12.8 C
Athens
Κυριακή, 11 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το ΜΕΡΑ25, η Αριστερά και η αναζήτηση της «καλής» αστικής τάξης, του Γιώργου Παυλόπουλου

 

Η συμμαχία της Αριστεράς με τμήματα της αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της, ήταν μια από τις βασικές παραμέτρους του ευρωκομουνισμού. Ήταν μια τάση που αρχικά υιοθετήθηκε από την σοσιαλδημοκρατία και στην συνέχεια επεκτάθηκε σε αντιλήψεις εντός του κομμουνιστικού ρεύματος. Από τον Κάουτσκι που δήλωνε την προτίμηση του προς το βιομηχανικό κεφάλαιο που είναι πιο σταθερό και λιγότερο «κερδοσκοπικό» από το χρηματικό, μέχρι την προσπάθεια κομμουνιστικών ρευμάτων να δημιουργήσουν συμμαχίες για λόγους τακτικής (πχ ιστορικός συμβιβασμός στην Ιταλία, κ.λπ.) διαμορφωνόταν η αντίληψη της προσέγγισης  με την «καλή» αστική τάξη που ήταν λιγότερο επιρρεπής σε παθογένειες του καπιταλισμού και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της λιγότερο εχθρικοί. Αυτές οι αντιλήψεις επανέρχονται διαρκώς με νέες μορφές εντός της Αριστεράς.

Ο όρος «καλή» αστική τάξη δεν αφορά την ηθική πλευρά του κάθε καπιταλιστή, αλλά τμήματα της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων με τα οποία η Αριστερά θεωρούσε ότι θα μπορούσε να βρει κοινό πεδίο, είτε προσωρινά είτε σε ένα συγκεκριμένο θέμα λόγω σύμπτωσης συμφερόντων. Η μήτρα που οδηγεί σε τέτοιες  προσεγγίσεις πηγάζει συνήθως από λανθασμένες θεωρητικές αφετηρίες (πχ. υπερτονίζονται επιμέρους διαφορές του κεφαλαίου και της αστικής τάξης) και από υπερεκτίμηση των τακτικών κινήσεων έναντι της στρατηγικής. Στο παρελθόν είχαμε αρκετά παραδείγματα στη χώρα μας. Πχ στην περίοδο της μεταπολίτευσης (1973-2000), στην Αριστερά είχε κυριαρχήσει ο συνδυασμός της αντιδεξιάς ατζέντας, του δημοκρατικού μετώπου και του «εκσυγχρονισμού», ως κύριες παράμετροι απέναντι στις δυνάμεις της συντήρησης.

Όμως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά καθυστέρησης και εξάρτησης σε σχέση με την μετεμφυλιακή περίοδο, ενώ η μαζική είσοδος του λαϊκού παράγοντα είχε ακυρώσει το ασφυκτικό πλαίσιο εκείνων των χρόνων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτές οι αντιλήψεις δεν συνέβαλαν στον προσεταιρισμό τμημάτων υπό την ηγεμονία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, αλλά στη διαμόρφωση ιδεολογικού υποστρώματος ώστε να μετατοπισθούν πιο εύκολα κομμάτια από την παραδοσιακή και την ανανεωτική Αριστερά στο ΠΑΣΟΚ. Στο θέμα της υποταγής της στρατηγικής στην τακτική, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κυβέρνηση ΝΔ-ΚΚΕ με πρόσχημα την «Κάθαρση» το 1989, όπου η πολιτική του μπλοκ των «Δημοκρατικών Δυνάμεων» επιχειρήθηκε να διορθωθεί με το αντίστροφο λάθος.

