Συνέντευξη στον Νίκο Δαμιανάκη
Οι μετασχηματισμοί των κομματικών συστημάτων, η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και η αναζήτηση νέων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα για τη φυσιογνωμία και τις προοπτικές της Κεντροαριστεράς.
Το Kommon προσεγγίζει αυτή τη συζήτηση με μια σειρά συνεντεύξεων που θα επιχειρήσουν να αναλύσουν το παρελθόν και το μέλλον της Αριστεράς.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Βασίλης Ασημακόπουλος, δικηγόρος-πολιτικός επιστήμονας, διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης επιχειρεί να προσεγγίσει αυτά τα ζητήματα μέσα από μια ιστορική και πολιτική και επιστημονική οπτική, συνδέοντας την ελληνική εμπειρία με τις ευρύτερες εξελίξεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Ο Β. Ασημακόπουλος προσεγγίζει την πορεία του ΠΑΣΟΚ και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας μέσα από μια ιστορική και συγκριτική οπτική, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές φάσεις εξέλιξης της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Υποστηρίζει ότι η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά ιδιαίτερη εκδοχή μιας ευρύτερης διαδικασίας κρατικοποίησης και θεσμικής ενσωμάτωσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις κυρίαρχες δομές διακυβέρνησης.
Στη συνέντευξη αναλύει τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, του ψηφιακού μετασχηματισμού και της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών συλλογικών ταυτοτήτων στη λειτουργία των κομμάτων της κεντροαριστεράς. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ανασυγκρότηση ενός νέου προοδευτικού πολιτικού μπλοκ δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε πολιτικές αναδιανομής ή σε επικοινωνιακές ανασυνθέσεις, αλλά προϋποθέτει ένα συνολικό σχέδιο για την παραγωγή, τους θεσμούς, την εθνική στρατηγική, τη δημογραφία, το περιβάλλον και τη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό ισχύος.
Η συνέντευξη έχει ιδιαίτερη αξία επειδή αντιμετωπίζει τη συζήτηση για την Κεντροαριστερά όχι ως ζήτημα εκλογικής τακτικής αλλά ως πρόβλημα ιστορικής στρατηγικής.
Ο Β. Ασημακόπουλος επιχειρεί να συνδέσει τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις με τις βαθύτερες μεταβολές του κομματικού συστήματος, των κοινωνικών συμμαχιών και της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Η ανάλυσή του θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τη σχέση μνήμης, πολιτικής ευθύνης και προγραμματικής ανασυγκρότησης, τα οποία δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν από οποιαδήποτε συζήτηση για το μέλλον του προοδευτικού χώρου.
Ο Βασίλης Ασημακόπουλος ανήκει στους επιστήμονες που προσεγγίζουν τα πολιτικά φαινόμενα μέσα από τη συνάντηση πολιτικής επιστήμης, της επιστήμης της ιστορίας και της πολιτικής κοινωνιολογίας. Το έργο και οι παρεμβάσεις του χαρακτηρίζονται από ιστορικό βάθος, συγκριτική οπτική και ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις μεταξύ κράτους, κομμάτων και κοινωνικών δυνάμεων. Η συμβολή του είναι σημαντική για όσους ενδιαφέρονται να κατανοήσουν όχι μόνο τις εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή αλλά και τις ευρύτερες μεταβολές που επηρεάζουν τη σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και τα σύγχρονα κομματικά συστήματα.
Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ μπορεί να ερμηνευθεί ως ελληνική ιδιαιτερότητα ή αποτελεί μέρος της συνολικότερης ιστορικής μετάλλαξης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από δύναμη κοινωνικής αναδιανομής και λαϊκής εκπροσώπησης σε σχηματισμό θεσμικής και τεχνοκρατικής διαχείρισης;
Κατά τη γνώμη μου η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί έκφραση της κρίσης/κίνησης της σοσιαλιστικής αριστεράς ή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αν προτιμάτε, στις δοσμένες εθνικές συνθήκες. Η εθνική ιδιομορφία μέσα στη διεθνική κίνηση. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία σε μια ιστορική διαδρομή 150 χρόνων, αν λάβουμε ως αφετηρία την ίδρυση του SPD το 1875 ή κάτι λιγότερο αν λάβουμε ως αφετηρία την ίδρυση της Β΄ Διεθνούς το 1889, μπορεί να περιοδολογηθεί ως ακολούθως : 1η περίοδος 1889-1914, η ιστορική-μαρξιστική κλασική σοσιαλδημοκρατία, 2η περίοδος 1918-1939 : Η εξελικτική μαρξιστική σοσιαλδημοκρατία, 3η περίοδος 1946-1989 : Η παραδοσιακή μη μαρξιστική σοσιαλδημοκρατία/αναθεωρητισμός, 4η περίοδος 1990-σήμερα : Νέος αναθεωρητισμός-Νέα σοσιαλδημοκρατία.
