Η ιστορία της ελληνικής Κεντροαριστεράς χαρακτηρίζεται από διαδοχικές περιόδους ανασύνθεσης, στις οποίες η κρίση ενός πολιτικού φορέα συνοδευόταν από την αναζήτηση ενός νέου σημείου πολιτικής και οργανωτικής ισορροπίας. Μετά τη διάλυση της Ένωσης Κέντρου, η φυσιογνωμία του Γεωργίου Μαύρου συνδέθηκε με την ενσωμάτωση του κόμματοςαπό το, υπό ανάδυση, ΠΑΣΟΚ και την διατήρηση του τελευταίου, ως νέου κυρίαρχου εκφραστή της Κεντροαριστεράς. Το ερώτημα εάν ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί έναν αντίστοιχο «Γεώργιο Μαύρο» δεν αφορά, επομένως, πρωτίστως το πρόσωπο που θα αναλάβει την ηγεσία του, αλλά το εάν η παρούσα συγκυρία συνιστά μια ακόμη διαδικασία μετάβασης, κατά την οποία επιχειρείται η διαχείριση της ολοκλήρωσης ενός ιστορικού πολιτικού κύκλου, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις συγκρότησης μιας νέας προοδευτικής σύνθεσης παραμένουν ακόμη ανοιχτές. Αν δηλαδή ο «νέος ηγέτης» βάλει και (τυπικά) την «υπογραφή του» στην απορρόφηση από την ΕΛ.Α.Σ του Αλ. Τσίπρα.
Η εκλογική ήττα του 2023 αποτέλεσε την πολιτική συμπύκνωση μιας μακρόχρονης διαδικασίας μετασχηματισμού που είχε ήδη αρχίσει κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Το δημοψήφισμα του 2015 και η υπογραφή του τρίτου μνημονίου ανέδειξαν με ιδιαίτερη ένταση την αντίφαση ανάμεσα στις κοινωνικές προσδοκίες που είχαν διαμορφωθεί κατά την περίοδο της ανόδου του κόμματος και στους συσχετισμούς δύναμης που συγκροτούνταν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής συσσώρευσης και των ευρωατλαντικών γεωπολιτικών στρατηγικών. Η Συμφωνία των Πρεσπών κατέδειξε, με διαφορετικό τρόπο, ότι η κυβερνητική πολιτική διαμορφώνεται ταυτόχρονα από εσωτερικούς κοινωνικούς συσχετισμούς και από ευρύτερες γεωπολιτικές δεσμεύσεις.
Κατά την περίοδο της αντιπολίτευσης (2019–2023), ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να επεξεργαστεί ένα διακριτό αριστερό σχέδιο που να αντιπαρατίθεται συνολικά στο κυρίαρχο υπόδειγμα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αντί να μετασχηματίσει τη διεύρυνση των εργασιακών ανισοτήτων, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την όξυνση της στεγαστικής κρίσης και τις πιέσεις στην κοινωνική αναπαραγωγή σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού, η αντιπολιτευτική του στρατηγική περιορίστηκε συχνά σε επιμέρους διαχειριστικές αντιρρήσεις ή σε κριτική της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητες βασικές κατευθύνσεις του κυρίαρχου αναπτυξιακού και θεσμικού προτύπου.
Αυτή η αδυναμία συγκρότησης μιας σαφώς διαφοροποιημένης αριστερής στρατηγικής συνέβαλε στη σταδιακή αποδυνάμωση της κοινωνικής και πολιτικής του αναφοράς, με αποτέλεσμα οι διασπάσεις, η συγκρότηση νέων πολιτικών σχηματισμών και οι ανακατατάξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς να αποτελέσουν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ιστορικής διαδικασίας και όχι απλώς προϊόντα εσωκομματικών συγκρούσεων. Η αδυναμία συγκρότησης ενός πειστικού πολιτικού σχεδίου από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ικανού να συνδέσει τις αναδιαρθρώσεις της εργασίας, την επιδείνωση των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής, τη στεγαστική κρίση, τις πιέσεις που δέχεται το κοινωνικό κράτος και τις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης, περιόρισε σταδιακά τη δυνατότητα του κόμματος να διατηρήσει σταθερούς δεσμούς με τα κοινωνικά στρώματα στα οποία είχε αρχικά στηριχθεί. Από αυτή την άποψη, η εναλλαγή προσώπων στην ηγεσία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επαρκής όρος πολιτικής ανασυγκρότησης, καθώς το κεντρικό ζήτημα αφορά τη δυνατότητα αναδιαμόρφωσης του συνολικού πολιτικού προσανατολισμού και της σχέσης του κόμματος με τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες.
