Ίσως ο ίδιος ο Θόδωρος να χαμογελούσε διαβάζοντας αυτόν τον τίτλο. Ίσως και να διαφωνούσε. Δεν αγαπούσε τους τίτλους, ούτε τις προσωπολατρίες. Πίστευε περισσότερο στις συλλογικότητες, στους ανθρώπους που αγωνίζονται μαζί, στις μικρές καθημερινές πράξεις που αλλάζουν τον κόσμο χωρίς να διεκδικούν δάφνες. Κι όμως, επιμένω να τον χρησιμοποιήσω.
Τον αποκαλώ «ήρωα χωρίς μπέρτα», γιατί οι μεγαλύτεροι αγώνες δίνονται συνήθως αθόρυβα.
Όχι πάνω σε βάθρα, αλλά δίπλα στους ανθρώπους που η κοινωνία έμαθε να προσπερνά.
Δεν πιστεύω ακόμη ότι γράφω αυτό το κείμενο.
Στον Θόδωρο δεν άρεσαν ούτε οι «λόγοι» ούτε οι «αποχαιρετισμοί»
Υπάρχουν άνθρωποι που, όσο κι αν γνωρίζεις πως κάποτε θα φύγουν, αρνείσαι να τους φανταστείς απόντες. Όχι γιατί τους θεωρείς αθάνατους, αλλά γιατί η παρουσία τους έχει διαχυθεί τόσο βαθιά μέσα στις ιδέες, στους αγώνες, στις λέξεις και στις πράξεις μιας ολόκληρης εποχής, ώστε μοιάζει αδύνατο να χωρέσει στην έννοια της απώλειας.
Για μένα, ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου ήταν, είναι και θα είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν τον γνώρισα απλώς ως ψυχίατρο. Δεν τον διάβασα μόνο ως συγγραφέα. Δεν τον παρακολούθησα αποκλειστικά ως δημόσιο διανοούμενο. Τον γνώρισα μέσα από έναν τρόπο να σκέφτεται την ψυχιατρική που δεν σταματούσε ποτέ στον εγκέφαλο, στη διάγνωση ή στο φάρμακο.
Για τον Θόδωρο, η ψυχιατρική ήταν πάντοτε μια πολιτική πράξη.
Και γι’ αυτό ήταν πάντοτε μια ηθική πράξη.
Σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη ψυχιατρική τείνει να μεταφράζει τον ανθρώπινο πόνο σε ατομική δυσλειτουργία, εκείνος επέμενε να θυμίζει κάτι σχεδόν αυτονόητο, αλλά ταυτόχρονα επαναστατικό: ότι ο άνθρωπος δεν αρρωσταίνει ποτέ έξω από την κοινωνία. Δεν υπάρχει ψυχική οδύνη που να μην φέρει πάνω της τα ίχνη της ιστορίας, της ταξικής θέσης, της βίας, της φτώχειας, του αποκλεισμού, της μοναξιάς, της ανεργίας, του πολέμου, της καταπίεσης.
Ίσως γι’ αυτό δεν αποδέχθηκε ποτέ την ψυχιατρική ως τεχνική διαχείρισης της κοινωνικής δυσφορίας.
Δεν ήταν τυχαία η βαθιά του σχέση με τον Φράνκο Μπαζάλια. Δεν επρόκειτο για μια απλή επιστημονική αναφορά ούτε για έναν ακόμη θεωρητικό δάσκαλο. Ο Μπαζάλια υπήρξε για εκείνον η απόδειξη ότι η ψυχιατρική μπορεί να πάψει να είναι μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και να γίνει εργαλείο χειραφέτησης. Ότι το άσυλο δεν είναι απλώς ένα κτίριο. Είναι της τρόπος σκέψης. Είναι η ιδέα πως κάποιοι άνθρωποι μπορούν να αποκοπούν από την κοινωνία επειδή η κοινωνία αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να συνυπάρξει μαζί της.
Και αυτή την ιδέα ο Θόδωρος δεν έπαψε ποτέ να την πολεμά.