Η ελληνική περίπτωση έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Όπως λχ ότι δεν προϋπήρχε σοσιαλιστικό/σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του κομμουνιστικού. Ότι η Αριστερά σε επίπεδο λαϊκής συνείδησης από τη δεκαετία του ’40 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ήταν συνώνυμη του κομμουνιστικού κινήματος κλπ. Το ΠΑΣΟΚ με τη σειρά του ήταν ιδιαίτερα κριτικό έως και επιθετικό απέναντι στα κόμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ιδίως απέναντι στο SPD από την ίδρυσή του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, κινούμενο στο πλαίσιο της νεομαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης. Από το 1989-1990 εντάσσεται στη σοσιαλιστική διεθνή, επιχειρώντας να διατηρήσει μια ιδεολογικο-πολιτική διακριτότητα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε ό,τι εκείνο κατανοούσε ως «δημοκρατικό σοσιαλισμό». Μια μεταβατική φάση. Από το 1996 το ΠΑΣΟΚ είναι οργανικό τμήμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σε όλα τα πεδία. Η σύγκλιση/ταύτισή του είναι απόλυτη.
Το κρίσιμο ζήτημα κατά τη γνώμη μου για αυτό που χαρακτηρίζετε ως μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, είναι η σχέση κόμματος και κράτους, η κρατικοποίηση του κόμματος. Τα σοσιαλιστικά-σοσιαλδημοκρατικά-εργατικά κόμματα γίνονται μεταπολεμικά ιδίως, κόμματα κρατικής-κυβερνητικής διαχείρισης και ενσωματώνονται στην κυρίαρχη κίνηση του καπιταλισμού. Είτε αυτή είναι κεϋνσιανή – εθνοκρατοκεντρική (1945-1975), είτε αυτή είναι αποεθνικοποιημένη – νεοφιλελεύθερη (1990 και μετά). Ο πολιτικός μεταμορφισμός των σοσιαλιστικών/σοσιαλδημοκρατικών/εργατικών κομμάτων, ερμηνεύεται μέσα απ’ αυτή τη σχέση. Εξηγεί κατά τη γνώμη μου αυτό που διαπιστώνεται στην ερώτησή σας «από δύναμη κοινωνικής αναδιανομής και λαϊκής εκπροσώπησης σε σχηματισμό θεσμικής και τεχνοκρατικής διαχείρισης» και πολλά άλλα πράγματα και καταστάσεις. Η σχέση αυτή κόμματος-κράτους με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που λαμβάνει, παράγει συνέπειες σε επίπεδο ιδεολογίας, πολιτικής, προγράμματος, οργάνωσης, σχέσεων εκπροσώπησης, εκλογικής γεωγραφίας και κοινωνιολογίας.
Στην Ελλάδα ειδικότερα, λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του ΠΑΣΟΚ την περίοδο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, της χρεοκοπίας του 2010 και της μνημονιακής υπαγωγής που ακολούθησε, η εκλογική υποχώρηση που παρατηρούνταν στα κόμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από τις αρχές του 21ου αιώνα, έλαβε στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ «κατακλυσμιαία χαρακτηριστικά», δίνοντας διεθνώς τον όρο «pasokification» και μεταβάλλοντας τον ρόλο του στο κομματικό σύστημα, του οποίου η δομή συνολικά άλλαξε. Από τον πολωμένο δικομματισμό της περιόδου 1977/81-1993, τη διαιρετική τομή δεξιάς-αντιδεξιάς που ερχόταν από το παρελθόν, διατηρούμενη όμως με όρους παρόντος εκείνης της περιόδου και τον συγκλίνοντα – αλλά μη συναινετικό – δικομματισμό της περιόδου 1996-2009, μεταβήκαμε στον διπολισμό της περιόδου 2012-2019 που καθορίστηκε από την ατελούς χαρακτήρα διαιρετική τομή μνημόνιο-αντιμνημόνιο και πλέον στη συγκυρία 2019/2023 και μετά στη διαμόρφωση ενδεχόμενα προϋποθέσεων συγκρότησης συστήματος κυρίαρχου κόμματος ή κυριαρχούμενου πολυκομματισμού. Τα τελευταία συνιστούν υποθέσεις εργασίας ή ανοιχτά ερωτήματα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο εισόδου και νέων πολιτικών ανταγωνιστών στο ελληνικό κομματικό σύστημα.