Η σταδιακή αποδυνάμωση της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με τα κοινωνικά στρώματα που αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα της πολιτικής και εκλογικής του στήριξης δεν αντανακλά αποκλειστικά οργανωτικές αδυναμίες ή μεταβολές στην εσωτερική του λειτουργία, αλλά συνδέεται με την προοδευτική εξασθένηση της δυνατότητάς του να συνθέτει τις διαφοροποιημένες κοινωνικές διεκδικήσεις και τις νέες μορφές οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας σε ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Η οργανωτική συρρίκνωση, οι αποχωρήσεις στελεχών, οι εσωκομματικές συγκρούσεις και οι διαφωνίες ως προς την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος δεν αποτελούν, επομένως, αποσπασματικά ή συγκυριακά γεγονότα, αλλά αλληλένδετες εκφράσεις μιας μακρόχρονης διαδικασίας πολιτικού μετασχηματισμού που επιταχύνθηκε κατά την περίοδο της κυβερνητικής εμπειρίας και κορυφώθηκε μετά την εκλογική ήττα του 2023.
Η σημερινή κρίση δεν μπορεί να αναχθεί σε επιμέρους ηγετικές επιλογές ή οργανωτικές αστοχίες. Αντίθετα, αποτυπώνει τις δυσκολίες προσαρμογής ενός πολιτικού οργανισμού στις μεταβολές της κοινωνικής δομής, της οργάνωσης της εργασίας, των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής και των περιορισμών που ανακύπτουν από την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής στο σύγχρονο εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, τα πρόσφατα γεγονότα αποτελούν περισσότερο την ορατή έκφραση βαθύτερων κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών παρά την πρωταρχική αιτία της κρίσης.
Η μαρξιστική πολιτική θεωρία αντιμετωπίζει τα πολιτικά κόμματα ως μορφές πολιτικής συμπύκνωσης συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και όχι ως οργανισμούς που εξελίσσονται ανεξάρτητα από το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν. Η οργανωτική συνοχή, η ιδεολογική φυσιογνωμία και η στρατηγική τους κατεύθυνση διαμορφώνονται μέσα από τη διαλεκτική αλληλεπίδραση κοινωνικών συσχετισμών, κρατικών λειτουργιών και οικονομικών μετασχηματισμών. Από αυτή την οπτική, η θεωρητική σημασία της περίπτωσης του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται στη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων, αλλά αφορά κυρίως την προσπάθεια πολιτικής σύνθεσης ετερογενών κοινωνικών εμπειριών, μορφών εργασίας και συλλογικών διεκδικήσεων σε ένα ενιαίο πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η κυβερνητική εμπειρία, οι μεταβολές του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος και οι περιορισμοί που συνόδευσαν την άσκηση της δημόσιας πολιτικής αποδυνάμωσαν σταδιακά αυτή τη συνθετική λειτουργία, με αποτέλεσμα οι οργανωτικές διαφοροποιήσεις να αποκτήσουν αυτοτελή πολιτική δυναμική. Οι εσωκομματικές κρίσεις και οι αλλαγές στην ηγεσία δεν αποτελούν, συνεπώς, την αφετηρία της σημερινής κατάστασης, αλλά το σημείο στο οποίο καθίστανται ορατές αντιφάσεις που είχαν ήδη διαμορφωθεί στην προηγούμενη ιστορική πορεία του κόμματος.
Οι μεταβολές που συντελούνται στην οργάνωση της εργασίας, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η αύξηση του κόστους διαβίωσης και οι πιέσεις που ασκούνται στις δομές κοινωνικής προστασίας αναδιαμορφώνουν τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τις μορφές κοινωνικής διεκδίκησης σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας. Η ύπαρξη αυτών των αντιθέσεων δεν συνεπάγεται, όμως, αυτόματη πολιτική συσπείρωση γύρω από έναν συγκεκριμένο κομματικό σχηματισμό. Η πολιτική τους έκφραση διαμεσολαβείται από την ικανότητα των πολιτικών οργανισμών να συνδέουν επιμέρους κοινωνικές εμπειρίες με μια ευρύτερη ερμηνεία των κοινωνικών εξελίξεων και να διαμορφώνουν ένα συνεκτικό σχέδιο πολιτικής παρέμβασης που να ανταποκρίνεται στις νέες μορφές κοινωνικής και οικονομικής ανασφάλειας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ αποκτούν ιδιαίτερη αναλυτική σημασία όχι επειδή οι εσωκομματικές συγκρούσεις, οι αλλαγές στην ηγεσία ή οι οργανωτικές ανακατατάξεις αποτελούν αφαυτές την αιτία της κρίσης, αλλά επειδή συμπυκνώνουν μια μακρόχρονη διαδικασία πολιτικού μετασχηματισμού που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της κυβερνητικής του εμπειρίας. Η μετάβαση από έναν πολιτικό σχηματισμό που αναπτύχθηκε μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις της οικονομικής κρίσης σε κόμμα κυβερνητικής ευθύνης μετασχημάτισε τους όρους άσκησης της πολιτικής του δράσης, καθώς η διακυβέρνηση ασκήθηκε μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα κρατικών, θεσμικών, οικονομικών και διεθνών περιορισμών.
