Η γκανγκστερική απαγωγή του Προέδρου της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ στις 3 Γενάρη, προκάλεσε οργή και πόνο, αλλά και σοκ και σύγχυση, τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στο λαό της χώρας του Μπολίβαρ και του Τσάβες. Για την αντιμετώπιση της αμερικανικής ασύμμετρης απειλής, η ανάγκη εθνικής ενότητας και ομοψυχίας διατυπώθηκε εξ αρχής από όλους, ακόμα και από πολιτικούς της -μη ακροδεξιάς- αντιπολίτευσης, η βενεζουελάνικη κοινωνία -του τσαβισμού βέβαια συμπεριλαμβανομένου- συσπειρώθηκε, η στήριξη του λαού στην κυβέρνησή του ήταν -και σωστά- η μόνη υπεύθυνη θέση.
Υιοθετώντας την πολιτική προσέγγιση της αναγκαίας τακτικής υποχώρησης -προσέγγιση που υποστηρίζει ως κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίπτωση και ο σημαντικός κοινωνιολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ, ειδικός σε θέματα αντιαποικιοκρατίας, Ραμόν Γκροσφόγκελ-, η εκτελούσα χρέη Προέδρου Ντέλσυ Ροντρίγκες, υπό περιορισμένη εθνική κυριαρχία και κάτω από αμερικανική πίεση, από την ημέρα που ανέλαβε την ηγεσία στα χέρια της, πορεύτηκε στη νέα πολιτική κατεύθυνση της χώρας χωρίς -κατά το πρώτο χρονικό διάστημα- να προκληθούν ορατές αντιδράσεις εντός του τσαβισμού.
Υπό το σοκ ακόμα των γεγονότων της 3ης Γενάρη, σημαντικά νομοθετήματα ήρθαν άμεσα στην Εθνοσυνέλευση. Ο οργανικός νόμος για τους υδρογονάνθρακες τροποποιήθηκε προς σαφώς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, ενσωματώνοντας μια σειρά από διατάξεις υπέρ του ιδιωτικού κεφαλαίου, υπέρ της αμερικανικής εποπτείας και εις βάρος της κρατικής δικαιοδοσίας επί του ορυκτού πλούτου της χώρας, με επιχειρηματολογία ότι τα προβλεπόμενα μελλοντικά έσοδα θα χρησιμοποιηθούν κυρίως για αύξηση μισθών και ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής.
Αναπόφευκτα, η ευκολία της απαγωγής Μαδούρο δημιούργησε σενάρια, προκάλεσε σκεπτικισμό και καλλιέργησε αμφιβολίες. Οι αναφορές, από τον τότε Βενεζουελάνο υπουργό άμυνας Βλαντιμίρ Παντρίνο Λόπες, από επιζήσαντες Κουβανούς στρατιωτικούς της προεδρικής φρουράς του Μαδούρο, αλλά και από τον ίδιο τον Τραμπ, σε νέα πολεμική τεχνολογία που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε κατά την απαγωγή, φαίνεται ότι πλέον δεν επαρκούν για να επεξηγηθεί πλήρως το τι συνέβη εκείνη την νύχτα και έτσι το τελευταίο διάστημα ιστορικά στελέχη του τσαβισμού δημόσια θέτουν σχετικά ερωτήματα.

Πέρα όμως από το τι στρατιωτικά συνέβη τη νύχτα της 3ης Γενάρη, στη συνέχεια και μέχρι σήμερα, στο Καράκας πάρθηκαν από την κυβέρνηση Ροντρίγκες πολιτικές αποφάσεις οι οποίες φάνταζαν αδιανόητο να παρθούν στις εποχές διακυβέρνησης Τσάβες και Μαδούρο. Η πλήρης αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, ενώ στις φυλακές της Ν. Υόρκης εξακολουθεί να βρίσκεται ο απαχθείς Πρόεδρος της χώρας. Οι επισκέψεις διευθυντή και αξιωματούχων της CIA στο Καράκας και η στενή πλέον συνεργασία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Βενεζουέλας. Η διακοπή αποστολής, όχι μόνο πετρελαίου, αλλά κάθε είδους ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Κούβα.
Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση Ροντρίγκες αποκατέστησε τις σχέσεις της Βενεζουέλας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ στα μέσα Μαΐου ανακοίνωσε ένα σχέδιο για την αναδιάρθρωση του εξωτερικού δημόσιου χρέους της χώρας, υπό την εποπτεία βέβαια των δύο διεθνών ληστρικών οργανισμών. Οργανισμούς τους οποίους οι ηγέτες του τσαβισμού κατέκριναν επίμονα όλα τα προηγούμενα χρόνια, με χαρακτηριστική τη δήλωση του Τσάβες, το 2008 -αναφορικά με την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε εκείνη τη χρονιά- ότι το ΔΝΤ θα έπρεπε να αυτοκτονήσει, εννοώντας να αυτοδιαλυθεί, αλλά και τη δήλωση του Μαδούρο, το 2025, ότι «όποιος παραδώσει τη χώρα μας στο ΔΝΤ θα είναι ένας μεγάλος προδότης και ο λαός θα έχει κάθε δικαίωμα να βγει ξανά στους δρόμους».

Όλες οι παραπάνω πολιτικές αποφάσεις, απόλυτα ξένες με το πολιτικό πλαίσιο και τις αρχές του τσαβισμού όλα αυτά τα χρόνια, θα μπορούσαν να εξηγηθούν -καλή τη πίστη- με αυτό που ο Γκροσφόγκελ αποκαλεί «τακτική ευελιξία με στρατηγική πονηριά» και πρόκειται για την πολιτική προσέγγιση που φαίνεται να έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση Ροντρίγκες. Προσέγγιση όμως που -προϊόντος του χρόνου- δεν βρίσκει σύμφωνους πολλούς από τους τσαβιστές -είτε προσωπικότητες, είτε συλλογικότητες- που πλέον και στις εσωτερικές λειτουργίες των τσαβιστών, αλλά και στο δημόσιο λόγο τους, διατυπώνουν σημαντικές αντιρρήσεις.