Ανάλογα φαινόμενα επαναλήφθηκαν την περίοδο 2010-15 από τον ΣΥΡΙΖΑ, με την υπερπροβολή της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και της «χρηματιστικοποίησης»  σαν κύριες αιτίες της κρίσης, την ίδια ώρα που υποτιμούνταν η διάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού και ο ρόλος της ΕΕ και του ευρώ στην επιδείνωση των κρισιακών φαινομένων. Η ευρωκομμουνιστική αντίληψη που διακατείχε μεγάλο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ συνέτεινε  στην καλλιέργεια αυταπατών για συμμαχίες με κομμάτια της εγχώριας αστικής τάξης και της ΕΕ, ενώ οι όποιες σωστές τακτικές κινήσεις δεν μπορούσαν να υπερβούν το στρατηγικό έλλειμα. Αργότερα, η αναζήτηση της «καλής αστικής τάξης» ήταν ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν ώστε ένας «αυτοδημιούργητος» επιχειρηματίας εξ Αμερικής που δεν τον «κρατούσαν τα εγχώρια συμφέροντα» και υποστήριζε την «υγιή επιχειρηματικότητα», να γίνει πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.

Η παραπάνω συζήτηση αποκτά ξανά επικαιρότητα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αφενός η πιο διεφθαρμένη μεταπολιτευτικά, αφετέρου οι παθογένειες του ελληνικού οικονομικού μοντέλου είναι μεγάλες και δεν μπορούν να εξωραϊστούν  από την κυβερνητική προπαγάνδα. Η ρευστοποίηση του πολιτικού συστήματος είναι μεγάλη και η συντριπτική πλειοψηφία θέλει να φύγει ο Μητσοτάκης. Αν εξαιρέσουμε την Ακροδεξιά η οποία δήθεν είναι ενάντια στο «σάπιο πολιτικό σύστημα», σήμερα ένα μεγάλο μέρος όσων εναντιώνονται στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την Κωνσταντοπούλου και την Καρυστιανού, εστιάζει στην καταπολέμηση της διαφθοράς και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, κλείνοντας το μάτι σε τμήματα της αστικής τάξης. Οι δυνάμεις όμως αυτές δεν προσδιορίζονται ως Αριστερά, όπως έχουν δηλώσει με λόγια ή έχουν αποδείξει με πράξεις.

Υπάρχει όμως μια πολιτική δύναμη με αναφορά στην Αριστερά που δείχνει διατεθειμένη να υιοθετήσει παραπλήσιες προβληματικές αφηγήσεις. Είναι το ΜΕΡΑ25 και θα εξηγηθεί σύντομα γιατί συμβαίνει παρα την υιοθέτηση ενός ριζοσπαστικού λόγου εκ μέρους του.

Το ΜΕΡΑ25 έχει ως βασική οικονομική ανάλυση, ότι ο ελληνικός καπιταλισμός σήμερα έχει ηγεμονική μερίδα τους «ραντιέρηδες» και επιχειρηματίες που αντλούν «πρόσοδο» λόγω των μνημονίων ή της σύνδεσης με την πολιτική εξουσία. Περιλαμβάνει «διαπλεκόμενους» επιχειρηματίες, κερδοσκοπικά κεφάλαια όπως τα fund κόκκινων δανείων, το λόμπι που εκμεταλλεύεται το Χρηματιστήριο Ενέργειας, επιχειρηματίες «της αρπακτής» κ.λπ. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι κάτοχοι μεγάλης ακίνητης περιουσίας που απολαμβάνουν «πρόσοδο» από αυτή την δραστηριότητα, δεδομένου ότι ο τομέας του real estate και της κατοικίας είναι υπερδιογκωμένος. Όλοι αυτοί μαζί με τον κύκλο του Μαξίμου αποτελούν την «Μητσοτάκης ΑΕ».

Η δεύτερη προβληματική θεώρηση του ΜΕΡΑ25 προέρχεται από την θεωρία της «τεχνοφεουδαρχίας», η οποία σύμφωνα με τον επικεφαλής του ΜΕΡΑ25 είναι η ηγεμονική μερίδα εντός του σημερινού διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, ένα κομμάτι της αστικής τάξης το οποίο στηρίζεται στην «πρόσοδο». Το «νεφοκεφάλαιο» κατά τον Βαρουφάκη δεν στηρίζεται στην απόσπαση υπεραξίας μέσα από την καπιταλιστική λειτουργία, αλλά αποκτά κέρδη και δύναμη μέσα από την εκμετάλλευση των προσωπικών δεδομένων και τις σχέσεις με την πολιτική εξουσία. Οι «νεφοκεφαλαιοκρατες», που αποτελούνται από τους διαχειριστές της πληροφορίας μέχρι τις εταιρίες τεχνητής νοημοσύνης, απομυζούν κέρδη από την κοινωνία και τους υπόλοιπους κεφαλαιοκράτες με τέτοιο τρόπο ώστε πλέον έχει καταργηθεί ο καπιταλισμός ως κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.