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς μια μετατόπιση από τα συλλογικά και ιδεολογικά οργανωμένα κόμματα προς περισσότερο αρχηγικά, επικοινωνιακά και εκλογικά προσαρμοστικά πολιτικά σχήματα. Πρόκειται για αναγκαία προσαρμογή στις νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ή για εξέλιξη που εντείνει την αποπολιτικοποίηση, αποδυναμώνει τη δημοκρατική συμμετοχή και τελικά ενισχύει τη μακροπρόθεσμη ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς;
Το «1989» ήταν μια στιγμή ήττας για τις παραδοσιακές πολιτικές μορφές του εργατικού κινήματος, των κυβερνητικών ή και καθεστωτικών εκδοχών. Τόσο του ιστορικού κομμουνισμού, όσο και της παραδοσιακής μη μαρξιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Η παγκοσμιοποίηση, η χωρο-χρονική συμπίεση, η κυρίαρχη τάση του αποεδαφοποιημένου καπιταλισμού, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η γεωπολιτική, γεωοικονομική ακόμα και γεωπολιτισμική ανάδυση ενός πολυκεντρικού κόσμου, ο «πόλεμος και η ειρήνη» συγκροτούν τις νέες κοινωνικές, πολιτικές, υλικές και ιδεολογικές συνθήκες.
Τα κόμματα της αριστεράς/κεντροαριστεράς , γεννήματα της βιομηχανικής εποχής και του νεωτερικού έθνους-κράτους, δυνάμεις κυβερνητικές και με λειτουργίες που προσιδιάζουν σε ιδεολογικούς μηχανισμούς του σύγχρονου μεταεθνικού κράτους, έχοντας απωλέσει τα μαζικά, ταξικά τους κάποτε, ταυτοτικά και πολιτικο-οργανωτικά χαρακτηριστικά, γίνονται απολογητές της κυρίαρχης κατάστασης και ρευστοποιούνται, υπό την έννοια ότι οι ταυτίσεις, οι εντάξεις δεν συνιστούν μακράς πνοής δεσμεύσεις.
Γι’ αυτό και εκδηλώνονται φαινόμενα που σωστά εντοπίζετε στην ερώτησή σας ως στοιχεία «αποπολιτικοποίησης, αποδυνάμωσης της δημοκρατικής συμμετοχής». Η ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν αποτελεί τωρινό φαινόμενο. Έχει ιστορικό βάθος, με την έννοια των προϋποθέσεων, των υλικών και ιδεολογικών όρων, τριών και πλέον δεκαετιών.
Σε μια εποχή κατά την οποία η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση, η αποδυνάμωση της εργασίας, η επισφάλεια και ο κοινωνικός κατακερματισμός έχουν διαρρήξει τις παραδοσιακές κοινωνικές συμμαχίες της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί η ελληνική και ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά (ή Αριστερά) να συγκροτήσει εκ νέου ένα συνεκτικό κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικής συμμετοχής και αναδιανομής ή η σημερινή συντηρητική ηγεμονία αντανακλά βαθύτερους δομικούς μετασχηματισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού;
Βρισκόμαστε, προφανώς, σε συνθήκες διαρκούς πύκνωσης των διαδικασιών διεθνούς ενσωμάτωσης, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι περιφερειακές ολοκληρώσεις λαμβάνουν ολοένα και πιο σύνθετα-εσωτερικευμένα χαρακτηριστικά, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πλην όμως ακόμα κάθε εθνικός κοινωνικός σχηματισμός και κομματικό σύστημα διατηρεί την αυτοτέλεια και σχετική του αυτονομία. Διαφορετικά ειπωμένο για την ελληνική περίπτωση και «κακοδαιμονία», η Ε.Ε. δεν μπορεί ν’ αποτελεί ένα διαρκές άλλοθι. Σ’ αυτό η συγκριτική οπτική αναδεικνύει την τραγική αποτυχία των πολιτικών, κοινωνικών-οικονομικών ελίτ της χώρας, με όρους αστικής διαχείρισης.
