Περιμένουμε και περιμένουμε, κάτι να ταράξει τα νερά της λίμνης μας, που, κάτω από την ακίνητη επιφάνεια, ανακατεύει υλικά με πολλές αναθυμιάσεις και πιθανολογούμενες εκρήξεις.
Μπορείς να πεις πως είναι κάτι ανεπαίσθητο ό,τι συνέβη – μερικές φωτογραφίες που είδαν τη δημοσιότητα.
Ξαφνικά η Ελλάδα ζει το συγκλονισμό των εικόνων του παρελθόντος. Είναι, ως φαίνεται, η ανάγκη μας να δούμε τον άλλο κόσμο. Τον μεγάλο. Αυτόν που θέλουμε.
Σαν ο χρόνος να μην έχει διανύσει πάνω από οχτώ δεκαετίας, κοντά αιώνα. Σα να πηγαίνουν για εκτέλεση και να στρίβουν από τη δική μας γωνία, δίπλα στη μάντρα, και να έρχονται καταπάνω μας, για να μας υπενθυμίσουν την φλεγόμενη παρουσία τους, που δεν έπρεπε να έχει αποσιωπηθεί.
Δεν μας χρειαζόταν προφανώς η ύπαρξη εικόνων προκειμένου να πιστοποιηθεί η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών και η γενναιότητά τους. Όμως οι φωτογραφίες δίνουν υπόσταση στα πρόσωπα. Μειώνουν την απόσταση ανάμεσα στον ηρωισμό της φαντασίας και τον ηρωισμό της πράξης. Κάνουν οικείο το μακρινό. Κάνουν δικό μας το απρόσβλητο.
Είναι η ρωγμή στο χρόνο, που ξαφνικά φέρνει το πριν τόσο κοντά στο τώρα. Ως εικόνα αυτή τη φορά, όχι ως αφήγηση ή ανάμνηση.
Περιέχονται όλα σ’ αυτές τις εικόνες.
Όλοι οι στίχοι και τα τραγούδια, όλοι οι διθύραμβοι που παρηγόρησαν την μεγάλη (και τις μικρές) ήττα, όλα εκείνα τα μακριά βράδια της συνωμοτικής σιωπής, και της απόφασης, ανά τους αιώνες μας, οι διάρκειες της αγωνίας, οι τύψεις για όσα δεν έγιναν σωστά, για εκείνα που δεν μπορέσαμε ή δεν ξέραμε ή δεν τολμήσαμε, η ντροπή για όταν υποκύψαμε. Οι ξοδεμένες(;) ώρες που επενδύθηκαν σε προσδοκίες. Η αγωνία να βρούμε στους εκεί, τότε, ό,τι έλειπε εξακολουθητικά στο τώρα μας!
Τα φαντάσματα και οι τρόμοι, και οι ωραίες ιστορίες μας που είχαν πάντα ένα λυπημένο τέλος – πόσο πολύ που ταίριαξε η μελαγχολία η μέσα με όλο το έξω!
Οι ταινίες και τα μυθιστορήματα που έκαναν πιο προσιτές τις απώλειες! Οι μυθολογίες!..
Οι ώρες της μελέτης, πάνω σε χάρτες άλλων κόσμων, πιο οικείων. Ο φόβος και η συνήθεια που δεν θέλαμε αλλά και δεν εμποδίζαμε, καθώς προσαρμοζόμαστε στην ήπια μετριότητα της εποχής και στη βία της.
Η πίστη που υπερέβαινε αδιάκοπα τον εαυτό της και τον εαυτό μας, που λύγιζε κι αντιστεκόταν, που φανταζόταν!…
Είναι όλα μπρος στα μάτια μας.
Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα…
Όπως στις αρχαίες τραγωδίες, όπου έπρεπε να ταφεί ο νεκρός για να εκπληρωθεί και ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής, έτσι κι εδώ ίσως χρειάζονταν οι εικόνες για να ενταφιαστούν οι νεκροί. Όχι για να διεκδικήσουν τη διαδρομή τους στον κάτω κόσμο, αλλά για επαναβεβαιώσουν τη ζωντανή παρουσία τους στον δικό μας δύσκολο βίο.
Όπου οι λέξεις δεν είναι μόνο λέξεις. Και το κομμουνισμός δεν είναι σύνθημα. Ούτε η συνείδηση. Η γενναιότητα. Η αλληλεγγύη. Η συντροφικότητα.
Είναι μια πίστη θα πεις. Σαν εκείνη που ευαγγελίζεται η χριστιανική θρησκεία.
Αλλά η διαφορά βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό. Δεν περιμένουν μετά θάνατον ζωή – την ακραία χριστιανική υστεροβουλία.
Ή ίσως, θα πεις πάλι, μια ψυχική αυθυποβολή. Σα ψυχολογικό ντοπάρισμα.
Αλλά είναι γενικευμένο. Είναι κάτι που τα υπερβαίνει αυτά.