Δεν πολεμούσε μόνο τα τείχη του Δρομοκαΐτειου, της Λέρου ή του Δαφνιού. Πολεμούσε τα αόρατα τείχη που εξακολουθούν να υψώνονται κάθε φορά που η διαφορετικότητα μετατρέπεται σε επικινδυνότητα, όταν η φτώχεια βαφτίζεται ψυχική διαταραχή, όταν η κοινωνική απόγνωση μεταφράζεται σε χημική ανισορροπία, όταν η καταστολή παρουσιάζεται ως θεραπεία.
Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο μάθημα που άφησε.
Ότι η ψυχιατρική δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Δεν υπάρχει ουδέτερη ψυχιατρική μέσα σε μια κοινωνία που παράγει ανισότητες.
Δεν υπάρχει ουδέτερη θεραπεία όταν οι της οι κοινωνικές σχέσεις παράγουν καθημερινά τραύμα.
Δεν υπάρχει ουδέτερη επιστήμη όταν ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο διαχείρισης αντί ως υποκείμενο δικαιωμάτων.
Γι’ αυτό και ο λόγος του φορές – φορές ενοχλούσε. Δεν περιοριζόταν σε τεχνικές προτάσεις για καλύτερες υπηρεσίες. Έθετε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: τι είδους κοινωνία παράγει αυτή τη μορφή ψυχικού πόνου και ποιον εξυπηρετεί μια ψυχιατρική που απλώς προσαρμόζει της ανθρώπους της συνθήκες που της αρρωσταίνουν;
Ως άνθρωπος (και ίσως επιστήμονας) δεν μπορούσα να μη συναντηθώ μαζί του ακριβώς εκεί.
Στην πεποίθηση ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν εξηγείται χωρίς της κοινωνικές σχέσεις που τον γεννούν.
Στην πεποίθηση ότι η θεραπεία δεν μπορεί να εξαντλείται στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας μέσα σε έναν κόσμο που παραμένει άδικος.
Στην πεποίθηση ότι η ψυχική υγεία δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά κοινωνικό αγαθό.
Κοιτάζοντας σήμερα τη δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία, αντιλαμβάνομαι ακόμη περισσότερο πόσο επίκαιρος παραμένει ο λόγος του. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ψυχολογικοποίηση της κοινωνικής δυστυχίας έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη. Η επισφάλεια, η ανεργία, η στεγαστική κρίση, η απομόνωση, η εξουθένωση βαφτίζονται «προσωπικά προβλήματα», ενώ οι δομές που της παράγουν παραμένουν στο απυρόβλητο.
Ο Θόδωρος αρνήθηκε αυτή τη «μετάφραση».
Επέμενε ότι πίσω από κάθε διάγνωση υπάρχει μια ιστορία. Πίσω από κάθε ιστορία υπάρχουν κοινωνικές σχέσεις. Και πίσω από αυτές βρίσκονται συγκεκριμένες μορφές εξουσίας.
Δεν φοβήθηκε ποτέ να πει ότι ο καπιταλισμός δεν παράγει μόνο οικονομικές κρίσεις. Παράγει και τρόπους να βιώνουμε τον εαυτό της. Παράγει μοναξιά, ανταγωνισμό, αποκλεισμό, ανασφάλεια, αποδιάρθρωση των συλλογικών δεσμών. Και όταν αυτά τα τραύματα εκδηλώνονται, εμφανίζεται μια ψυχιατρική που καλείται να διαχειριστεί τα αποτελέσματα χωρίς να αγγίζει της αιτίες.
Αυτόν τον φαύλο κύκλο προσπάθησε να σπάσει σε όλη του τη ζωή.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του.
Να υπενθυμίζει ότι η ψυχιατρική της χειραφέτησης δεν είναι ένα θεραπευτικό πρωτόκολλο.
Είναι μια πολιτική επιλογή.
Είναι η επιλογή να βλέπεις, πριν από τον ασθενή, τον άνθρωπο.
Πριν από τη διάγνωση, τη βιογραφία.
Πριν από τη συμπτωματολογία, την κοινωνία.
Πριν από το «ιστορικό», την Ιστορία.
Και πριν από τη θεραπεία, την Ελευθερία.
Θόδωρε, ξέρω ότι δεν το θες..
αλλά σε ευχαριστώ για όλα όσα…

