρότερα από τις γενιές των πατεράδων και των παππούδων τους.
Και συνεχίζουν οι νέοι να ασφυκτιούν, στη χώρα που φιγουράρει στη μισθολογική και εισοδηματική «ουρά» της ΕΕ, αλλά και στην κορυφή (της ΕΕ) ως προς στην ακρίβεια στη στέγαση. Ζώντας ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους παραδομένους στην ανασφάλεια, ή και στην κατάθλιψη και το burn out. Με το άγχος ότι η «ταξινόμηση» καθενός στους «winners» ή «losers» φαντάζει αναπόδραστη και «βιάζεται» να γίνει (στα 17 – 18 χρόνια σου «φαίνεται αν θα προκόψεις»). Και με τον φόβο ότι δεν μπορείς να κάνεις και πολλά πράγματα για να αποσοβήσεις μια δυσμενή εξέλιξη που δείχνει σχεδόν προδιαγεγραμμένη, εάν αυτό ορίζει το κοινωνικό – οικονομικό σου «status».
Και σαν να μη φθάνουν όλα αυτά, έχουν τα νέα παιδιά ν’ αντιμετωπίσουν και τις καθεστωτικές αρλουμπολογίες – θριαμβολογίες, που είναι σαν να παίζουν με τις αγωνίες τους ή να δοκιμάζουν την αντοχή των νεύρων τους. Ακούς ή διαβάζεις πχ τι ισχυρίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή ο Άκης Σκέρτσος για τις «τωρινές προοπτικές των νέων στην Ελλάδα», ακούς ή διαβάζεις αποκυήματα ανόητων «αναγνώσεων» των στοιχείων για το «brain drain» «brain regain» (περισσότερα επ’ αυτού σε ξεχωριστό, μελλοντικό σημείωμα και αναρωτιέσαι αν «τρολάρουν».
Αντί επιλόγου: Η Ένωση Συλλόγων Γονέων Ηλιούπολης
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, το τελευταίο που χρειάζονται γονείς και μαθητές είναι η πρόταξη κάποιας εκδοχής «κοινωνικού αυτοματισμού», έστω και «βελούδινης». Δυστυχώς, αυτό το στοιχείο υπήρχε στο αίτημα που πρόβαλε η Ένωση Συλλόγων Γονέων Ηλιούπολης, στην πολυσυζητημένη πρώτη ανακοίνωσή της (διότι ακολούθησε και δεύτερη), μετά την τραγωδία. Αφού αξίωσε – και σωστά – μόνιμη παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στις σχολικές μονάδες, η Ένωση γνωστοποίησε ότι ζητά από το υπουργείο Παιδείας «ποσόστωση ή και μοριοδότηση για τα παιδιά που δίνουν πανελλαδικές εξετάσεις, υπέρ της σχολικής κοινότητας της Ηλιούπολης».
Όπως ήταν φυσικό, το αίτημα αυτό προκάλεσε αντιδράσεις. Διότι εδώ δεν πρόκειται για σεισμό ή για πλημμύρα που έπληξε μια συγκεκριμένη περιοχή, της οποίας οι κάτοικοι – ή οι τοπικές αρχές – λογικά ζητούν διευκολύνσεις και αναστολές οικονομικών υποχρεώσεων, τοπικά προσδιορισμένων και περιορισμένων. Η εκπαιδευτική –εξεταστική θηλιά σφίγγει τις ζωές και τις ψυχές δεκάδων χιλιάδων παιδιών, από την Ηλιούπολη ως το Περιστέρι και από την Καισαριανή ως τον Πειραιά. Το πνεύμα που χαρακτήρισε το αίτημα της Ένωσης στην ουσία ευθυγραμμίστηκε με μια λογική κατακερματισμού. Μέσω αυτού, αναζητήθηκε καλύτερη θέση για το «εμείς» έναντι του «εσείς», στην αφετηρία της (άνωθεν επιβαλλόμενης) ανταγωνιστικής «κούρσας». Δεν χρειάζεται να καταβληθεί πολύς κόπος, ούτε να ξοδευτεί πολλή φαιά ουσία, για να γίνει αντιληπτό ότι αυτό είναι έκφανση «κοινωνικού αυτοματισμού».
Έπειτα από τις αντιδράσεις, η Ένωση Συλλόγων Γονέων Ηλιούπολης επανήλθε με νέα ανακοίνωση (ολόκληρη εδώ https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/517043_nea-epistoli-tis-enosis-goneon-ilioypolis-dieykrinizei-ti-thesi-tis-gia-ton ). Με αυτήν, διευκρίνισε ότι «δεν ζητά ειδική μεταχείριση, αλλά κατάλληλα μέτρα που θα αποκαταστήσουν, όσο είναι δυνατόν, την τραυματισμένη αφετηρία των μαθητών ενόψει των εξετάσεων». Άφησε κατά μέρος τα της μοριοδότησης και επικεντρώθηκε σε κάτι άλλο: «Στην κείμενη νομοθεσία ήδη προβλέπονται επαναληπτικές εξετάσεις για πρόσθετο ποσοστό θέσεων 0,5% στα εκπαιδευτικά ιδρύματα —χωρίς να θίγονται οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι— σε περιπτώσεις ασθένειας, αδυναμίας ολοκλήρωσης της εξέτασης ή ψυχικής οδύνης λόγω απώλειας συγγενικού προσώπου Α΄ ή Β΄ βαθμού. Στο πλαίσιο αυτό, μια πρόταση προς το δημόσιο διάλογο, είναι οι μαθητές να μπορούν να συμμετάσχουν κανονικά στις εξετάσεις και, εφόσον το επιθυμούν, να έχουν τη δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας τον Σεπτέμβριο. Η παραπάνω πρόταση φυσικά δεν υποκαθιστά την μεγάλη ανάγκη για την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στις πανελλαδικές εξετάσεις, αλλά αποτελεί μια πρόταση για την αντιμετώπιση των επειγουσών καταστάσεων που προκύπτουν».
Επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη το αν «σώζει κάτι» ή όχι η δεύτερη ανακοίνωση της Ένωσης Συλλόγων Γονέων Ηλιούπολης. Το βέβαιο είναι ότι συλλογικό τραύμα που προκάλεσαν οι αυτοκτονίες των δυο κοριτσιών δεν περιορίζεται στα όρια της Ηλιούπολης, όσο κι αν εκεί ασφαλώς υπάρχει κόσμος (γνωστοί, συγγενείς, φίλοι, συμμαθητές), ο οποίος βίωσε με ιδιαίτερη οδύνη την τραγωδία. Βέβαιο επίσης είναι και κάτι ακόμη. Ότι η μάχη εναντίον των αντι-εκπαιδευτικών, αντιπαιδαγωγικών και τελικά απάνθρωπων νεοφιλελεύθερων επιλογών χρειάζεται μια καθαρή πρόταξη του όλου «εμείς». Χωρίς αστερίσκους ή κατατμήσεις. Ειδάλλως η μάχη θα είναι σίγουρα ατελέσφορη, αν όχι και εικονική,