Οι παραπάνω θεωρήσεις που σε πολλά σημεία δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο του ΜΕΡΑ25, ξεκινούν από υπαρκτά φαινόμενα τα οποία όμως είτε υπερδιογκώνονται είτε τίθενται σε τελείως λάθος βάση. Στην πραγματικότητα τα μνημόνια και η κυβέρνηση της ΝΔ εξυπηρετούν με την πολιτική τους το σύνολο του ελληνικού Κεφαλαίου, με επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές, και αντεργατικές ρυθμίσεις (μείωση μισθών, αύξηση χρόνου εργασίας, κτύπημα συνδικαλισμού, διάλυση εργασιακών σχέσεων κ.λπ.). Μπορεί εντός αυτού του πλαισίου να ευνοούνται «ημέτεροι», μεγάλες επιχειρήσεις και «επιχειρήσεις της αρπακτης» αλλά αυτό δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής Μητσοτάκη.

Επίσης, χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μόνο τα ραντιέρικα ή κερδοσκοπικά κεφάλαια, αλλά η μεγάλη έκταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες χαρακτηρίζονται από χαμηλή παραγωγικότητα την οποία προσπαθούν να αντισταθμίσουν  είτε με φοροαποφυγή είτε με «ελαστικοποίηση» της εργασίας. Μπορεί η ελληνική οικονομία να έχει αναλογικά μεγάλο ποσοστό που ασχολείται με τα ακίνητα, αλλά συγχρόνως η χώρα έχει από τα μεγαλύτερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης και τα μικρότερα ποσοστά συγκέντρωσης κατασκευαστικού κεφαλαίου, γεγονός που περιορίζει την βαρύτητα της προσόδου από νοίκια. Μπορεί να υπάρχει ο τομέας των fund κόκκινων δανείων που ελέγχουν απαιτήσεις 70 δισ. ευρώ, αλλά δεν είναι μεγάλη αλλαγή από το να είχαν παραμείνει στις τράπεζες γιατί ακόμη και σήμερα αυτές ουσιαστικά τα διαχειρίζονται.

Όλα τα παραπάνω αν συνδυασθούν με την επιεικώς προβληματική θεωρία της «τεχνοφεουδαρχίας» που κατέστρεψε τον καπιταλισμό(!) , σε πρώτο επίπεδο οδηγούν σε λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας και σε δεύτερο χρόνο ανοίγουν τον δρόμο για αναζήτηση λύσεων με το «παραγωγικό κεφάλαιο» και όσους θα συμφωνούσαν με πολιτικές σε βάρος των κερδοσκόπων, των «ραντιέρηδων» και των νεοφεουδαρχών. Αν βρισκόμαστε σε νεοφεουδαρχικό στάδιο όπως πιστεύει ο Βαρουφάκης, ο κύριος αντίπαλος είναι ο νεοφεουδάρχης, και όπως συνέβη ιστορικά ανοίγονται δρόμοι για συμμαχίες με την αστική τάξη ενάντια στους φεουδάρχες. Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι παράξενη η συνεχής αναφορά στο ρόλο των ΜΜΕ που ελέγχονται από τους τεχνοφεουδαρχες και η υποτίμηση δημιουργίας εργατικού κινήματος ως τρόπος πολιτικής παρέμβασης. Σοβαρές αλλαγές όπως η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου της τεχνοφεουδαρχίας και όχι εντός του καπιταλισμού, με αποτέλεσμα να υποτιμάται πχ η  δυνατότητα πάλης για συνολική μείωση των ωρών εργασίας.

