Οι όροι συγκρότησης ενός νέου προοδευτικού πόλου
Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο πολιτικό γεγονός ούτε μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από τις πρωτοβουλίες του Αλέξη Τσίπρα και του στενού ηγετικού του πυρήνα. Αποτελεί προϊόν της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα μετά το 2010 και συνδέεται άμεσα με την αποδιάρθρωση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος και την κρίση του πρώτου μεγάλου αντιμνημονιακού κύκλου.
Από την κατάρρευση του δικομματισμού στην κρίση του «πρώτου αντιμνημονιακού κύκλου»
Η κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού υπήρξε η σημαντικότερη πολιτική συνέπεια της μνημονιακής περιόδου. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ιστορικά λειτούργησε ως κόμμα ενσωμάτωσης ευρύτατων λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων στο κράτος και στους μηχανισμούς της μεταπολιτευτικής εξουσίας, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης μετά την ταύτισή του με τις πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κρίση αυτή δεν ήταν μόνο εκλογική· ήταν κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης. Η αποσύνδεση μεγάλων κοινωνικών κατηγοριών από το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε το πολιτικό και κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ 2010 και 2015 δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Συνδέθηκε με την ικανότητά του να συμπυκνώσει πολλαπλά κοινωνικά αιτήματα και να εμφανιστεί ως φορέας μιας εναλλακτικής σχέσης ανάμεσα στη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικονομική πολιτική. Εργαζόμενοι, άνεργοι, νέοι επιστήμονες, μικρομεσαία στρώματα και ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις που επλήγησαν από την κρίση επένδυσαν στον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο ως δύναμη διαμαρτυρίας αλλά ως πιθανή εναλλακτική εξουσία.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το 2015 αποτέλεσε σημείο καμπής για ολόκληρο τον προοδευτικό χώρο. Η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ σήμανε τη μετάβαση από την αντιπολιτευτική καταγγελία στη διαχείριση των αντιφάσεων μιας χώρας ενταγμένης στην Ευρωζώνη και βαθιά εξαρτημένης από υπερεθνικούς μηχανισμούς οικονομικής και πολιτικής επιτήρησης. Το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 συμπύκνωσε αυτή την ιστορική αντίφαση. Η λαϊκή στήριξη του «Όχι» εξέφρασε μια σπάνια στιγμή κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης, ενώ η μετέπειτα αποδοχή ενός νέου μνημονιακού πλαισίου ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ.
Η κριτική προς τον Αλέξη Τσίπρα και το ηγετικό επιτελείο εκείνης της περιόδου δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Αφορά κυρίως την απουσία εναλλακτικής στρατηγικής απέναντι στους περιορισμούς της Ευρωζώνης και την πεποίθηση ότι οι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί μπορούσαν να μεταβληθούν χωρίς ουσιαστική σύγκρουση με τις κυρίαρχες δομές ισχύος. Η εμπειρία του 2015 ανέδειξε ότι η κυβερνητική εξουσία δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία.
Ταυτόχρονα, η κυβερνητική εμπειρία επιτάχυνε και τον μετασχηματισμό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κόμμα που αναπτύχθηκε μέσα από κινηματικές διαδικασίες και μορφές συλλογικής συμμετοχής μετατράπηκε σταδιακά σε περισσότερο κρατικοκεντρικό και αρχηγικό οργανισμό. Η κυβερνητική λειτουργία ενίσχυσε τη συγκέντρωση αποφάσεων γύρω από στενούς μηχανισμούς εξουσίας, αποδυναμώνοντας τους δεσμούς του κόμματος με τις κοινωνικές δυνάμεις που το είχαν αναδείξει.