Μιλώντας ειδικότερα για την ελληνική αριστερά/κεντροαριστερά μπορεί να συγκροτηθεί εκ νέου ένα συνεκτικό κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικής συμμετοχής και αναδιανομής, όπως αναφέρετε στην ερώτησή σας. Πλην όμως ειδικά για δυνάμεις που διαχειρίστηκαν την προηγούμενη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ με την όποια συνέχειά του (την ΕΛΑΣ κ.λπ.), ο απολογισμός του πολιτικού κύκλου, η μνήμη θα είναι διαρκώς παρούσα και θα θέτει ερωτήματα, τα οποία πρέπει να απαντηθούν με αλήθειες και χωρίς εμμονικές αυτοδικαιωτικές προσεγγίσεις. Μνήμη, αλλά και σχέδιο για το μέλλον. Σχέδιο που δεν μπορεί να αφορά μόνον το στοιχείο της αναδιανομής. Διαφορετικά μιλάμε για συνδικάτο, όχι κόμμα. Πρέπει να αφορά και την παραγωγή, τους θεσμούς, τη σχέση κέντρου-περιφερειών, τη δημογραφία, το περιβάλλον, τη διεθνοπολιτική θέση, το κοινωνικό ζήτημα πέραν της αναδιανομής. Ούτε στις διαστάσεις αυτές ακούγονται πολλά πράγματα και ιδίως πειστικά. Άλλωστε δεν υπάρχει σχέδιο χωρίς μνήμη. Και βέβαια όλα αυτά προϋποθέτουν κινήματα, λαϊκή διαθεσιμότητα.
Να δώσω ένα παράδειγμα από την πολιτική επικαιρότητα, συνδέοντάς το με το πρόσφατο παρελθόν. Αποτιμώντας την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στις εκλογές της 21ης Μαΐου 2023, είχα αναφερθεί στις συνέπειες που έχει, αναφορικά με την εφαρμοσμένη πολιτική και τον εκφερόμενο πολιτικό λόγο και κατ’ επέκταση στην επίδραση στο πολύ δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα, η εσφαλμένη κατά τη γνώμη μου θεωρία του χώρου της αποκαλούμενης ριζοσπαστικής-ανανεωτικής αριστεράς για το εθνικό φαινόμενο, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, που επιπλέον είναι ακατάλληλη για την ελληνική- και όχι μόνον- περίπτωση. Τα ζητήματα αυτά δεν επιλύονται λχ με την επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» ως επωνυμίας του νέου κομματικού σχηματισμού, ούτε με την αναφορά-οικειοποίηση του σχήματος της ενότητας εθνικού-κοινωνικού ζητήματος ή πατριωτισμού-κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως αναφέρεται στη διακήρυξη του νέου κομματικού φορέα. Ενδεχομένως να δηλώνουν μια έμμεση παραδοχή της εσφαλμένης προσέγγισης σε επίπεδο θεωρίας και πρακτικής καθώς της σημασίας που είχε στην εξέλιξη του πολιτικού αγώνα. Τα θέματα όμως αυτά είναι «βαριά», «ταυτοτικά», συλλογικής αυτοκατανόησης. Δεν επιλύονται με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης και «πολιτικών αφηγημάτων». Αν μάλιστα η διάσταση αυτή είναι κυρίαρχη, υπάρχει κίνδυνος απλά να καταναλωθούν και να εκφυλιστούν.
Μετά τη μνημονιακή κρίση, την πανδημία, την ενεργειακή αναδιάρθρωση, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επανεμφάνιση αυταρχικών και πολεμικών λογικών στη διεθνή πολιτική, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αυξημένης επιτήρησης, δημοσιονομικής πειθαρχίας και πολιτικής ασφάλειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει ακόμη πραγματικός χώρος για ένα νέο σχέδιο δημοκρατικής σοσιαλδημοκρατίας (ή σοσιαλιστικής) και κοινωνικής αναδιανομής ή η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά οδηγείται οριστικά σε έναν ρόλο διαχειριστικής προσαρμογής εντός της νεοφιλελεύθερης κανονικότητας;
Η ευρωπαϊκή Αριστερά/Κεντροαριστερά βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε κατάσταση διαχειριστικής προσαρμογής στο πλαίσιο της «νεοφιλελεύθερης κανονικότητας», όπως χαρακτηρίζετε τη σύγχρονη εποχή. Αν θέλει να υπάρξει ως μια δύναμη πολιτικής αλλαγής, δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, κοινωνικών μετασχηματισμών, διεθνοπολιτικών ανατροπών, είναι υποχρεωμένη να έρθει σε σύγκρουση με το ρόλο αυτό και την κανονικότητα αυτή. Έναν ρόλο με το οποίον ταυτίστηκε και μια κανονικότητα που υπηρέτησε, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Το αν θα τα καταφέρει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