Δεν το βλέπεις; Είναι όλοι μαζί. Ξέρουν ο ένας τον άλλον καλά. Δεν αμφιβάλλουν. Κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει τι κάνει ο διπλανός του. Αν σηκώνει τη γροθιά, αν θα λιποψυχίσει να τον στηρίξω και να συντριβώ μαζί του. Ένας απευθύνει και κάποιο χαμόγελο στο φακό.
Ό,τι ο Παντελής Βούλγαρης έδειξε ως μυθοπλασία στην ταινία του, είναι μπροστά μας ως πραγματικότητα.
Οι φωτογραφίες δείχνουν πρόσωπα, καθαρά. Τους προς εκτέλεση. Από την άλλη οι εκτελεστές δεν έχουν πρόσωπα γιατί δεν έχουν φωτογραφηθεί, ίσως. Ή ίσως επειδή οι φωτογραφίες τους χάθηκαν ή αποσύρθηκαν εντέχνως. Αλλά στις φωτογραφίες ΔΕΝ υπάρχουν και άλλα πρόσωπα πρωταγωνιστών, που ακόμη κι αν υπήρχαν δεν θα έδειχναν τα χαρακτηριστικά τους. Γιατί φορούσαν κουκούλες. Που δεν τις έβγαλαν ποτέ. Όχι μόνο γιατί παρέμειναν ατιμώρητοι, αλλά και γιατί κυβέρνησαν στη χώρα.
Βάλτε δίπλα-δίπλα. Από τη μια η εικόνα των καθαρών προσώπων. Μεγάλη, ευκρινής. Από την άλλη οι κουκούλες σε μια μη φωτογραφία. Πρόσωπα κρυμμένα, μυστικά, υπόγεια. Λάσπη!
Τα πρόσωπα των φωτογραφιών δεν ήσαν οι μόνοι. Ήταν κάποιοι από τους πολλούς εκείνους, και τότε και μετά, που στάθηκαν μπρος στα όπλα με αυτόν τον τρόπο. Όχι μόνο απέναντι σε γερμανικά αποσπάσματα, αλλά και σε ελληνικά. Η γενική αποδοχή μην πνίξει την ιστορία. Μην πνίξει πως η Ελλάδα ήταν πάντα μοιρασμένη
(έσπευσαν, εξ άλλου, να το υπενθυμίσουν κι εκείνοι που έσπασαν τις πλάκες με ονόματα εκτελεσμένων στο μνημείο της Καισαριανής). Από τη μια μεριά είχε εκείνους που θεωρούσαν καθήκον, ιερή υποχρέωση, όρο της ζωής τους να στρατευθούν για την αντίσταση στις κατοχές, κάθε μορφής, κι εκείνους που συνεργάζονταν πρόθυμα με τις εκάστοτε «κατόχους» (φυσικά ανάμεσα υπήρχαν, όπως πάντα, κι όλοι εκείνοι που συνέχιζαν τη ζωή, φιλικοί προς τους μεν ή τους δε, ανάλογα).
Δεν είναι ο αιώνιος διχασμός που τους χώριζε, όπως λένε συχνά οι Σμαραγδήδες. Είναι η αιώνια πάλη των κάτω με τους πάνω. Οι αιώνιοι κάτω που δοκιμάζουν να κάνουν τη ζωή αλλιώς. Και που όταν αποτυγχάνουν ξαναδοκιμάζουν.
Ο Θέμος Κορνάρος, έγκλειστος και αυτός στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, που έκανε μυθιστόρημα την υπόθεση της εκτέλεσης των 200, γύρισε από την εξορία της χούντας και πούλαγε τσιγάρα στους περαστικούς, μ’ ένα μικρό βαλιτσάκι.
Στο σήμερα αυτές οι εικόνες μοιάζουν αδιανόητες. Γι’ αυτό και η τόση αποδοχή και συγκίνηση. Πως είναι δυνατόν να πηγαίνουν για εκτέλεση τόσοι άνθρωποι και όλοι, μα όλοι όπως δείχνεται, να είναι ήρεμοι και έτοιμοι; Πως γίνεται; Απόκοσμο. Εξωφρενικό. Εδώ σ’ εμάς οι εργάτριες πεθαίνουν για ένα μεροκάματο κι οι συνάδελφοί τους βγαίνουν να στηρίξουν τον εργοδότη που κατηγορείται ως υπεύθυνος για το θάνατο, «ο κύριος Κώστας μας φρόντιζε»! Εδώ σ’ εμάς άλλα πράγματα προηγούνται. Κι όχι μόνο εδώ κι όχι μόνο σ’ εμάς.
Αλλά, όπως έγραφε ο Πωλ Ρικέρ: «Η υπόσχεση ενός ιστορικού γεγονότος είναι κάτι περισσότερο από αυτό που όντως πραγματώθηκε. Υπάρχει στο παρελθόν κάτι περισσότερο από αυτό που συνέβη. Κι έτσι πρέπει να βρούμε το μέλλον του παρελθόντος, το ανεκπλήρωτο δυναμικό του παρελθόντος».