Μετά το 2019, οι αντιφάσεις αυτές εμφανίστηκαν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η στρατηγική μετατόπισης προς την Κεντροαριστερά δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη κοινωνική διεύρυνση ούτε από συγκρότηση νέων κοινωνικών συμμαχιών. Η εκλογική κατάρρευση του 2023 αποτέλεσε επομένως την πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης κρίσης στρατηγικής, ταυτότητας και κοινωνικής εκπροσώπησης.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. Το νέο εγχείρημα αναδύεται πάνω στις αντιφάσεις, τις ελπίδες αλλά και τις αποτυχίες του πρώτου αντιμνημονιακού κύκλου. Κληρονομεί τόσο τη δυναμική κοινωνικής εκπροσώπησης που εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2010–2015 όσο και τα στρατηγικά όρια που ανέδειξε η κυβερνητική του εμπειρία.
Μπορεί η ΕΛ.Α.Σ. να συγκροτήσει και να εκπροσωπήσει ένα νέο κοινωνικό μπλοκ;
Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της πολιτικής κοινωνιολογίας. Δεν αφορά πρωτίστως το αν ένα νέο κόμμα μπορεί να επιτύχει εκλογικά ή να αναδιατάξει τους συσχετισμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Αφορά το κατά πόσο μπορεί να συγκροτήσει μια κοινωνική συμμαχία με σχετική συνοχή, διάρκεια και πολιτική αυτοσυνείδηση. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν πολίτες πρόθυμοι να ψηφίσουν ένα νέο πολιτικό εγχείρημα, αλλά αν υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να αναγνωρίσουν σε αυτό τη συλλογική έκφραση των συμφερόντων, των προσδοκιών και των εμπειριών τους.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, η εκλογική επιρροή και η κοινωνική εκπροσώπηση δεν ταυτίζονται αναγκαστικά. Ένα κόμμα μπορεί να συγκεντρώσει υψηλά εκλογικά ποσοστά χωρίς να διαθέτει βαθιές κοινωνικές ρίζες, όπως μπορεί επίσης να εκφράζει πραγματικές κοινωνικές ανάγκες χωρίς να κατορθώνει να τις μετατρέψει σε πολιτική πλειοψηφία. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας στην Ελλάδα προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα και των δύο περιπτώσεων. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο των μνημονίων υπήρξε αποτέλεσμα μιας ευρείας κοινωνικής κινητοποίησης που συνδύασε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες κάτω από το κοινό αίτημα της ανατροπής των πολιτικών λιτότητας. Ωστόσο, η κυβερνητική εμπειρία που ακολούθησε αποκάλυψε ότι η εκλογική συνάντηση ετερογενών κοινωνικών στρωμάτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη συγκρότηση ενός σταθερού κοινωνικού μπλοκ με κοινή στρατηγική κατεύθυνση.
Η σημερινή συγκυρία είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η ελληνική κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται πλέον από τη σχετική ομοιογένεια που παρήγαγαν οι συνθήκες της πρώτης μνημονιακής περιόδου. Η γενικευμένη αντίθεση ανάμεσα στα μνημόνια και την κοινωνική πλειοψηφία, η οποία επέτρεψε τη συγκρότηση του αντιμνημονιακού κύματος της προηγούμενης δεκαετίας, δεν υπάρχει σήμερα με την ίδια μορφή. Οι κοινωνικές διαιρέσεις έχουν γίνει περισσότερο σύνθετες, περισσότερο κατακερματισμένες και συχνά λιγότερο ορατές.
Η αγορά εργασίας αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης.
Η αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας και η επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης αποδυνάμωσαν τις μορφές συλλογικής οργάνωσης που ιστορικά επέτρεπαν τη συγκρότηση της εργατικής τάξης ως συνεκτικού πολιτικού υποκειμένου. Στη θέση των σχετικά σταθερών κοινωνικών και επαγγελματικών ταυτοτήτων εμφανίζεται πλέον ένα περισσότερο κατακερματισμένο κοινωνικό πεδίο επισφαλούς εργασίας, ατομικοποιημένων διαδρομών και αβέβαιων κοινωνικών προσδοκιών.