Παράλληλα, οι μεταβολές στην κοινωνική δομή, στην οργάνωση της εργασίας, στην παραγωγή και στις μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής αναδιαμόρφωσαν τις κοινωνικές ανάγκες και τους συσχετισμούς που είχαν στηρίξει την προηγούμενη πολιτική του διεύρυνση. Η σταδιακή αποδυνάμωση της δυνατότητας σύνθεσης αυτών των νέων κοινωνικών αντιθέσεων σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα πολιτικού μετασχηματισμού επέδρασε τόσο στη φυσιογνωμία όσο και στην οργανωτική συνοχή του κόμματος. Από αυτή την άποψη, οι σημερινές διασπάσεις και οι αλλαγές στην ηγεσία δεν αποτελούν την αφετηρία της κρίσης, αλλά την ορατή πολιτική έκφραση βαθύτερων κοινωνικών και ιστορικών αντιφάσεων που είχαν ήδη διαμορφωθεί.Από μια ιστορικο-υλιστική σκοπιά, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από τους κοινωνικούς και διεθνείς συσχετισμούς που οργανώνουν τη σύγχρονη καπιταλιστική εξουσία.
Η ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, η γεωπολιτική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών και οι επιδιώξεις των κυρίαρχων τμημάτων του ελληνικού επιχειρηματικού κεφαλαίου συνέκλιναν στη διατήρηση ενός πλαισίου δημοσιονομικής πειθαρχίας, νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης και θεσμικής σταθερότητας, το οποίο περιόριζε δραστικά τα περιθώρια άσκησης μιας εναλλακτικής κοινωνικής πολιτικής. Το κράτος δεν λειτούργησε ως ουδέτερος διαχειριστής αυτών των επιλογών, αλλά ως πεδίο στο οποίο συμπυκνώθηκαν και αναπαράχθηκαν οι κυρίαρχοι κοινωνικοί συσχετισμοί.
Η εκλογική υποχώρηση, οι οργανωτικές ανακατατάξεις και οι διαδοχικές αλλαγές στην ηγεσία συνιστούν αλληλένδετες εκφράσεις μιας ευρύτερης διαδικασίας πολιτικού μετασχηματισμού, η οποία υπερβαίνει την εσωτερική ζωή του ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβερνητική εμπειρία μετέβαλε τους όρους άσκησης της πολιτικής του δράσης, καθώς η διαχείριση της δημόσιας εξουσίας πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα δημοσιονομικών, θεσμικών και διεθνών περιορισμών. Παράλληλα, οι μεταβολές που συντελέστηκαν στην κοινωνική δομή, στην αγορά εργασίας, στις μορφές κοινωνικής προστασίας και στις συνθήκες οικονομικής αναπαραγωγής επηρέασαν τόσο τις κοινωνικές προσδοκίες όσο και τις δυνατότητες πολιτικής τους έκφρασης. Στο πλαίσιο αυτό, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε το κόμμα δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε οργανωτικές αδυναμίες ή σε επιλογές συγκεκριμένων ηγετικών προσώπων, αλλά συνδέονται με τη σταδιακή αποδυνάμωση της δυνατότητάς του να μετασχηματίζει τις κοινωνικές μεταβολές σε συνεκτική πολιτική πρόταση.
Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ υπενθυμίζει ότι η ιστορική πορεία ενός πολιτικού οργανισμού δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ποιότητα της ηγεσίας, τις οργανωτικές του επιλογές ή τις εκλογικές του επιδόσεις. Η ανθεκτικότητα και η δυνατότητα ανασυγκρότησής του εξαρτώνται από την ικανότητά του να εκφράζει τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές αντιθέσεις, να επεξεργάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο πολιτικού μετασχηματισμού και να ανασυνθέτει τη σχέση του με τις κοινωνικές δυνάμεις που επιδιώκει να εκπροσωπήσει. Χωρίς αυτή την υλική και πολιτική επαναθεμελίωση, καμία οργανωτική αναδιάταξη και καμία αλλαγή προσώπων δεν μπορεί από μόνη της να εγκαινιάσει έναν νέο ιστορικό κύκλο.