Όπως η Αριστερά στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε αναφορά την «αντιδεξια ατζέντα» έτσι και το ΜΕΡΑ25 σήμερα υιοθετεί το αφήγημα του «αντινεοφιλελευθερισμού». Όμως σήμερα ο αντινεοφιλελευθερισμός είναι ένα πουκάμισο αδειανό που δεν έχει την όποια αντισυστημικότητα του παρελθόντος. Μετα την καπιταλιστική κρίση του 2007-8, το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο είναι ένα υβρίδιο κεϋνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού, όπου το κράτος επεμβαίνει στην οικονομία είτε για να διορθώσει βραχυχρόνιες αστοχίες είτε σαν επιτελικό κράτος για την ενίσχυση ιδιωτικών κεφαλαίων, κρατώντας συγχρόνως όλες τις αντεργατικές μεταβλητές του νεοκλασικού μοντέλου. Δεν σημαίνει ότι το ΜΕΡΑ προκρίνει αντεργατικές πολιτικές, απλώς ο αντινεοφιλελευθερισμός που επικαλείται είναι πολύ πιο ενσωματώσιμος από το παρελθόν. Σε συνέχεια των παραπάνω ο Βαρουφάκης εστιάζει ενάντια στα «Funds» (και ορθώς το κάνει) όμως δεν αναφέρεται σε κρατικοποίηση τραπεζών.

Ούτε είναι τυχαίο ότι επικεντρώνεται στην κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας αλλά υποβαθμίζει την κρατικοποίηση της ενέργειας (ΔΕΗ και λοιποί παραγωγοί). Ούτε μπορεί να αγνοηθεί ότι ο Βαρουφάκης ως υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι δεν έχει σημασία αν ο σιδηρόδρομος θα είναι ιδιωτικός ή δημόσιος αλλά το κύριο ήταν να επενδύσει ο ιδιώτης. Γενικά ο πολιτικός λόγος κυριαρχείται από πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος, εξάλειψης κερδοσκοπικών φαινομένων και καταπολέμηση της διαφθοράς, γίνεται αναφορά σε δημόσια αγαθά αλλά αποφεύγεται η αναφορά στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής,  καλλιεργούνται αυταπάτες για τον ρόλο της ΕΕ. Η σοσιαλιστική προοπτική έχει υποβαθμιστεί και η καταδίκη της «Μητσοτάκης ΑΕ» είναι ο κύριος στόχος. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια τα όρια με την σοσιαλδημοκρατία να γίνονται πιο ρευστά και διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος (π.χ. το ΟΧΙ του 2015) να «λειαίνονται».

Η έκταση της διαφθοράς της κυβέρνησης Μητσοτάκη και η αίσθηση γενικευμένης σήψης, επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο παλιούς προβληματισμούς και ζητήματα σχετικά με την ατζέντα της Αριστεράς. Ένα λάθος που μπορεί να γίνει είναι η πλήρης υποβάθμιση του φαινομένου της διαφθοράς και ενδιάμεσων φιλολαϊκών αιτημάτων και  η επικέντρωση σε έναν αφαιρετικό λόγο για το απώτερο μέλλον, η έλλειψη ενός μεταβατικού προγράμματος για τον λαό παρα τις προσπάθειες για οικοδόμηση σχέσεων με λαϊκά στρώματα,  όπως κάνει το ΚΚΕ.  Επίσης όμως είναι λάθος, η Αριστερά να νομίζει ότι σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις είναι στριμωγμένες και το εργατικό κίνημα σε υποχώρηση, η λύση βρίσκεται μόνο σε κινήσεις τακτικής και σε «πιασάρικες» πολιτικές ατζέντες. Όσοι δε από την Αριστερά νομίζουν ότι τα ζητήματα διαφθοράς και το σύνθημα «να φύγει», είναι το προνομιακό πεδίο παρέμβασης θα ανακαλύψουν ότι μορφώματα όπως πχ Ζωή , Μαρία Καρυστιανού, ακόμη και η ακροδεξιά είναι πιο πιθανό να εκπροσωπήσουν ανάλογες ατζέντες.

Ο Γιώργος Παυλόπουλος είναι Οικονομολόγος , πρώην εργαζόμενος στις τράπεζες

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