Στη θέση της εμφανίζεται ένα σύνθετο μωσαϊκό μισθωτών, επισφαλώς εργαζομένων, ελεύθερων επαγγελματιών, εργαζομένων στην ψηφιακή οικονομία, εργαζομένων με ευέλικτες μορφές απασχόλησης και νέων επιστημόνων που βιώνουν συνθήκες διαρκούς επαγγελματικής αβεβαιότητας. Παρότι οι ομάδες αυτές αντιμετωπίζουν συχνά παρόμοια προβλήματα –χαμηλούς μισθούς, περιορισμένες προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας, στεγαστική ανασφάλεια και αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού της ζωής τους– δεν συγκροτούν αναγκαστικά ενιαία πολιτική ταυτότητα.
Η στεγαστική κρίση αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Η εκρηκτική αύξηση των ενοικίων, η δυσκολία πρόσβασης σε ιδιόκτητη κατοικία και η μετατροπή της κατοικίας σε πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας επηρεάζουν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ωστόσο, η κοινωνική αυτή εμπειρία δεν έχει ακόμη μετασχηματιστεί σε συνεκτικό πολιτικό αίτημα με τη δύναμη που παρατηρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο ισχύει για την επισφάλεια της εργασίας, για τη μετανάστευση υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού ή για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Πρόκειται για προβλήματα με σαφή κοινωνική διάσταση, τα οποία όμως δεν έχουν μετατραπεί σε σταθερές μορφές συλλογικής πολιτικής οργάνωσης.
Αυτό ακριβώς το κοινωνικό τοπίο καλείται να αντιμετωπίσει η ΕΛ.Α.Σ. Οι προγραμματικές της αναφορές δείχνουν ότι αντιλαμβάνεται σε σημαντικό βαθμό αυτές τις μεταβολές. Η έμφαση στη στέγη, στην εργασία, στην κοινωνική προστασία, στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στη δημοκρατική λογοδοσία αντανακλά υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Από μόνη της όμως η αναγνώριση των προβλημάτων δεν αρκεί για τη συγκρότηση κοινωνικής συμμαχίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι διαφορετικές μορφές κοινωνικής ανασφάλειας μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους μέσα από ένα κοινό πολιτικό αφήγημα που να παράγει αίσθηση συλλογικού συμφέροντος και κοινής προοπτικής.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και η πρώτη μεγάλη πρόκληση του νέου εγχειρήματος. Η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης δείχνει ότι τα κόμματα που κατόρθωσαν να αποκτήσουν ηγεμονικό ρόλο δεν λειτούργησαν μόνο ως εκλογικοί μηχανισμοί. Το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980 δεν εξέφρασε απλώς δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. Συνέδεσε κοινωνικές κατηγορίες με διαφορετικά συμφέροντα σε ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανόδου. Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2012–2015 δεν αντλούσε τη δύναμή του αποκλειστικά από τη φθορά των αντιπάλων του αλλά από την ικανότητά του να ενσωματώνει σε μια κοινή αφήγηση τις προσδοκίες κοινωνικών στρωμάτων που βίωναν την κρίση ως συλλογική εμπειρία.
Η ΕΛ.Α.Σ. καλείται να επιτύχει να συγκροτήσει μια πολιτική ενότητα σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές εμπειρίες είναι περισσότερο κατακερματισμένες από ό,τι στο παρελθόν. Οι πολιτικές και κυβερνητικές εξελίξεις της περιόδου 2010–2026 συνέβαλαν επίσης στην περαιτέρω αποδυνάμωση μορφών συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης. Η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η συρρίκνωση των συλλογικών οργανώσεων, η εξατομίκευση της εργασιακής εμπειρίας και η κυριαρχία ψηφιακών μορφών επικοινωνίας περιόρισαν τους παραδοσιακούς μηχανισμούς μέσα από τους οποίους συγκροτούνταν ιστορικά οι συλλογικές πολιτικές ταυτότητες. Ως αποτέλεσμα, η κοινωνική δυσαρέσκεια συχνά εκφράζεται ως ατομική απογοήτευση, αποχή ή γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική και όχι ως συμμετοχή σε συλλογικά εγχειρήματα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Από μια αριστερή σκοπιά, η μεγαλύτερη πρόκληση της ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι συνεπώς οργανωτική ούτε επικοινωνιακή. Είναι βαθιά πολιτική και κοινωνιολογική. Αφορά τη δυνατότητα υπέρβασης των ορίων που χαρακτήρισαν το προηγούμενο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Η κοινωνική συμμαχία που οδήγησε στην άνοδο του 2015 συγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την απόρριψη ενός συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου. Η ΕΛ.Α.Σ. καλείται να συγκροτήσει κάτι πιο απαιτητικό. Δηλαδή, μια θετική κοινωνική και πολιτική πρόταση για την Ελλάδα της μνημονιακής περιόδου. Για να το πετύχει, δεν αρκεί να περιγράψει τις κοινωνικές ανισότητες ούτε να καταγγείλει τις πολιτικές που τις παράγουν. Οφείλει να απαντήσει στο πώς μπορούν κατακερματισμένες κοινωνικές εμπειρίες και μορφές ανασφάλειας να μετασχηματιστούν σε μορφές συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης και κοινωνικής ηγεμονίας. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο προγραμματικό ή εκλογικό. Είναι βαθύτερα πολιτικό και αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης ενός νέου ιστορικού μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων με σχετική συνοχή, διάρκεια και κοινή στρατηγική κατεύθυνση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δεύτερη μεγάλη αντίφαση του νέου φορέα. Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο και υψηλή αναγνωρισιμότητα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του προοδευτικού χώρου. Ταυτόχρονα όμως φέρει και το βάρος της περιόδου διακυβέρνησης. Για ένα τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να συμβολίζει την τελευταία σοβαρή προσπάθεια αμφισβήτησης των πολιτικών λιτότητας. Για ένα άλλο τμήμα αντιπροσωπεύει την αποτυχία εκείνης της προσπάθειας και την απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στις τελικές κυβερνητικές επιλογές. Η ΕΛ.Α.Σ. επομένως δεν καλείται μόνο να συγκροτήσει ένα νέο κοινωνικό μπλοκ. Καλείται να το πράξει μέσα από μια πολιτική ηγεσία που ταυτόχρονα λειτουργεί ως πηγή πολιτικής δυναμικής και ως φορέας ενός αμφιλεγόμενου ιστορικού απολογισμού.
Το ερώτημα επομένως παραμένει ανοιχτό. Υπάρχουν σήμερα κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια νέα προοδευτική κοινωνική συμμαχία; Πιθανότατα ναι. Νέοι εργαζόμενοι, επισφαλείς μισθωτοί, τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που υφίστανται καθοδική κοινωνική κινητικότητα, επιστήμονες που αντιμετωπίζουν αβέβαιες επαγγελματικές προοπτικές, εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, κοινωνικά κινήματα γύρω από τη στέγη, το περιβάλλον και τα δημόσια αγαθά συγκροτούν ένα εν δυνάμει κοινωνικό πεδίο αναφοράς. Το αν αυτές οι κοινωνικές εμπειρίες μπορούν να μετατραπούν σε συλλογική πολιτική ταυτότητα και αν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τον φορέα αυτής της διαδικασίας αποτελεί το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι επομένως μόνο αν υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά αν υπάρχουν ακόμη οι πολιτικοί, οργανωτικοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί που μπορούν να τη μετατρέψουν σε συλλογικό πολιτικό υποκείμενο. Η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η κρίση των κομμάτων μαζικής ένταξης και η εξατομίκευση των κοινωνικών εμπειριών έχουν περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητες συγκρότησης σταθερών μορφών κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης. Από αυτή την άποψη, η πρόκληση της ΕΛ.Α.Σ. δεν αφορά μόνο τη διατύπωση ενός διαφορετικού προγράμματος, αλλά και την ανασυγκρότηση των όρων μέσα από τους οποίους μπορεί να παραχθεί εκ νέου συλλογική πολιτική δράση.
Η κρίση εκπροσώπησης δεν αφορά όμως μόνο την οργανωτική αποδυνάμωση των κομμάτων ή των συλλογικών μορφών δράσης. Αφορά και την κρίση ηγεμονίας στο επίπεδο των κοινωνικών αξιών, των πολιτισμικών αναφορών και της ίδιας της αντίληψης για το τι θεωρείται κοινωνικά εφικτό. Ο νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός δεν επέδρασε μόνο στην οικονομία αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με την εργασία, την κοινωνία και την πολιτική. Η ενίσχυση ατομικιστικών προτύπων, η κυριαρχία της λογικής της ατομικής ευθύνης και η αποδυνάμωση συλλογικών οραμάτων κοινωνικού μετασχηματισμού δυσκολεύουν τη συγκρότηση σταθερών μορφών πολιτικής ταύτισης. Από αυτή την άποψη, η πρόκληση για την ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι μόνο να διατυπώσει ένα διαφορετικό πρόγραμμα, αλλά να συμβάλει στη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και πολιτισμικής ηγεμονίας απέναντι στο κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.
Η απάντηση δεν θα δοθεί από τις δημοσκοπήσεις ούτε από τις μετακινήσεις στελεχών. Θα δοθεί στο πεδίο της κοινωνίας. Εκεί όπου θα κριθεί αν το νέο εγχείρημα μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια σε οργανωμένη πολιτική δύναμη ή αν θα περιοριστεί σε μία ακόμη αναδιάταξη του ήδη κατακερματισμένου προοδευτικού χώρου.
Μπορεί η ΕΛ.Α.Σ. να αμφισβητήσει τον νεοφιλελευθερισμό και τον ιμπεριαλισμό χωρίς να συγκρουστεί με τους θεσμούς τους;
Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) υπό τον Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να καλύψει ένα πολιτικό κενό που παραμένει ανοιχτό στην ελληνική κοινωνία μετά από δεκαπέντε χρόνια οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής κρίσης. Η παρατεταμένη λιτότητα, η απορρύθμιση της εργασίας, η στεγαστική κρίση, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η αίσθηση μειωμένης δημοκρατικής επιρροής των πολιτών στις κεντρικές πολιτικές αποφάσεις έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον γενικευμένης ανασφάλειας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ως μια προσπάθεια πολιτικής επανασύνδεσης με κοινωνικές ομάδες που επλήγησαν από τις διαδοχικές κρίσεις της περιόδου 2010–2026 και οι οποίες συχνά αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται επαρκώς από το υπάρχον πολιτικό σύστημα.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις και οι προγραμματικές διακηρύξεις του νέου φορέα περιλαμβάνουν σαφή κριτική στις κοινωνικές συνέπειες του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού που κυριάρχησε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες. Η αναφορά στην ανάγκη προστασίας της εργασίας, στη μείωση των ανισοτήτων, στη ρύθμιση της αγοράς κατοικίας, στην ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και στην παραγωγική ανασυγκρότηση αντανακλά μια διάγνωση που αναγνωρίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση των συνθηκών ζωής για ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η ΕΛ.Α.Σ. αναγνωρίζει ότι η επισφάλεια της εργασίας, η αδυναμία πρόσβασης στη στέγη, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος και η αποδυνάμωση μορφών κοινωνικής προστασίας αποτελούν κεντρικά προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Η συζήτηση, ωστόσο, αποκτά μεγαλύτερη σαφήνεια όταν μεταφερθεί από το γενικό επίπεδο των κοινωνικών συνεπειών στο επίπεδο των συγκεκριμένων σχέσεων οικονομικής ισχύος που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο ελληνικό καπιταλισμό. Μέχρι στιγμής δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό η ΕΛ.Α.Σ. προτίθεται να συγκρουστεί με δομές οικονομικής συγκέντρωσης που διαμορφώνουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως τα ενεργειακά ολιγοπώλια, η ισχυρή θέση του τραπεζικού συστήματος, η χρηματιστικοποίηση της κατοικίας μέσω της αγοράς ακινήτων και των επενδυτικών κεφαλαίων, οι επιπτώσεις της μονοδιάστατης τουριστικής ανάπτυξης στις τοπικές κοινωνίες και στην πρόσβαση στη στέγη, η συνέχιση πολιτικών ιδιωτικοποίησης στρατηγικών υποδομών, καθώς και η αυξανόμενη ισχύς των ψηφιακών πλατφορμών στην οργάνωση της εργασίας και της καθημερινής ζωής.
Η κριτική στις κοινωνικές ανισότητες αποκτά πολιτικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από σαφή τοποθέτηση απέναντι στους μηχανισμούς συσσώρευσης οικονομικής ισχύος που τις παράγουν. Από αυτή την άποψη, η ΕΛ.Α.Σ. καλείται να αποδείξει ότι η αναφορά στην κοινωνική δικαιοσύνη δεν περιορίζεται σε μια ηπιότερη διαχείριση των συνεπειών του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης, αλλά συνδέεται με μια στρατηγική δημοκρατικού ελέγχου και ανακατανομής ισχύος απέναντι στα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα.
Ωστόσο αναδεικνύεται μια πρώτη σημαντική αντίφαση. Ενώ η ΕΛ.Α.Σ. ασκεί κριτική στις κοινωνικές συνέπειες του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη ούτε θέτει ζήτημα ρήξης με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Η στρατηγική της φαίνεται να στηρίζεται στην προοπτική μεταρρύθμισης της Ευρώπης εκ των έσω και όχι στην αναζήτηση εναλλακτικής πορείας έξω από τους υφιστάμενους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Πρόκειται για μια επιλογή που τη φέρνει πιο κοντά σε εκδοχές της ευρωπαϊκής αριστερής σοσιαλδημοκρατίας και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς παρά στις παραδόσεις που θεωρούν ότι οι σημερινές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης λειτουργούν ως βασικοί μηχανισμοί αναπαραγωγής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Η αντίφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν εξεταστεί υπό το πρίσμα της εμπειρίας του 2015. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατέδειξε με έντονο τρόπο τα όρια που θέτουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σε κυβερνήσεις που επιδιώκουν να ακολουθήσουν διαφορετική κοινωνική και οικονομική πολιτική. Από αυτή την άποψη, το κρίσιμο ερώτημα για την ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι αν αναγνωρίζει τα προβλήματα που παράγει το σημερινό ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει μια πιο σαφή στρατηγική αντιμετώπισης των περιορισμών που επέβαλαν την υποχώρηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ή αν εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι αναγκαίες αλλαγές μπορούν να επιτευχθούν αποκλειστικά μέσω πολιτικής διαπραγμάτευσης και συμμαχιών εντός του υφιστάμενου πλαισίου.
Ανάλογες αντιφάσεις εμφανίζονται και στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ή τον βασικό ευρωατλαντικό προσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Οι παρεμβάσεις της δίνουν έμφαση στην ανάγκη ειρήνης, διπλωματίας και αποφυγής στρατιωτικών κλιμακώσεων, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αμφισβήτηση της στρατηγικής θέσης της χώρας στο δυτικό σύστημα συμμαχιών. Από τη σκοπιά της παραδοσιακής αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς, η στάση αυτή θεωρείται ανεπαρκής, καθώς αναγνωρίζει ορισμένες αρνητικές συνέπειες της σημερινής διεθνούς τάξης χωρίς να αμφισβητεί τους βασικούς γεωπολιτικούς μηχανισμούς μέσα από τους οποίους αυτή αναπαράγεται.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μέσης Ανατολής. Η απόσταση ανάμεσα στη σημερινή ρητορική αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό και στις γεωπολιτικές επιλογές της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που δυσκολεύει τη συγκρότηση μιας συνεκτικής αντιιμπεριαλιστικής αφήγησης. (αναφέρεται στη Γάζα σαν να μην γνωρίζουμε ότι τη βομβαρδίζει το Ισραήλ) Θα μπορούσε να ειπωθεί πως, κυβερνητικές επιλογές της προηγούμενης περιόδου αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που δυσκολεύει τη συγκρότηση μιας συνεκτικής αντιιμπεριαλιστικής αφήγησης.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να μετατρέψει τις διάσπαρτες εμπειρίες κοινωνικής ανασφάλειας σε συλλογική πολιτική ταυτότητα και αν μπορεί να προτείνει μια στρατηγική που να αντιμετωπίζει όχι μόνο τα αποτελέσματα αλλά και τους μηχανισμούς παραγωγής αυτών των ανισοτήτων. Από αριστερή σκοπιά, η μεγάλη ανοιχτή συζήτηση δεν αφορά την ορθότητα της διάγνωσης αλλά την επάρκεια της στρατηγικής. Εάν οι δομές που παρήγαγαν τη λιτότητα, την επισφάλεια και τη συρρίκνωση της κοινωνικής προστασίας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητες, τότε η δυνατότητα ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής παραμένει περιορισμένη. Αντίθετα, αν η ΕΛ.Α.Σ. κατορθώσει να συνδέσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με μια πειστική στρατηγική δημοκρατικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, τότε ενδέχεται να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια ακόμη αναδιάταξη του προοδευτικού χώρου.
Η εμπειρία αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως ιστορικό επεισόδιο. Αποτελεί το θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε νέο εγχείρημα με αναφορά στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην αναδιανομή. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το ερώτημα. Αντιθέτως, καλείται να εξηγήσει με ποιον τρόπο σκοπεύει να αντιμετωπίσει περιορισμούς που αποδείχθηκαν καθοριστικοί κατά την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία του πολιτικού της πυρήνα. Η επίκληση μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης δεν αρκεί από μόνη της εάν δεν συνοδεύεται από μια πειστική ανάλυση των πραγματικών συσχετισμών δύναμης στο ευρωπαϊκό επίπεδο και των μέσων μέσω των οποίων αυτοί μπορούν να μεταβληθούν.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ρόλο του σύγχρονου κράτους στις συνθήκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Το κράτος δεν λειτουργεί απλώς ως ουδέτερος μηχανισμός εφαρμογής πολιτικών αποφάσεων αλλά ως πεδίο συμπύκνωσης κοινωνικών και οικονομικών συσχετισμών δύναμης. Από αυτή την άποψη, η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε τα όρια μιας στρατηγικής που αντιμετώπισε το κράτος κυρίως ως εργαλείο προοδευτικής διαχείρισης και όχι ως δομή βαθιά ενσωματωμένη στις κυρίαρχες οικονομικές και θεσμικές σχέσεις εξουσίας
Η ικανότητα της ΕΛ.Α.Σ. να εκπροσωπήσει τα κοινωνικά στρώματα που επλήγησαν από τις διαδοχικές κρίσεις της περιόδου 2010–2026 θα εξαρτηθεί τελικά από την απάντηση που θα δώσει σε αυτή την αντίφαση. Δεν αρκεί να εκφράσει τη δυσαρέσκεια. Ούτε αρκεί να περιγράψει τις ανισότητες. Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι αν μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια σε συλλογικό πολιτικό σχέδιο και να πείσει ότι διαθέτει μια ρεαλιστική αλλά ταυτόχρονα μετασχηματιστική στρατηγική απέναντι στις δομές που παρήγαγαν τις κοινωνικές απώλειες της τελευταίας δεκαπενταετίας. Εκεί θα κριθεί όχι μόνο η εκλογική της επιρροή αλλά και η ιστορική της σημασία. Με βάση την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, η δυνατότητα της ΕΛ.Α.Σ. να συγκροτήσει μια πειστική εναλλακτική προοπτική δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και θα εξαρτηθεί ( αν δηλαδή θέλει η ηγετική ομάδα) από την ικανότητά της να υπερβεί στρατηγικές αντιφάσεις που παραμένουν μέχρι σήμερα ανοιχτές.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά μόνο την επάρκεια της στρατηγικής της ΕΛ.Α.Σ., αλλά και τις βαθύτερες μεταβολές της ίδιας της κοινωνίας. Σε αντίθεση με την περίοδο 2010–2015, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται πλέον αυτόματα σε συλλογική πολιτική δράση ούτε κατευθύνεται αποκλειστικά προς αριστερές πολιτικές εκφράσεις. Η αποδυνάμωση των συλλογικών οργανώσεων, η εξατομίκευση των κοινωνικών εμπειριών, η κυριαρχία της επικοινωνιακής πολιτικής και η διάχυτη δυσπιστία απέναντι σε θεσμούς και κόμματα δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια συχνά εκφράζεται ως αποχή, ιδιώτευση ή πολιτικός κατακερματισμός.
Η εμπειρία αυτή ανέδειξε επίσης τους μηχανισμούς μέσω των οποίων κόμματα που αναδύονται ως φορείς κοινωνικής διαμαρτυρίας μετασχηματίζονται σταδιακά σε κόμματα κρατικής διαχείρισης και θεσμικής ενσωμάτωσης. Από αυτή την άποψη, το ερώτημα για την ΕΛ.Α.Σ. δεν αφορά μόνο το πρόγραμμά της αλλά και τη δυνατότητά (ή και τη θέληση) της να αποφύγει τις μορφές πολιτικής και οργανωτικής ενσωμάτωσης που χαρακτήρισαν την προηγούμενη εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ Με αυτή την έννοια, η κρίση εκπροσώπησης δεν αφορά μόνο τα κόμματα αλλά και τις ίδιες τις μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης μέσα από τις οποίες συγκροτούνται ιστορικά τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα.
Συμπέρασμα
Η πολιτική αναγκαιότητα ενός εγχειρήματος που θα επιχειρεί να εκφράσει τα κοινωνικά στρώματα που επλήγησαν από τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση και τις σύγχρονες μορφές διεθνούς εξάρτησης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη στρατηγική επάρκεια του “εγχειρήματος Τσίπρα”. Η ΕΛ.Α.Σ. αναγνωρίζει τις κοινωνικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού, χωρίς να έχει αποσαφηνίσει πώς μπορούν να αμφισβητηθούν οι θεσμικοί, οικονομικοί και γεωπολιτικοί μηχανισμοί που τις παράγουν. Η παραμονή στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της σημερινής αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρωατλαντικού προσανατολισμού της χώρας αναδεικνύει την ίδια στρατηγική αντίφαση που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής Αριστεράς. Δηλαδή, την επιδίωξη κοινωνικής δικαιοσύνης χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση των δομών ισχύος που παράγουν την κοινωνική ανισότητα.
Η εμπειρία αυτή ανέδειξε όχι μόνο τα όρια της στρατηγικής της ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής Αριστεράς αλλά και τους μηχανισμούς πολιτικής και θεσμικής ενσωμάτωσης που συνοδεύουν τη μετάβαση από την κοινωνική διαμαρτυρία στη διαχείριση του κράτους. Χωρίς μια ουσιαστική αποτίμηση εκείνης της εμπειρίας, αλλαγή κατεύθυνσης ως προς Ευρωζώνη/ΕΕ/ΝΑΤΟ και χωρίς μια πειστική απάντηση στο ζήτημα των συσχετισμών δύναμης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η υπόσχεση μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο πολιτική προσδοκία παρά ιστορική δυνατότητα.

